Είναι αποδεδειγμένο με αδιάσειστα στοιχεία ότι οι πρώτοι χριστιανοί κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον αρχαιοελληνικό κόσμο μεταξύ του 3ου και 6ου αιώνα. Πρέπει όμως να δούμε λίγο ποιοί ήταν αυτοί οι χριστιανοί. 

Ο χριστιανισμός σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση ξεκινά από έναν Εβραίο που τον έλεγαν Yeshua (Γέσουα) από τη Ναζαρέτ και ο οποίος φερόταν ως ο μεσσίας που προφήτευσαν οι Εβραίοι προφήτες. Οι Εβραίοι συμπατριώτες του Γέσουα που τον ακολούθησαν ήταν οι πρώτοι που μετά τον θάνατό του διέδωσαν ότι δήθεν αναστήθηκε και ότι επίκειται σύντομα η δευτέρα παρουσία που θα κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Φυσικά έκτοτε παρήλθαν 2000 έτη και καμία “Δευτέρα Παρουσία” δεν έγινε. Είναι κωμικοτραγικό ότι ο Γέσουα στο εσχατολογικό του κήρυγμα φέρεται να λέει ότι το τέλος του κόσμου με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ θα γινόταν πριν ακόμη παρέλθει η γενιά εκείνη [Ματθ. 24,34: ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται]. 

Την υποτιθέμενη διδασκαλία και θαύματα του Γέσουα τα πρωτοδιέδωσαν με ιδιαίτερο ζήλο οι λεγόμενοι απόστολοι, όπως ο Saul (Παύλος), ο Kepha (Πέτρος), αλλά και οι άλλοι Εβραίοι που πάσχισαν να δημιουργήσουν μια νέα θρησκεία γύρω από το πρόσωπο του Γέσουα.

Ανάμεσα στις πολυάριθμες θρησκείες που υπήρχαν τότε, ο χριστιανισμός ήταν μια αμελητέα, ασήμαντη αίρεση του ιουδαϊσμού. Τότε ήταν η εποχή που η ρωμαϊκή αυτοκρατορία καταπίεζε τους λαούς που είχε κατακτήσει και το μήνυμα του Γέσουα έβρισκε απήχηση σε αναξιοπαθούντες και ταλαίπωρους, αγράμματους και δούλους. 

Οι Έλληνες, ιδίως στην μητροπολιτική Ελλάδα, δεν ασπάστηκαν το χριστιανισμό. Όταν ο Παύλος μίλησε στην Αθήνα εισέπραξε την απαξίωση των Αθηναίων που απέρριψαν τα σοφίσματα και τις περί Ιησού θεολογίες του ως ασυναρτησίες. 

Αρκετοί Έλληνες όμως κυρίως στις ανατολικές επαρχίες (π.χ. Συρία, Αίγυπτο) αλλά και στη Ρώμη άκουσαν τα χριστιανικά κηρύγματα και τα αποδέχτηκαν.

Η διεξοδικότερη γνωριμία των Ελλήνων με την εβραϊκή θρησκεία και οι βάσεις για την διάδοσή της είχαν τεθεί κατά τα ελληνιστικά χρόνια, όταν οι Πτολεμαίοι βασίλευαν στην Αίγυπτο (συγκεκριμένα επί Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου). Τότε μεταφράστηκαν στα ελληνικά όλα τα εβραϊκά κείμενα της Tanakh (Τανάκ), της εβραϊκής βίβλου. Η μετάφραση αυτή είναι γνωστή ως “Μετάφραση των Εβδομήκοντα” από τους 72 Εβραίους λόγιους που χρησιμοποίησε ο Πτολεμαίος ο Β’ για την μετάφραση των ιερών εβραϊκών κειμένων. Αυτή ήταν η προεργασία πάνω στην οποία οι πρώτοι χριστιανοί στηρίχτηκαν και χρησιμοποίησαν τα ελληνικά ως όχημα διάδοσης του χριστιανισμού δεδομένου ότι ο χριστιανισμός αποδεχόταν και αποδέχεται πλήρως την εβραϊκή βίβλο, γνωστή στους χριστιανούς ως Παλαιά Διαθήκη αφού ο Γέσουα (Ιησούς) φέρεται στα Ευαγγέλια να λέει ότι δεν ήρθε να καταργήσει τα προηγούμενα γραπτά αλλά να τα συμπληρώσει [κατά Ματθαίον 5:17]. 

Η ελληνική κοινή ήταν η διεθνής γλώσσα της εποχής, και τα ελληνικά βοήθησαν στην διάδοση του κηρύγματος των πρωτο-χριστιανών, όπως πχ με τις επιστολές του Παύλου. 

Αργότερα συμμετείχαν και Έλληνες που ασπάστηκαν οικειοθελώς τη νέα θρησκεία. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, οι άνθρωποι αυτοί, παρόλο που ήταν Έλληνες στην καταγωγή, τοποθετούσαν τη θρησκεία πάνω από την εθνική τους καταγωγή, όμοια με τους Εβραίους, για τους οποίους δεν είχε σημασία ποια υπηκοότητα έχουν, αλλά μόνο το εβραϊκό θρήσκευμα. Το θρήσκευμα ήταν αυτό που τους προσδιόριζε. Έτσι και ο πρωτο-χριστιανός, είτε Έλληνας στην καταγωγή είτε Ρωμαίος, δεν ενδιαφερόταν για την καταγωγή του, αλλά πάνω από όλα για τη χριστιανική πίστη. Και το κατά πόσο βέβαια ήταν πραγματικά Έλληνες τίθεται εύλογα υπό αμφισβήτηση. 

Τέτοιοι μάλιστα υπήρξαν αρκετοί ήδη στην αρχή του χριστιανισμού, θεολόγοι ελληνίζοντες ή με ελληνική καταγωγή που με ιδιαίτερο ζήλο ασπάστηκαν το χριστιανισμό και βοήθησαν στην δογματική του θεμελίωση. Θεολόγοι όπως ο Ειρηναίος από τη Μικρά Ασία ή ο Ιππόλυτος από τη Ρώμη. Ο τελευταίος έγραψε και ένα σύγγραμμα κατά των Ελλήνων φιλοσόφων – και ιδίως κατά του Πλάτωνα – και σχετικά με την αρχαιότητα του ιουδαϊσμού για να καταδείξει ότι η εβραϊκή θρησκεία και ο εβραίικος θεός, που ήταν πλέον και θεός των χριστιανών διά του Γέσουα («Χριστού»), ήταν πιο παλαιός και φυσικά ο μόνος αληθινός [Προς Έλληνας και προς Πλάτωνα ή περί της παντός ουσίας]. 

Η επόμενη γενιά θεολόγων έγινε ακόμη πιο φανατισμένη, με πρόσωπα όπως ο Ιωάννης «Χρυσόστομος» από την Αντιόχεια, ο Βασίλειος από την Καισαρεία, και άλλοι, όλοι από τις ανατολικές επαρχίες. Αυτοί φυσικά δεν ένιωθαν Έλληνες και ενδιαφέρονταν μονάχα για την ιουδαιοχριστιανική τους πίστη. Για αυτούς ο όρος «Έλληνας» δεν σήμαινε τίποτα άλλο παρά «ασέβεια και ειδωλολατρία» και κατέστη όρος απαγορευμένος για χριστιανούς. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν τόσο βαθιά πεισθεί και υποστεί πλύση εγκεφάλου που νόμιζαν ότι σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου και η δευτέρα παρουσία. Ήδη ο Παύλος στην πρώτη επιστολή προς Κορινθίους [7, 29] λέει ότι “ο καιρός που απομένει είναι πολύ λίγος”. Ο Ωριγένης Αδαμάντιος, ένας άλλος χριστιανός θεολόγος, ήταν τόσο φανατισμένος με τα χριστιανικά γραπτά που ευνούχισε ο ίδιος τον εαυτό του εφαρμόζοντας κατά γράμμα μια φράση που φέρεται να εκστομίζει ο Γέσουα (“Ιησούς Χριστός”) σε ένα από τα Ευαγγέλια [“υπάρχουν ευνούχοι που μόνοι τους ευνουχίστηκαν, για χάρη της βασιλείας των ουρανών” (κατά Ματθαίον 19:12)].

Αυτός ο φανατισμός τους κατέστησε αμείλικτους διώκτες της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και των Ελλήνων γενικά τους οποίους θεωρούσαν δαιμονισμένους «ειδωλολάτρες» και ανόητους φιλοσόφους… 

Αυτή η χριστιανική θεολογία με την επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ο ηθικός αυτουργός που οδήγησε στα καταστροφικά διατάγματα που επέβαλαν τον χριστιανισμό δια της βίας σε όλους τους Έλληνες και έβαλαν την ταφόπλακα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Αυτός ο τραγελαφικός ανθελληνικός ζήλος χριστιανών θεολόγων που ασχολήθηκαν τόσο έντονα και εκτεταμένα για την επικράτηση και διάδοση του χριστιανισμού κάνοντας για το σκοπό αυτό χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι που έδωσε την αφορμή να ταυτίζεται εσφαλμένα ο χριστιανισμός με τον ελληνισμό. Πρόκειται ωστόσο για αντίφαση και διαστρέβλωση αφού ο χριστιανισμός πολέμησε λυσσαλέα τον πραγματικό ελληνισμό, ήτοι τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Η ψυχικά διαταραγμένη ταύτιση ελληνισμού και χριστιανισμού προέρχεται μόνο από την αλλοιωμένη ταυτότητα που απέδωσε ο χριστιανισμός σε όσους Έλληνες εκχριστιάνισε, αλλά και από την ύπουλη και δολερή επιχείρηση να γεφυρωθεί εκ των υστέρων και αναδρομικά το χάσμα μεταξύ ελληνικής αρχαιότητας και χριστιανισμού με διάφορα παραφιλολογικά κατασκευάσματα. Λέγεται βέβαια πως η προσπάθεια εναρμόνισης χριστιανισμού και ελληνικής φιλοσοφίας ανάγεται παλιότερα και πως επιχειρήθηκε ήδη από τους πρώτους χριστιανούς θεολόγους όπως ο Κλήμης από την Αλεξάνδρεια και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Ωστόσο πρόκειται περισσότερο για επιχείρηση των πρώτων χριστιανών να διαστρεβλώσουν και να χρησιμοποιήσουν ιδέες από την ελληνική φιλοσοφία για να προσηλυτίσουν ευκολότερα τους Έλληνες και να θεμελιώσουν και να παγιώσουν τα χριστιανικά δόγματα και τη χριστιανική θεολογία.

©️Ἀθηναΐϛ Ξούθου®️

loading...

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *