Αιτιολογώντας τον πόλεμο μεταξύ Αμερικής/Δύσης και Ρωσίας/Ανατολής







(Σύντομη πραγματεία για την έννοια, την καταγωγή και τη φύση της ατομικής ιδιοκτησίας)



Γράφει ο Κώστας Λάμπος

claslessdemocracy@gmail.com,





Ο πρώτος που περιέφραξε ένα κομμάτι γης και είπε μέσα του «αυτό είναι δικό μου» και βρήκε ανθρώπους αρκετά αφελείς ώστε να τον πιστέψουν, υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής της κοινωνίας των πολιτών. Από πόσα εγκλήματα πολέμους, φόνους, από πόσες αθλιότητες και αίσχη θα είχε απαλλάξει το ανθρώπινο γένος εκείνος που ξεριζώνοντας τους πασσάλους ή σκεπάζοντας το χαντάκι θα φώναζε στους συνανθρώπους του: «Μην ακούτε αυτόν τον αγύρτη. Χαθήκατε, αν ξεχάσετε πως οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη δεν ανήκει σε κανέναν.

Ζαν-Ζακ Ρουσσώ[2]



Είναι προφανές πως στην Ουκρανία συγκρούονται άμεσα και έμμεσα οι Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής με την Ρωσία και κατ’ επέκταση η Δύση και το ΝΑΤΟ με την Ανατολή όπου η κάθε μια διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία, με θύματα την ουκρανική κοινωνία, την Ευρώπη και την ανθρωπότητα. Εκείνο που δεν είναι προφανές, είναι η βασική αιτία αυτής της σύγκρουσης. Η ιδεαλιστική φιλοσοφία βολεύεται με το να θεωρεί ως αιτία των ανταγωνισμών, των συγκρούσεων και των πολέμων, την τάχα ‘άπληστη και εκ του ‘θεού δημιουργού’ ατελή ανθρώπινη φύση’, παραγνωρίζοντας τους συστημικούς, ιστορικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς όρους διαμόρφωσή της. Η φυσική και υλιστική αποκαλούμενη φιλοσοφία αποκαλύπτει πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι υπεριστορική, αλλά διαμορφώνεται στον χώρο και στον χρόνο, ανάλογα με τη σχέση της εκάστοτε κοινωνίας με τα μέσα παραγωγής και τον τρόπο κατανομής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Με αυτή την έννοια η βασική αιτία όλων των ανταγωνισμών σε επιχειρηματικό επίπεδο, των συγκρούσεων μεταξύ κοινωνικών τάξεων και των πολέμων μεταξύ των κρατών είναι η κοινωνική ανισότητα, η οποία πηγάζει από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και την συνεπαγόμενη ακραία ανισοκατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Είναι η αχόρταγη ατομική ιδιοκτησία που μετατρέπει τα υποκείμενά της σε αντικείμενά της, τους φορείς της σε μισάνθρωπα και αντικοινωνικά όντα που για την επιβίωσή τους θεωρούν αναγκαία την καταστροφή όλων των ανταγωνιστών τους και την αποκλειστική επικράτησή τους πάνω στην κοινωνία και στην ανθρωπότητα. Όλη αυτή η νοσηρότητα κρύφτηκε και συνεχίζει δυστυχώς ακόμα και στον 21ο αιώνα να κρύβεται πίσω από ‘θεούς’ και θρησκείες, ‘αυθεντίες’ και ιδεολογίες, δόγματα και φτηνές φιλοσοφίες που επέβαλαν με την άμεση και έμμεση βία την ατομική ιδιοκτησία ως αξία υπέρτερη ακόμα και της ίδια της ανθρώπινης ζωής, της ειρήνης και της ελευθερίας.

*

Ψάχνοντας κανείς για έναν ορισμό της ατομικής ιδιοκτησίας, ανακαλύπτει ένα πλήθος διαφορετικών μεταξύ τους ορισμών, από τη σύνθεση των οποίων θα ορίζαμε ότι: ατομική ιδιοκτησία είναι η απόλυτη προσωπική και αποκλειστική[3] εξουσία πάνω σε πρόσωπα, σε κινητές και ακίνητες υλικές και άυλες αξίες, τις οποίες ο ιδιώτης κάτοχός τους έχει το δικαίωμα να τις καταστρέφει, να τις εμπορεύεται ή να τις εκμεταλλεύεται, ώστε να του αποφέρουν αδιαλείπτως πλούτο με τη βίαιη χρησιμοποίηση κυριολεκτικά και θεσμικά απλήρωτης ή μισθωμένης ξένης εργασίας, δικαίωμα και διαδικασία που αποτελεί την υλική βάση της εκμετάλλευσης, της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, της κοινωνικής αδικίας, των κοινωνικών συγκρούσεων και των απάνθρωπων και καταστροφικών πολέμων. Είναι προφανές ότι αυτός ο ορισμός ισχύει στο ακέραιο για κάθε μορφή ατομικής ιδιοκτησίας πάνω σε κάθε είδος, μέσο παραγωγής, επιστημονικής γνώσης[4] ή μεθόδου παραγωγής που αποφέρει πλούτο στον κάτοχό του μέσω της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας σε ζωντανή ή σε ιστορική μορφή.[5] Τελικά, και με δυο λόγια, η ατομική ιδιοκτησία του καθενός μας ορίζεται από το μέγεθος της βίας, παράνομης ή νομιμοποιημένης, που ο καθένας μπορεί να ασκήσει πάνω στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας που ζει.

Τι είναι όμως η ατομική ιδιοκτησία ως ειδική συνθήκη διαμόρφωσης της πραγματικότητας της κοινωνικής ανισότητας και της κοινωνικής αδικίας και ανελευθερίας, πότε και πώς εμφανίστηκε και ποια ήταν η εξέλιξή της; Είναι μήπως απλά μια εμπράγματη σχέση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένων, ή μήπως σε τελική ανάλυση είναι μια κοινωνική σχέση μεταξύ υποκειμένων, δηλαδή μεταξύ ανθρώπων στους οποίους ανήκει κάτι και ανθρώπων στους οποίους δεν ανήκει τίποτα, αλλά μπορούν να αμφισβητήσουν τη συγκεκριμένη εμπράγματη σχέση και να διεκδικήσουν την κυριότητα ή τη συγκυριότητα των συγκεκριμένων πραγμάτων; Μήπως πρόκειται για μια σχέση όπου «το “δικό μου” που ήταν δικό μας και τώρα δεν είναι δικό σας», και συνεπώς το δικό μου ορίζεται σαν τέτοιο επειδή υπάρχουν οι άλλοι, πράγμα που σημαίνει πως για κάποιον υποτιθέμενο «Ροβινσώνα Κρούσο» η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας στερείται κάθε νοήματος, γιατί αφενός δεν στερεί τίποτα από κανέναν και αφετέρου δεν υπάρχει κανένας για να διεκδικήσει τα αγαθά που αυτός απολαμβάνει.

Τελικά, η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί έκφραση κοινωνικών σχέσεων και είναι το, με άμεση ή έμμεση βία, αποσπασμένο από την κοινή περιουσία απόκτημα του ισχυρότερου,[6] οπότε ατομική ιδιοκτησία σημαίνει την ατομική βία-εξουσία του εξουσιαστικά ισχυρού επί των εξουσιαστικά ανίσχυρων. Όποιος όμως αποσπά για ίδιον όφελος τμήμα κοινού αγαθού, αποσπάται αναγκαστικά και ο ίδιος από τη συλλογικότητα στην οποία ανήκει το συγκεκριμένο κοινό αγαθό, και αποσπώμενος, αντικειμενικά, στρέφεται εναντίον της. Όταν όμως ατομική ιδιοκτησία σημαίνει «την εξουσία που έχουν άνθρωποι τόσο στα πρόσωπα όσο και στα υπάρχοντά τους»,[7] τότε αναγκαστικά και αναπόφευκτα «η υπερίσχυση του ισχυρότερου θέτει τα θεμέλια της διηνεκούς ανωμαλίας και απάτης»,[8] όπως με απόλυτη σαφήνεια αποφαίνεται ο Άγγλος φιλόσοφος Τζον Λοκ,[9] ένας από τους σημαντικότερους πρώιμους εκφραστές του Διαφωτισμού και θεμελιωτής του οικονομικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού, που είναι γνωστότερος και ως καπιταλισμός.

Η έννοια όμως της βίας, της κλοπής και της απάτης για την αποκλειστική απόσπαση-απόκτηση-κατοχή ατομικής ιδιοκτησίας προκαλεί αναπόφευκτα αντικοινωνικότητα, δηλαδή εχθρότητα του ατομικού ιδιοκτήτη ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία από την οποία απόσπασε για ίδιον όφελος κοινό περιουσιακό στοιχείο. Αυτή η σχέση μεταξύ εχόντων και κατεχόντων και μη εχόντων και μη κατεχόντων εκφράζεται ως κοινωνική ανισότητα και συνεπάγεται κοινωνική αδικία, πράγμα που αυτόματα παραπέμπει στην ανηθικότητα της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία καταλήγει σε συλλογική, ταξική, κρατική εξουσία με κύριο σκοπό την, με την έννομη βία, προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, πράγμα που αποκαλύπτει τη σχέση αίτιου και αιτιατού μεταξύ ατομικής ιδιοκτησίας και κράτους, με πάγιο στόχο την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. «Το κράτος έχει το μονοπώλιο στη χρήση νομιμοποιημένης βίας. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο στον τρόπο με τον οποίο το κράτος ενεργεί, τόσο στις προκαπιταλιστικές όσο και στις καπιταλιστικές ενσαρκώσεις του, ως κατ’ εξοχήν μηχανή για τη διεξαγωγή πολέμων, εμπλεκόμενο σε γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και σε γεωοικονομικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς στην παγκόσμια σκηνή. Στο πλαίσιο του αναδυόμενου και συνεχώς εξελισσόμενου διακρατικού παγκόσμιου συστήματος το καπιταλιστικό κράτος επιδιώκει διπλωματικά, εμπορικά και οικονομικά πλεονεκτήματα και συμμαχίες για να προστατέψει τον πλούτο και τη δύναμή του (ή ακριβέστερα τον πλούτο, την κοινωνική θέση και τη δύναμη των ηγετών του και κάποιων τμημάτων του πληθυσμού) ενισχύοντας την ικανότητα εκείνων που κατέχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας να συγκεντρώσουν όλο και περισσότερο πλούτο στην επικράτεια που κατοικούν».[10] Γίνεται φανερό ότι χωρίς ατομική ιδιοκτησία δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη κράτους, δηλαδή νομιμοποιημένης βίας, πράγμα που αποκαλύπτει πως η αυθαίρετη ατομική ή συλλογική βία που γέννησε την ατομική ιδιοκτησία, δημιούργησε στη συνέχεια το θεσμό του κράτους με νομοθετικές αρμοδιότητες για να προστατεύει, από την υπόλοιπη κοινωνία, την παράνομα και βίαια αποκτηθείσα ατομική ιδιοκτησία. Με ακόμα πιο απλά λόγια, η βία γέννησε την ατομική ιδιοκτησία, η οποία γέννησε την ατομική και την ταξική-κρατική εξουσία, που με τη σειρά της δημιούργησε την εξουσιαστική έννομη τάξη και τη νομιμοποιημένη βία για την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα την εκμετάλλευση της εργαζόμενης κοινωνίας, με την οποία κλείνει ο φαύλος κύκλος.

Συνεπώς, το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι ότι αυτή καταγράφεται ως καθολική κοινωνική ανωμαλία και νοσηρότητα, γιατί όπως κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο ίδιος είναι υγιής αλλά η καρδιά του πεθαίνει, έτσι και σε επίπεδο κοινωνίας δεν μπορούμε να πούμε ότι μόνο το ένα τμήμα της, αυτό που καταχράται την κοινή περιουσία ως ατομική ιδιοκτησία, πάσχει από θανατηφόρο κοινωνική νοσηρότητα και ανηθικότητα. Στην ουσία, καμιά κοινωνία στην οποία τα μέλη της βρίσκονται σε έναν θανάσιμο ανταγωνισμό μεταξύ τους για την απόκτηση όλο και περισσότερου πλούτου σε βάρος των άλλων δεν είναι μια υγιής κοινωνία, γιατί έχει απωλέσει τη ζωογόνο δύναμη του εγγυητή της ευημερίας και της ασφάλειας όλων των μελών της και συνεπώς έχει απωλέσει τη ζωτικότητα της εγγύτητας, της ενότητας, της γόνιμης επι-κοινωνίας και της συνεργασίας για την επίτευξη του κοινού σκοπού τού ζῆν και του εὖ ζῆν όλων, δηλαδή του Εμείς και όχι των επιμέρους Εγώ, το άθροισμα των οποίων είναι πάντα μικρότερο από το Εμείς.

Η εγκληματική ανηθικότητα του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας συνίσταται στο γεγονός ότι για να μπορεί να αποκτήσει κανείς απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία, πρέπει να διαθέτει χρήμα ή να κάνει χρήση της ωμής ή/και της «κατά νόμον» εξουσιαστικής βίας που φτάνει μέχρι το έγκλημα της γενοκτονίας.[11] Αυτό όμως σημαίνει ότι όσοι δεν διαθέτουν το χρήμα, τη δύναμη ή την εξουσία να κάνουν χρήση αντιβίας, για να ακυρώσουν λ.χ. τον αγγλικό νόμο για τις βίαιες περιφράξεις δημόσιων, κοινοτικών και ιδιωτικών εκτάσεων ή τις αποικιοκρατικές κατακτήσεις, αλλά και τους σύγχρονους νόμους του μανιακού καπιταλισμού για τον πλειστηριασμό ιδιωτικών εκτάσεων και δημόσιων ακινήτων, δεν μπορούν να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν την ατομική ιδιοκτησία τους και σε τελική ανάλυση είναι καταδικασμένοι να λιμοκτονούν και να πεθάνουν. Πράγμα που, τελικά, αποκαλύπτει ότι το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας του ενός ή των λίγων έρχεται σε σύγκρουση και καταργεί τα ατομικά δικαιώματα στη ζωή, στην ελευθερία ανάπτυξης και στην ευτυχία των πολλών άλλων.

Μάλιστα το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας του ισχυρού που διαθέτει χρήματα και εξουσία εμποδίζει τον ανίσχυρο να ασκήσει κι αυτός το δικαίωμά του για την απόκτηση ατομικής ιδιοκτησίας, πράγμα που δείχνει ότι το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας αυτοαναιρείται ως καθολικό δικαίωμα και τελικά αποδείχνει πως η ατομική ιδιοκτησία στην ουσία δεν είναι δικαίωμα για όλους, αλλά εξουσία των λίγων και ισχυρών πάνω στους πολλούς και ανίσχυρους. Βέβαια, η έννοια «πολλοί και ανίσχυροι» παραπέμπει σε σχήμα οξύμωρο στα πλαίσια μιας υποτιθέμενης δημοκρατίας, όπου υποτίθεται ότι οι πολλοί αποφασίζουν τους νόμους και τα δικαιώματα, αλλά ποιος θεωρεί δημοκρατία το σύστημα που στηρίζεται στη δυνατότητα απεριόριστης συγκέντρωσης του πλούτου σε ελάχιστα χέρια και στις απάνθρωπες ανισότητες που αυτή η δυνατότητα συνεπάγεται; Όπου όμως πηγή των δικαιωμάτων δεν είναι η συλλογική-κοινωνική βούληση και το κοινό συμφέρον αλλά η βία και το χρήμα, μια ειδική μορφή βίας, εκεί δεν μπορεί να γίνει λόγος για αρμονική συμβίωση, για πραγματική δημοκρατία, για υγιή και για ελεύθερη κοινωνία.

Γι’ αυτό, και για να γίνει αποδεκτή αυτή η ανηθικότητα από τα ανυπεράσπιστα θύματα της ατομικής ιδιοκτησίας, η εξουσία μέσω των σκοταδιστικών μύθων, της εξουσιαστικής ιδεολογίας και της ταξικής παιδείας τα απομακρύνει από την κοινωνική πραγματικότητα και τα οδηγεί στην αναζήτηση υποκατάστατων και στην αποδοχή ψευδαισθήσεων με τη μορφή υπερβατικών, μεταφυσικών δυνάμεων που στη διάσταση του ιστορικού χωροχρόνου παίρνουν διάφορες μορφές καλών και κακών «θεών». Αυτά τα υποκατάστατα έχουν τάχα ως προορισμό τους να αποδώσουν δικαιοσύνη, σε μια υποτιθέμενη μετά θάνατον ζωή, τιμωρώντας με την Κόλαση τους αδικούντες και επιβραβεύοντας με τον Παράδεισο τους αδικημένους,[12] αποκαλύπτοντας έτσι πως η ατομική ιδιοκτησία πέραν των άλλων αποτελεί και τον γεννήτορα της θρησκείας, ως φάρμακο «για τη λησμονιά από τις συμφορές και ανάπαυση από τις έγνοιες».[13]

Συνεπώς, λογικά τίθεται το ερώτημα: Μήπως, αν κάποιοι άνθρωποι δεν είχαν εξουσία[14] πάνω σε πρόσωπα, δηλαδή πάνω σε άλλους ανθρώπους, και αν τα πράγματα και τα αγαθά της Φύσης και της κοινής δραστηριότητάς μας, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες του καθενός μας, δεν ανήκαν σε κανέναν αλλά σε όλους ισομερώς και ανάλογα με τις ανάγκες μας, τότε δεν θα υπήρχε η μοναξιά του Εγώ εναντίον όλων αλλά η κοινωνία του Εμείς, οπότε και η πορεία της ανθρωπότητας θα ήταν διαφορετική και πιθανότατα καλύτερη;

Η συντηρητική θεωρία, που αναπτύσσεται κύρια από την πλευρά των εκάστοτε κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων, έχει σκαρώσει μια σειρά από μύθους[15] προκειμένου να γίνει η ατομική ιδιοκτησία αποδεκτή ως αναγκαία και χρήσιμη για την ευημερία και την ασφάλεια των ανθρώπων και των κοινωνιών τους. Ας δούμε μερικούς από αυτούς τους μύθους:

Μύθος πρώτος: Θεωρεί, κατά έναν επιστημονικά, λογικά και ηθικά απαράδεκτο τρόπο, το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας ως δώρο της Φύσης (φυσικό δικαίωμα) και ως απαίτηση της ανθρώπινης φύσης, παραγνωρίζοντας ότι για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης κοινοβιακής κοινοκτημοσύνης, χωρίς ατομικές ιδιοκτησίες, χωρίς εξουσίες και χωρίς ανισότητες και ανταγωνισμούς, πράγμα που επέτρεψε στο ανθρώπινο είδος να επιβιώσει, σε αντίθεση με το καθεστώς της απάνθρωπης ιδιοκτησιακής ανισότητας που απειλεί με καταστροφή των όρων ζωής πάνω στον πλανήτη Γη. Είναι οι ίδιοι που υποστηρίζουν πως η ατομική ιδιοκτησία είναι εγγεγραμμένη στο DNA των ανθρώπων και συνεπώς «η ιδιοκτησία μας, για την οποία μπορούμε να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε, είναι η μόνη απόδειξη ότι υπάρχουμε».[16] Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ολόκληρη η προϊστορική ανθρωπότητα, συνέχεια της οποίας αποτελεί η σύγχρονη, δηλαδή όλοι εμείς, που δεν γνώριζε και δεν είχε ατομική ιδιοκτησία, δεν υπήρξε. Το ίδιο, κατά συνέπεια αόρατο-ανύπαρκτο, σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, είναι και το περίπου 80% της σημερινής ανθρωπότητας που παράγει ατομικές ιδιοκτησίες για τους εξουσιαστές του, αλλά το ίδιο στερείται ουσιαστικής ατομικής ιδιοκτησίας-περιουσίας. Το παράλογο και το χυδαίο αυτού του ιδεολογήματος είναι προφανές, όπως προφανής είναι και η σκοπιμότητα των κατασκευαστών του.

Μύθος δεύτερος: Αντιμετωπίζει την ατομική ιδιοκτησία ως υλική προϋπόθεση επιβίωσης, ευημερίας και ελευθερίας του ανθρώπου, κάτι σαν «ιερό ζωτικό χώρο» που όσο μεγαλύτερος γίνεται, τόσο περισσότερη ασφάλεια και μεγαλύτερη ελευθερία προσφέρει στον κάτοχό της. Με αυτή την αντίληψη όμως η ανθρωπότητα οδηγήθηκε σε μια ανελέητη σύγκρουση ατομικών ιδιοκτησιών, η οποία προκάλεσε την απαλλοτρίωση των περισσότερων ατομικών ιδιοκτησιών και την προλεταριοποίηση των ιδιοκτητών τους, με αποτέλεσμα η ταυτιζόμενη με την ιδιοκτησία ελευθερία του ανθρώπου να εξελιχθεί σε ελευθερία των λίγων ισχυρών, προκαλώντας ανελευθερία, πενία και εξαθλίωση των πολλών και ανίσχυρων.

Μύθος τρίτος: Καταφεύγει στον ανιστόρητο ισχυρισμό ότι αν όλοι οι άνθρωποι ήταν ίσοι, τότε κανένας δεν θα ήθελε να εργαστεί, υπονοώντας ότι αν δεν υπήρχαν φτωχοί και ακτήμονες, τότε ποιος θα δούλευε για τους πλούσιους, αποσιωπώντας ότι οι άνθρωποι πάντα συνεργάζονταν σε συνθήκες ισότητας με την ελεύθερη βούλησή τους και συνεχίζουν να εργάζονται ευχάριστα και δημιουργικά, όπου συντρέχουν τέτοιες συνθήκες, για να βελτιώσουν τη ζωή τους και τις προοπτικές της, ενώ αντίθετα σε συνθήκες ανισότητας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης «δουλεύουν» με βαριά καρδιά και από ανάγκη για ένα μεροκάματο και για τη συντήρηση της οικογένειάς τους, τροφοδοτώντας παράλληλα την ελπίδα και τον αγώνα τους για την κοινωνική τους απελευθέρωση.

Μύθος τέταρτος: Υποστηρίζει ότι χωρίς ατομική ιδιοκτησία και τον με αυτήν συνυφασμένο ανταγωνισμό για την απόκτηση και την αύξησή της δεν θα υπήρχε καμιά πρόοδος και καμιά εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών και της ανθρωπότητας, αποσιωπώντας βέβαια ότι μιλάνε για μια «πρόοδο» της εκμετάλλευσης, της σπατάλης και της καταστροφής που συνθέτει τη διαχρονική τραγωδία της ανθρωπότητας. Αξιολογώντας όμως τη φύση και το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης προόδου που προκάλεσε η ατομική ιδιοκτησία και ο ανταγωνισμός, που καταλήγει στη σημερινή απάνθρωπη και καταστροφική καπιταλιστική βαρβαρότητα και στη δυστυχία του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι χωρίς ατομική ιδιοκτησία και ανταγωνισμό, αλλά με κοινοκτημοσύνη, συνεργασία και άμιλλα, οι κοινωνίες και η ανθρωπότητα συνολικά μπορεί να μην είχαν, γιατί δεν θα τα χρειάζονταν, τόσο πολλά όπλα καταστροφής, αλλά θα είχαν όσα χρειάζονταν ειρηνικά αγαθά και συνεπώς θα είχαν μια διαφορετική και ουσιαστική πρόοδο που θα πρόσφερε κοινωνική ισότητα, καθολική ευημερία και ευτυχία και πολιτισμό αντάξιο ελεύθερων και δημιουργικών ανθρώπων.

Μύθος πέμπτος: Υποστηρίζει ακόμα ότι η βίαιη και αυθαίρετη μετατροπή της κοινής προίκας των ανθρώπων σε άνισες ατομικές ιδιοκτησίες, που χωρίζει τις κοινωνίες σε έχοντες ιδιοκτησίες και κατέχοντες κοινωνικό πλούτο και σε μη έχοντες και μη κατέχοντες, λειτουργεί προς το συμφέρον των δεύτερων, γιατί οι έχοντες και κατέχοντες προσφέρουν εργασία στους μη έχοντες και μη κατέχοντες. Αποσιωπούν όμως ότι η εργασία, πότε ως δουλεία και πότε ως μισθωτή δουλειά που προσφέρουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και με τον τρόπο που την προσφέρουν, υποβαθμίζει τους εργαζόμενους σε υποζύγια, αλλά δίνει ζωή και αποφέρει κέρδη στην ιδιοκτησία τους, το ύψος των οποίων είναι ανάλογο του βαθμού της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων και του ποσοστού της ανεργίας των μη εχόντων και μη κατεχόντων, πράγμα που έχει μεταβάλλει την ανθρώπινη κοινωνία σε ζούγκλα, στη ζούγκλα της ατομικής ιδιοκτησίας.

Μύθος έκτος: Αποφεύγει, βέβαια, αυτή η θεωρία περί αναγκαιότητας και κοινωνικής χρησιμότητας της ιδιοκτησιακής ανισότητας να σκεφτεί ότι χωρίς τους εργαζόμενους οι ιδιοκτησίες των εξουσιαστών θα ήταν άχρηστες, όπως και οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους, κι αυτό επειδή η ατομική ιδιοκτησία ως μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος από τη στιγμή που οι εργαζόμενοι, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, αποφασίσουν να σταματήσουν να δουλεύουν για τα αφεντικά. Οι ατομικές ιδιοκτησίες, οι ατομικές, ταξικές και κρατικές εξουσίες ζουν με τον εφιάλτη της στιγμής που οι εργαζόμενοι θα καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν ότι αυτοί είναι η πραγματική δύναμη που κινεί την ιστορία, τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα προς την πρόοδο και θ’ αποφασίσουν να πάρουν από κοινού τις τύχες τους στα χέρια τους, καταργώντας τις ανθρωποκτόνες ιδιοκτησίες, τις αιματοβαμμένες εξουσίες και τις σκοταδιστικές ιδεολογίες που τους χωρίζουν, οικοδομώντας έναν εφικτό και αναγκαίο κόσμο της ισότιμης οικονομικής συνεργασίας και της κοινωνικής ισότητας.

Μύθος έβδομος: Τέλος, τάχα «ουδέτεροι επιστήμονες», κύρια υπαλληλοποιημένοι νομικοί, οικονομολόγοι αλλά και μεγάλοι επιχειρηματίες, υποστηρίζουν πως η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομίας και συνεπώς της κοινωνικής εξέλιξης. Το επιχείρημά τους είναι ότι χωρίς ατομική ιδιοκτησία, ιδιωτική επιχειρηματικότητα και παραγωγή για το κέρδος, κανένας δεν θα επένδυε, με αποτέλεσμα την έλλειψη αγαθών και δυνατοτήτων απασχόλησης. Η σημερινή πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται από τεράστια οικονομική ύφεση, από επενδυτική και οικονομική στασιμότητα με παράλληλη αύξηση της ανισοκατανομής του πλούτου υπέρ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, από γενικευμένη έλλειψη τροφίμων και άλλων αναγκαίων για την επιβίωση του 99% της ανθρωπότητας αγαθών, αποκαλύπτει το μέγεθος της αβασιμότητας αυτής της τελικά αντεπιστημονικής θεωρίας, καθώς και την υποκρισία αυτής της ιδεολογίας της νεοκλασικής οικονομικής σχολής και της αντιδραστικής δεξιάς νεοφιλελεύθερης πολιτικής πρότασης.

Αποκαλύπτει όμως και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικότερο, ότι ακόμα και σε συνθήκες καπιταλισμού οι επενδύσεις και οι θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται από τους λεγόμενους επενδυτές, οι οποίοι συνήθως λειτουργούν με «κίνητρα φοροαπαλλαγής» και κρατικές επιδοτήσεις, με αγύριστα θαλασσοδάνεια, υφαρπάζοντας τις λαϊκές αποταμιεύσεις, αλλά με την ενεργό ζήτηση των ατόμων και της εργαζόμενης κοινωνίας, όταν βέβαια αυτή μπορεί να είναι ενεργός, γιατί με τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική η ενεργός ζήτηση καθίσταται μερικά ενεργός ή ολότελα ανενεργός εξαιτίας της ανισοκατανομής του κοινωνικού πλούτου. Όταν η εργαζόμενη κοινωνία δεν διαθέτει εισόδημα για να καλύψει τις ανάγκες της, δηλαδή όταν δεν υπάρχει ενεργός ζήτηση, κανένας κερδοσκόπος δεν θα επενδύσει, με αποτέλεσμα την οικονομική ύφεση, την ανεργία, την πείνα, τη χειρότερη μορφή βίας, εκτός από εκείνους τους κρατικοδίαιτους «επιχειρηματίες» που παράγουν όπλα και υπηρεσίες για τη διατήρηση και την επέκταση της εξουσίας του κεφαλαίου. Σε συνθήκες κοινωνικά ελεγχόμενης οικονομίας, όπου οι ατομικές και συλλογικές υλικές και πνευματικές ανάγκες, και όχι το ατομικό κέρδος, υπαγορεύουν την οικονομική δραστηριότητα, φαινόμενα οικονομικής ύφεσης, κρίσης και έλλειψης αγαθών δεν θα έχουν λόγο να υπάρχουν, γιατί αυτά προκαλούνται από την ανισοκατανομή, από το κυνηγητό του κέρδους και από την αιτία τους, την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής.



Πάνω σ’ αυτή τη σκόπιμα δόλια αντίληψη για την πηγή και την αποστολή της ατομικής ιδιοκτησίας θεμελιώθηκε η πολιτική εξουσία, «ως δικαίωμα θέσπισης νόμων που προβλέπουν την ποινή του θανάτου και κατ’ επέκταση όλων των μικρότερων ποινών με στόχο τον διακανονισμό και την προφύλαξη της ιδιοκτησίας»,[17] με αποτέλεσμα όλα τα μέχρι σήμερα γνωστά εξουσιαστικά κοινωνικά συστήματα και τα αντίστοιχα κράτη να προσπαθούν, με κάθε μέσον και κύρια με τη βία των όπλων, να προφυλάξουν και να μεγαλώσουν τις ατομικές ιδιοκτησίες τους και τις κρατικές κατακτήσεις τους, μεγιστοποιώντας τον «ζωτικό τους χώρο» σε βάρος της ασφάλειας, της ελευθερίας και του ζωτικού χώρου, δηλαδή της ζωής, άλλων ανθρώπων και άλλων κοινωνιών. Έτσι γράφτηκε η ιστορία της ανθρωπότητας ως αθηναϊκός, μακεδονικός, ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός, ως χριστιανικές σταυροφορίες, ως οθωμανισμός και ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, ως φασισμός, σύγχρονος ιμπεριαλισμός, ως αμερικανισμός και ως νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και ο παγκόσμιος πλούτος να έχει συγκεντρωθεί στα χέρια του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, ρίχνοντας στην ανασφάλεια, την ανελευθερία και την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση το υπόλοιπο 99% της ανθρωπότητας.

Σύμφωνα με τη σύγχρονη νομική-εξουσιαστική αντίληψη, η ιδιοκτησία νοείται ως φυσικό ατομικό δικαίωμα απόλυτης κατοχής και ελεύθερης διάθεσης πραγμάτων, που προβλέπεται από ήδη υφιστάμενο νομικό θεσμό, από συγκεκριμένο και ρητό νόμο. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα μ’ αυτή την αντίληψη, το ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας προϋποθέτει την ύπαρξη του νομικού θεσμού που επιτρέπει, κατοχυρώνει και προστατεύει την ιδιοκτησία, και σε τελική ανάλυση προϋποθέτει την ύπαρξη θεσμοθετημένης κοινωνίας.[18] Πώς συμβαίνει όμως το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας να στερείται καθολικότητας με συνέπεια οι περισσότεροι άνθρωποι να στερούνται ατομικής ιδιοκτησίας ικανής να εξασφαλίζει τη ζωή τους παρά το γεγονός ότι ο νόμος τούς το επιτρέπει; Δηλαδή, γιατί το νομικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν εξασφαλίζει την ελεύθερη απόκτηση μιας ιδιοκτησιακής σχέσης για όλους τους κατοίκους του πλανήτη, αλλά επιβάλλει τη διαφύλαξη[19] μιας ήδη αυθαίρετα και βίαια υφιστάμενης ιδιοκτησιακής σχέσης σχετικά ελάχιστων ιδιοκτητών; Αν όμως το «ατομικό δικαίωμα ιδιοκτησίας» αναφέρεται σε ήδη υφιστάμενη, δηλαδή σε πραγματική, σχέση κατοχής, που δεν αποκτήθηκε με κοινωνική συναίνεση και εξαιτίας του νόμου αλλά με βάση το αυθαίρετο δίκαιο του ισχυρότερου, δηλαδή με τη βία των «θεών», των όπλων, των νόμων και του πλούτου, τότε το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο νόμος έκανε το δικαίωμα ή η αυθαίρετη και βίαιη κατοχή έκανε το νόμο;

Παράλληλα, προκύπτει το ερώτημα της σχέσης μεταξύ ατομικής ιδιοκτησίας και πλούτου με την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του πολίτη. Δηλαδή έχουν τους ίδιους βαθμούς ελευθερίας και τυγχάνουν του ίδιου σεβασμού οι πολίτες που δεν διαθέτουν ατομική ιδιοκτησία που αποδίδει πλούτο, λ.χ., μ’ εκείνους τους πλούσιους και μεγιστάνες που η ατομική τους ιδιοκτησία τούς αποφέρει συνολικό ατομικό πλούτο μεγαλύτερο από τον πλούτο των περισσότερων χωρών του πλανήτη;[20] Από αυτά τα ερωτήματα που προκαλεί η οικονομική και κοινωνική ανισότητα διαμορφώθηκε η κοινωνική απαίτηση σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση οι έχοντες και κατέχοντες περισσότερα από τα αναγκαία για τη συντήρηση και την ελευθερία τους στερούν από τους άλλους συνανθρώπους τους όχι απλά το δικαίωμα στη συντήρηση και στην ελευθερία τους, αλλά ακόμα και αυτό το δικαίωμα της επιβίωσης. Με αυτό το συλλογισμό η ατομική ιδιοκτησία παύει να είναι προσωπική υπόθεση του υποκειμένου της και γίνεται, ως κοινωνικός θεσμός πια, υπόθεση της κοινωνίας και αποκτά κοινωνική διάσταση υπέρτερης σημασίας από αυτήν της υποκειμενικής. Είναι όμως η κοινωνία σε θέση να επιβάλει τη θέλησή της, δηλαδή το γενικό συμφέρον πάνω στο ατομικό και ταξικό συμφέρον των μεγαλοϊδιοκτητών;

Η αναζήτηση απαντήσεων για όλα αυτά τα ερωτήματα μας αναγκάζει να ανατρέξουμε στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την πορεία των επιμέρους κοινωνιών. Αυτή η αναζήτηση αναπόφευκτα θα μας αποκαλύψει την καταγωγή, την εξέλιξη και τις συνέπειες της ατομικής ιδιοκτησίας για τον άνθρωπο, την κοινωνία του και τον πολιτισμό του. Αυτό πάντως που οφείλουμε να πάρουμε ως ιστορικά δεδομένο είναι ότι:

1. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει πως η ισοκατανομή των αγαθών, ανάλογα με τις ανάγκες, υπήρξε και συνεχίζει να είναι η οικουμενικότερη μορφή ανθρώπινης οικονομικής συμπεριφοράς, πράγμα που σημαίνει πως η ελευθερία και η κοινωνική συνοχή εξαρτώνται αποκλειστικά από την οικονομική και κοινωνική ισότητα μεταξύ των μελών κάθε κοινωνίας. Η ανθρωπολογική επιστήμη διδάσκει πως η απειλή της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, κατά συνέπεια και της διχόνοιας, συνιστά για τους ανθρώπους μεγαλύτερο κίνδυνο από την απειλή της πείνας, γιατί η ισότητα στη συγκυριακή έλλειψη αγαθών ενισχύει την κοινωνική συνοχή, ενώ η ανισοκατανομή-ανισότητα ακόμα και σε συνθήκες αφθονίας αγαθών υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και το κοινό συμφέρον.

2. Ενώ η γλώσσα, οι επιστήμες και ο ανθρώπινος πολιτισμός ενώνουν και αποτελούν επιτεύγματα ομαλής και γόνιμης συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων, δηλαδή εντός ανθρώπινων συλλογικοτήτων-κοινωνιών και όχι μεμονωμένων και έξω από αυτές τις συλλογικότητες ατόμων, αντίθετα η ατομική ιδιοκτησία διασπά τις κοινωνίες και προκαλεί τεράστιες ανισότητες, επειδή ακριβώς αποτελεί προϊόν βίαιων, ατομικών και ταξικών αντικοινωνικών εξελίξεων ερήμην και σε βάρος των κοινωνιών, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή.

3. Όπως η άμεσα ή έμμεσα βίαιη περίφραξη και η ιδιωτικοποίηση της γης και η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής παραβιάζει ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα, έτσι και η περίφραξή της επιστήμης, της πληροφορίας και της γνώσης με συστήματα και νόμους «προστασίας» της δήθεν ατομικής πνευματικής ιδιοκτησίας παραβιάζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της διαδικασίας απόκτησης, παραγωγής και αναπαραγωγής της Γνώσης. Κι αυτό, γιατί η Γνώση δεν προκύπτει από παρθενογένεση, αλλά από επίπονη και επίμονη διαχρονική ατομική-συλλογική προσπάθεια όλων των προγενέστερων γενεών της ανθρωπότητας, πάνω στον πνευματικό πλούτο των οποίων ακουμπούν, ερευνούν, στοχάζονται και δημιουργούν οι κάθε φορά επόμενες γενιές, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ και κανένας εκτός κοινωνίας και χωρίς επικοινωνία με αυτόν τον πλούτο-κληρονομιά ολόκληρης της ανθρωπότητας δεν κατάφερε να δημιουργήσει κάτι αξιόλογο και σημαντικό. Είναι το συλλογικό υποκείμενο των διαχρονικών δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που δημιουργεί γνώση και επιστήμες για την ειρήνευση, σε αντίθεση με την αυθαίρετη ιδιωτικοποίησή τους, η οποία τραυματίζει θανάσιμα την κοινωνική συνοχή και προκαλεί βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ανισότητες και καταστροφές. Αντίθετα, η ελεύθερη διακίνηση, δηλαδή η κοινοκτημοσύνη της γνώσης, συμβάλλει στη διαμόρφωση γόνιμων συνθηκών πνευματικής ανάτασης και ισότητας και μακροπρόθεσμα δημιουργεί οικονομική και κοινωνική πρόοδο με κατεύθυνση την οικουμενική ευτυχία και με μέσο την οικονομική και την κοινωνική ισότητα.

4. Η σχέση των κοινωνιών και των ανθρώπων με τη Φύση, με το έδαφος, καθώς, το υπέδαφος, τους ωκεανούς, την ατμόσφαιρα και το διάστημα και με κάθε υλικό ή/και πνευματικό μέσο και τρόπο που παράγει πλούτο (που ιστορικά καταγράφεται πότε ως ακτημοσύνη-οικειοποίηση, πότε ως κοινοκτημοσύνη, πότε ως «θεοκτησία», πότε ως ατομική ιδιοκτησία και πότε ως καθολική ατομική ακτησία, δηλαδή ως καθολική και απόλυτη κοινοκτημοσύνη) αποτελεί το κύριο αίτιο της αρχιτεκτονικής της ταξικής συγκρότησης των κοινωνιών, όπως αυτή διαμορφώνεται από την σολώνεια νομοθεσία με την πατριαρχική de jure ατομική ιδιοκτησία και κατά τη διάρκεια των διαδοχικών περιόδων της εξέλιξης της ανθρωπότητας, γεγονός που δεν αφήνει περιθώρια για αυθαίρετες αναλύσεις και ιδεολογήματα.

5. Το υποκείμενο της ιστορίας είναι η κοινωνία και όχι η οικονομία, πράγμα που σημαίνει ότι το πρωταρχικό δεν είναι η οικονομία, αλλά η κοινωνία, για λογαριασμό της οποίας οργανώνεται κάθε μορφής οικονομική δραστηριότητα. Η βίαιη, ιδιοτελής, παράνομη και σφετεριστική απόσπαση της οικονομίας από τον κοινωνικό έλεγχο και η αυτονόμησή της απέναντι και σε βάρος της κοινωνίας κατέληξε στο φαινόμενο του οικονομισμού, δηλαδή του οικονομικού φασισμού, σύμφωνα με τον οποίο σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας με τη μορφή της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας δεν είναι η ορθολογική, ισόμερη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη,[21] αλλά η μεγέθυνση[22] της παραγωγής με αποκλειστικό σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους των επιχειρηματιών. Όμως αυτό το οικονομικό μοντέλο αποδείχτηκε ανίκανο να εξασφαλίσει τροφή, ίσες ευκαιρίες, ασφάλεια και ελευθερία για όλους τους ανθρώπους και για τις κοινωνίες τους, εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι σχεδιασμένο να παράγει πλούτο για τους λίγους και δυστυχία για τους πολλούς, πράγμα που το καθιστά επικίνδυνο για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του.

6. Η διάπλαση του νομικού οικοδομήματος οφείλει να εδράζεται στη φύση των πραγμάτων και όχι στην υποκειμενική και αυθαίρετη βούληση του νομοθέτη που παράγει ανισότητες και κοινωνικές συγκρούσεις. Και τούτο διότι σε περίπτωση σύγκρουσης του ιδιοτελούς γραπτού δικαίου με το από τη φύση των πραγμάτων, από τη Λογική των αιώνων και από την πείρα των αγώνων παραγόμενο δίκαιο, η σύγκρουση αίρεται μόνο με την τελική επικράτηση του δευτέρου, καθόσον ο νόμος δεν μπορεί να επιβάλει στο διηνεκές παράνομες και παράλογες λειτουργίες. Η φύση των πραγμάτων δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτική μέθοδο, αλλά και ουσιαστική πηγή του δικαίου. Πολλές φορές, παράλογα και σκόπιμα, υποτιμάται η δύναμη της ζωντανής κοινωνικής πραγματικότητας για λογαριασμό της ιδιωτικής-ταξικής οικονομικής οργάνωσης και τάξης, με τα γνωστά οδυνηρά αποτελέσματα.[23]

Η φιλελεύθερη ιδεολογία, όπως αυτή θεμελιώθηκε από τους Τόμας Χομπς,[24] Τζέιμς Χάρινγκτον,[25] Τζον Λοκ και άλλους, υποστηρίζει ότι «η ατομική ιδιοκτησία είναι το δημιούργημα της προσωπικής εργασίας των ανθρώπων που είναι ιδιοκτήτες του εαυτού τους». Σύμφωνα, βέβαια, με αυτή την αντίληψη, η γη δεν μπορεί να αποτελέσει ατομική ιδιοκτησία κανενός ανθρώπου, γιατί δεν είναι δικό του δημιούργημα, αφού προϋπήρχε των σφετεριστών της και θα συνεχίσει να υπάρχει κα μετά από αυτούς. Ούτε μπορούν να δικαιολογήσουν το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη οι όποιες βελτιώσεις για την αύξηση της αποδοτικότητάς της, αφενός γιατί αυτή η απόκτησή της συνοδεύτηκε με γενοκτονίες αυτόχθονων πληθυσμών και αφετέρου γιατί η «βελτίωση» της ιδιόκτητης γης γίνεται για τη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού οφέλους, προκαλώντας κοινωνικές ανισότητες, αλλά και επειδή σε πολλές περιπτώσεις την καθιστά σταδιακά παραγωγικά νεκρή. Και πέραν τούτων, άλλο πράγμα είναι το δικαίωμα της εκάστοτε κοινότητας πάνω στα προϊόντα από την καλλιέργεια της κοινόκτητης γης, που ίσχυε σε όλη την προϊστορία της ανθρωπότητας μέχρι την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, και άλλο η ατομική ιδιοκτησία της ίδιας της γης.

Μπορεί η συντηρητική αντίληψη να ήταν απότοκος της ιστορικής συγκυρίας που σηματοδοτούσε την απελευθέρωση της ιδιοκτησίας από τη θεοκρατική, μοναρχική, φεουδαρχική εκδοχή της με σκοπό την πλήρη αποκατάστασή της ως απόλυτα ατομική ιδιοκτησία. Μπορεί ακόμα και το σύνθημα της αστικής αγροτικής μεταρρύθμισης, «η γη στους καλλιεργητές της», να εννοηθεί και ως απόπειρα δημιουργίας ψευδαίσθησης ελευθερίας στους απελεύθερους δουλοπάροικους που υποτίθεται ότι θα αποκτούσαν την αντικειμενικά περιορισμένη ελευθερία, αυτή του, από το κεφάλαιο, άγρια εκμεταλλευόμενου μικροκαλλιεργητή, ή του μισθωτού δούλου του καπιταλιστή εργοδότη τους.

Δεν μπορούμε όμως να παραγνωρίσουμε ότι αυτή η αντίληψη αποξενώνει βίαια τους ανθρώπους από τη σχέση τους με τη Φύση, με την κοινότητά τους και με την Εαυτότητά τους, μια σχέση που δεν διαμορφώνεται με φυσικούς αλλά με αυστηρά βίαιους εξουσιαστικούς, είτε με καθολικά αποδεκτούς κοινωνικούς και ιστορικούς όρους. Γι’ αυτό οφείλουμε να κατανοήσουμε με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο οι αιχμάλωτοι, οι δούλοι, οι κολλήγοι και οι μισθωτοί εργαζόμενοι έπαψαν να είναι ιδιοκτήτες του εαυτού τους και γι’ αυτό ο δικός τους μόχθος δεν γίνεται δική τους ατομική ιδιοκτησία αλλά των εξουσιαστών τους και δικό τους σισύφειο άγος. Και φυσικά οφείλουμε να διευκρινίσουμε τι σημαίνει ιδιοκτησία του εαυτού ενός μέλους που είναι γέννημα-θρέμμα και δημιούργημα μιας οικογένειας, μιας συλλογικότητας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας, γιατί, όπως είναι γνωστό, οι άνθρωποι δεν φυτρώνουν στα χωράφια την άνοιξη και δεν μεγαλώνουν από μόνοι τους, χωρίς το τάισμα και το γάλα της μάνας, όπως τα φυτά. Τέλος, θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί το παιδί κάποιου ο οποίος έκλεψε ή κληρονόμησε κλεμμένη ιδιοκτησία ή έστω δούλεψε σκληρά σε όλη του τη ζωή θα πρέπει να κληρονομήσει μια περιουσία που δεν του ανήκει και δεν του αξίζει, αφού το ίδιο δεν δούλεψε ποτέ για να την αποκτήσει, κι επιπλέον το καθιστά κυρίαρχο πάνω σε ανθρώπους που με την εργασία τους δημιούργησαν τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία-περιουσία.

Να θυμίσουμε μόνο ότι κατά την περίοδο της φεουδαρχίας η γη «ανήκε στο θεό», με διαχειριστή, διά βασιλικού διατάγματος, τον ίδιο τον εκάστοτε βασιλιά, και δεν ανήκε στους κολλήγους καλλιεργητές της, αλλά οι κολλήγοι, ως υπήκοοι του βασιλιά και δουλοπάροικοι, «ανήκαν» στη γη, ως αναπόσπαστο περιουσιακό στοιχείο τής, για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος, εκχωρημένης από το βασιλιά, γης του αφεντικού τους.

Οι θεμελιωτές και οι απολογητές της φιλελεύθερης ιδεολογίας όφειλαν και οφείλουν ακόμα να δικαιολογήσουν πώς μπορεί κάποιος να καταστήσει ατομική του ιδιοκτησία τη γη, το φυσικό πλούτο, τα ποτάμια, τα δάση, τα ζώα και γενικά τη Φύση-Βιόσφαιρα, που όχι μόνο δεν τα δημιούργησε αλλά τον δημιούργησαν. Και με ποια λογική μπορεί να σκεφτεί κανείς πως αποτελεί ατομική ιδιοκτησία του κάποιο κομμάτι της κοινής γης, επειδή αυθαίρετα και με τη βία το απέσπασε από τη δικαιοδοσία της κοινότητας ή ακόμα και της ανθρωπότητας ολόκληρης και το έφραξε, το καλλιέργησε και το πότισε, για να πάρει τους καρπούς και να ζήσει μόνος του αδιαφορώντας για την τύχη των άλλων; Εκτός και αν δεχτούμε πως η βίαιη κατάκτηση ανθρώπων και εδαφών αποτελεί «εργασία» δημιουργίας ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως οι κατακτητές και καταπατητές ως άτομα, τάξη και κράτος δεν ανήκουν στους εαυτούς τους, στις οικογένειες και στις κοινωνίες που τους ανάθρεψαν, αλλά σε κάποια απάνθρωπη και εξώκοσμη συμμορία, οπότε καταπέφτει ολόκληρος ο συλλογισμός τους περί ατομικότητας και εαυτοϊδιοκτησίας. Έχει όμως παρατηρηθεί ότι όπου και όσο αναπτύσσεται η αίσθηση της εγγύτητας, της ενότητας, της κοινότητας, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της αυτοπεποίθησης και της αμοιβαίας αναγνώρισης, τόσο συνειδητοποιούμε ότι όσα προκύπτουν από τον ατομικό και συλλογικό μόχθο μας δεν μας ανήκουν αποκλειστικά και ότι αυτά που φτιάχνουμε δεν είναι ατομικά δικά μας αλλά κοινό δημιούργημα, με τελική συνέπεια τη σταδιακή μείωση της τεχνητής και εξωγενούς ανάγκης μας «να κατέχουμε».

Ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, επικαλούμενος «τη λογική των λαών και των αιώνων», αποφαίνεται απερίφραστα ότι «η ιδιοκτησία δεν υπάρχει από μόνη της. Για να δημιουργηθεί, για να ενεργήσει έχει ανάγκη από μια ξένη αιτία. Αυτή η αιτία είναι η βία και ο δόλος»[26] και κατά συνέπεια «η ιδιοκτησία είναι κλεψιά».[27] Αναφορικά με την έννοια του «θεού», παρατηρεί ότι αυτός είναι δημιούργημα της εξουσίας, η οποία «αφού τον έπλασε κατ’ εικόνα της θέλησε και να τον ιδιοποιηθεί και τον μεταχειρίστηκε σαν κληρονομιά της: ο θεός αναπαραστημένος με τερατώδεις μορφές έγινε παντού ιδιοκτησία της εξουσίας και του κράτους»,[28] και με αυτόν τον τρόπο ο «θεός», ως φετίχ της εξουσίας, έγινε προστάτης της ιδιοκτησίας των πλουσίων και διώκτης όσων θυμάτων της εξουσίας, της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, την αμφισβητούν. Ο Δαρβίνος, αναφερόμενος σε άγριες φυλές στις οποίες η ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε ούτε καν ως έννοια, μας πληροφορεί ότι: «Δεν έχουμε τίποτα που να μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος ήταν από την αρχή “προικισμένος” με την εξευγενιστική πίστη στην ύπαρξη ενός παντοδύναμου θεού. Διαθέτουμε, αντίθετα, ένα σωρό μαρτυρίες, όχι από περαστικούς ταξιδιώτες, αλλά από ανθρώπους που έχουν ζήσει πολύ καιρό με τους άγριους, απ’ όπου προκύπτει ότι υπήρξε και υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός αριθμός από άγριες φυλές οι οποίες δεν πιστεύουν ούτε σε έναν ούτε σε περισσότερους θεούς και οι οποίες δεν έχουν στη γλώσσα τους λέξη για να εκφράσουν την έννοια του θεού»,[29] πράγμα που επιβεβαιώνει πως η εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας και συνακόλουθα και της ατομικής και κρατικής εξουσίας προκάλεσαν τη δημιουργία των μύθων περί «αθάνατης ψυχής», περί θεού και των θρησκειών. Στο προηγούμενο βιβλίο μου, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, αναλύεται διεξοδικά η προέλευση και ο σκοπός του θρησκευτικού μύθου περί «θεού δημιουργού» και αποδείχνεται η σχέση μεταξύ υποτιθέμενης «αθάνατης ψυχής» ως το φετίχ της «ιερής ατομικής ιδιοκτησίας» με το «θεό δημιουργό» ως φετίχ της καταστροφικής εξουσίας, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «“θεός δημιουργός” δεν υπάρχει, γιατί σύμφωνα με την επιστήμη δεν μπορεί και σύμφωνα με τη Λογική δεν χρειάζεται να υπάρχει, υπάρχει όμως ως σκιάχτρο και εσκεμμένη απάτη της εκάστοτε εξουσίας και ως εξωγενής αυταπάτη πολλών εξουσιαζόμενων που εκδηλώνεται ως καταστροφική δύναμη, ως ένας “θεός” καταστροφέας και απάνθρωπος, που κατασκευάστηκε ως μύθος και ιδεολόγημα από τα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία, για να κρύβει την αποκρουστικότητα και να προστατεύει την καταστροφικότητα της πραγματικής εξουσίας που πηγάζει από την ατομική ιδιοκτησία».

«Η ιδιοκτησία», συνεχίζει ο Προυντόν, εννοώντας φυσικά την ατομική ιδιοκτησία, «και η κοινωνία είναι πράγματα που απεχθάνονται το ένα το άλλο. Πρέπει να υποκύψει η κοινωνία ή να σκοτώσει την (ατομική) ιδιοκτησία».[30] «Αν όμως», υποστηρίζει ο Τσαρλς Αϊζενστάιν, «η ιδιοκτησία είναι ληστεία, τότε ένα νομικό σύστημα που έχει αφιερωθεί στην προστασία των δικαιωμάτων της ιδιωτικής περιουσίας είναι ένα σύστημα που διαιωνίζει ένα έγκλημα. Με το να κάνουμε την ιδιοκτησία ιερή και απαραβίαστη επικυρώνουμε την αρχική κλοπή. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, μιας που οι νόμοι φτιάχτηκαν από τους ίδιους τους κλέφτες για να νομιμοποιήσουν τα παράνομα κέρδη τους. Αυτή ήταν πραγματικά η περίπτωση: στη Ρώμη και αλλού, ήταν οι πλούσιοι και οι ισχυροί μαζί που άρπαξαν τη γη και έφτιαξαν τους νόμους».[31] Για να γίνει αποδεκτή ως «ιερή» η ατομική ιδιοκτησία, οι σφετεριστές κατασκεύασαν «ιερούς νόμους» που αποϊεροποιούν το δίκαιο και το ηθικό χάριν του «νόμιμου», αν και είναι γνωστό ότι «ο νόμος δεν καθιστά στο παραμικρό τους ανθρώπους δικαιότερους, αντίθετα μάλιστα, εξαιτίας του σεβασμού προς τον νόμο, ακόμα και καλοπροαίρετοι άνθρωποι καταντούν καθημερινά συντελεστές αδικίας. […] Οι μάζες των ανθρώπων που υπηρετούν με αυτόν τον τρόπο την πολιτεία, δεν την υπηρετούν ως άνθρωποι, αλλά ως μηχανές, μόνο με τα κορμιά τους. Αυτοί αποτελούν τον μόνιμο στρατό, την εθνοφρουρά, τους δεσμοφύλακες, τους χωροφύλακες, τα (εκτελεστικά) αποσπάσματα».[32]

Άλλοι πάλι θεωρούν την ατομική ιδιοκτησία προϊόν της ανθρώπινης φύσης, σαν να πρόκειται για ένα δεδομένο και σταθερό μέγεθος και όχι επίκτητο[33] ή/και κάποιας υποτιθέμενης ψυχολογικής ανάγκης, αναφερόμενοι συχνά στην υποτιθέμενη τάση των μικρών παιδιών να παίρνουν πράγματα, παραγνωρίζοντας ότι: Τα μικρά παιδιά πιστεύουν πως μπορούν να έχουν οτιδήποτε τους προκαλεί την περιέργεια, αυτή την κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα που μας ξεχώρισε από τα ζώα, προφανώς γιατί τα θεωρούν όλα κοινά κι επιθυμούν να τα αγγίξουν, να τα περιεργαστούν για να μάθουν, κι όταν πάρουν τις πρώτες πληροφορίες που μπορούν να επεξεργαστούν, τότε τα παρατάνε για την «επόμενη εξερεύνηση», κρατώντας ενδεχόμενα κάτι μικρό προσωπικό για συντροφιά και όχι ως κτήμα τους, κι αυτό γιατί δεν έχουν ακόμα εκπαιδευτεί στην επικρατούσα λογική «το δικό μου δεν είναι δικό σου».[34] Παραπέρα τα μικρά παιδιά, αν και έχουν κάποια αντίληψη για τα πράγματα του περιβάλλοντός τους που υποτίθεται ότι τους ανήκουν, συνήθως απορούν για τη μονιμότητα της κατοχής, γι’ αυτό και χαρίζουν, ανταλλάσσουν και μοιράζονται πράγματα, όπως και θεωρούν αυτονόητο ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν πράγματα των μεγαλύτερων αδελφών τους ή και των γονιών τους. Αν λοιπόν είναι κάτι η αυθεντική, η ανεπιτήδευτη, η πραγματική ανθρώπινη φύση και κατ’ επέκταση η «ανθρώπινη ψυχολογία», τότε είναι αυτή ακριβώς η αθώα αίσθηση των κοινών αγαθών, που ανήκουν σε όλους μας χωρίς ανταλλάγματα και τιμωρίες. Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο που περιγράφουν όσοι από άγνοια ή από σκοπιμότητα θέλουν να φορτώσουν την εγκληματική φύση του οικονομικοκοινωνικού συστήματος της κοινωνικής ανισότητας, της ατομικής ιδιοκτησίας, της ιδιωτικής και κρατικής εξουσίας στις αθώες υπάρξεις που φέρνουμε στον κόσμο, ή, ακόμα χειρότερα, να το φορτώνουν στην ασύνειδη Φύση-Βιόσφαιρα και στη διαδικασία που καταλήγει στο θαύμα της ζωής και ιδιαίτερα στο ανθρώπινο όν.

Πολλοί μάλιστα από αυτούς που θέλουν να δικαιολογήσουν την κλεπτοκρατική φύση του καπιταλισμού, αναφέρονται συχνά σε περιστατικά παιδιών που κλέβουν παιχνίδια άλλων παιδιών ή κάτι άλλο που δεν το έχουν ή το έχουν, αλλά θέλουν να αποκτήσουν ένα ακόμα. Σ’ αυτή την περίπτωση αποσιωπούν ή δεν γνωρίζουν τις εμπειρίες των εκπαιδευτικών και τα συμπεράσματα των ειδικών παιδαγωγικών επιστημών, ότι η παιδική κλοπή μπορεί να οφείλεται στην επιδίωξη μιας αθώας περιπέτειας για αυτοεπιβεβαίωση, ότι μπορούν να μιμούνται και να κάνουν ό,τι κάνουν και οι μεγάλοι ή, το συνηθέστερο και πιθανότερο, επειδή τα παιδιά αυτά είναι νευρωτικά, γιατί δεν παίρνουν αρκετή αγάπη και αναγνώριση από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον τους και γιατί ζουν σε συνθήκες με πολλές, παράλογες και αυστηρές απαγορεύσεις.[35] Άλλωστε η λεγόμενη «ψυχολογική ανάγκη», κατά τους ειδικούς και ιδιαίτερα κατά τον θεμελιωτή της επιστήμης της ψυχολογίας, τον Φρόυντ,[36] αποτελεί απώθηση κάποιου φόβου, κάποιας ανασφάλειας ή μιας ανικανοποίητης ανάγκης ή επιθυμίας ή υπερβολικών απαγορεύσεων, οπότε δεν έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, αλλά με τη φύση του συστήματος και γενικότερα με την κοινωνία και τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε, οι οποίες και μας διαμορφώνουν.

Αν λοιπόν οι κοινωνίες συνέχιζαν να είναι, όπως για εκατομμύρια χρόνια ήταν, οργανωμένες στη βάση της ισοκτησίας, με την έννοια της ισότιμης συμμετοχής στα κοινά και της χωρίς εξαίρεση ισοκατανομής των αγαθών στα μέλη της κοινότητας, ανάλογα με τις ανάγκες τους βεβαίως, τότε για ποιο λόγο θα επιχειρούσε κανείς να έρθει σε αντίθεση με όλους τους άλλους συμπολίτες του, με κίνδυνο να αποκλειστεί απ’ αυτήν; Κι αν αυτό θα το επιχειρούσαν κάποιοι, θα ήταν ψυχολογικό ή ψυχοπαθολογικό το πρόβλημα; Ένα πρόβλημα που γίνεται επαγγελματική διαστροφή, όπως συμβαίνει με όλους σχεδόν τους καταπατητές και φοροφυγάδες επιχειρηματίες, που για να κλέψουν την υπερεργασία-υπεραξία των εργαζομένων τους, τους καταπιέζουν να δουλεύουν περισσότερο και να δέχονται μικρότερες αποδοχές. Αυτό συμβαίνει άλλωστε και με πολλούς πλούσιους «κυρίους» και «καθωσπρέπει κυρίες» που, ενώ έχουν τα πάντα, καταφεύγουν συχνά στην εξάσκηση της κλεπτομανιακής τους ταξικής νοσηρότητας, το ξεπέρασμα της οποίας προϋποθέτει μια «υγιή κοινωνία»,[37] η οποία στον 21ο αιώνα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία και εφικτή.

Και επειδή όλοι γνωρίζουμε πως η ανισοκατανομή του πλούτου οφείλεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι, αφού έτσι κι αλλιώς η εργαζόμενη κοινωνία κινεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την οικονομία, γιατί θα πρέπει οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να την αφήνουν στα χέρια των διαπλεκόμενων συμμοριών; Στην οικονομική ιστορία υπάρχουν πολλά επιτυχημένα οικονομικά μοντέλα αυτοδιαχειριστικής συλλογικής, συνεταιριστικής και κοινωνικής επιχειρηματικότητας, που κατάφεραν

· σε τοπικό επίπεδο, όπως λ.χ. η αμεσοδημοκρατική κοινότητα της Μαριναλέντας της Ανδαλουσίας,[38]

· σε περιφερειακό επίπεδο, όπως το αγροτοβιομηχανικό συγκρότημα Μοντραγκόν της χώρας των Βάσκων,[39] ακόμα και

· στο ηπειρωτικό επίπεδο της Λατινικής Αμερικής, η οποία μέσω της κατάληψης των χρεοκοπημένων καπιταλιστικών εργοστασίων και της εργατικής αυτοδιαχείρισής τους πορεύεται το δύσκολο δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης,[40]

να εξασφαλίσουν σημαντικό βαθμό αυτάρκειας σε τρόφιμα και διαρκή καταναλωτικά αγαθά, υψηλή μέχρι και πλήρη δημιουργική απασχόληση του ανθρώπινου δυναμικού, θεαματική ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλεγγύης, της κοινωνικής συνοχής και του βιοτικού επιπέδου και βελτίωση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και Φύσης.

Καταλήγοντας μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η επιδίωξη απόκτησης ατομικής ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως πρόβλημα κοινωνικής ανωμαλίας και θεσμικής βίας, ως αναγκαστική αντίδραση απέναντι σε μια κοινωνία που δεν προσφέρει ασφάλεια, τροφή, στέγη, προστασία, έμπνευση, δημιουργικότητα και υπερηφάνεια σε όλα τα μέλη της, οπότε «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Η ατομική ιδιοκτησία, ως εργαλείο εξουσίας απέναντι στους συνανθρώπους μας, γίνεται μια εξουσιαστική κοινωνική σχέση που καταστρέφει την αλληλεγγύη, τον αλτρουισμό, την αμοιβαιότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό, ευνοεί την ανάπτυξη του ατομισμού, με την έννοια του αντικοινωνικού εγωισμού, και πυροδοτεί ανταγωνισμούς και καταστροφικούς πολέμους. Κοινωνικό είναι, σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα της επιδίωξης απόκτησης ατομικής ιδιοκτησίας που ριζώνει στο αίσθημα ανασφάλειας που προκαλεί η κραυγαλέα ανισοκατανομή της ατομικής ιδιοκτησίας, του πλούτου και των ευκαιριών και ως κοινωνικό μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με την αλλαγή της φιλοσοφίας, της αρχιτεκτονικής, της δομής και της λειτουργίας της κοινωνίας, η οποία οφείλει να εξασφαλίζει χωρίς διακρίσεις σε όλα τα μέλη της τους ίδιους όρους ύπαρξης, ασφάλειας, εξέλιξης και ευτυχίας, πράγμα ασυμβίβαστο με την ατομική ιδιοκτησία, η οποία υπονομεύει την πρόοδο προς την κοινωνική ισότητα, που ήταν[41] και παραμένει κεντρικό διαχρονικό αίτημα από την εμφάνιση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης μέχρι σήμερα.

Αναφορικά με τις συνέπειες της ατομικής ιδιοκτησίας, χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, που θεωρεί πως «η εγκαθίδρυση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η αρχή όλων των κοινωνικών κακών και η κύρια αιτία της ολέθριας πορείας της ανθρωπότητας […] ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία του ανθρώπου προς τη δουλεία».[42] Το γεγονός πως ο ίδιος στο έργο του Λόγος περί Πολιτικής Οικονομίας ορίζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας ως «το πιο ιερό από όλα τα δικαιώματα των πολιτών και κατά μία άποψη σημαντικότερο από την ίδια την ελευθερία, […] επειδή η ιδιοκτησία αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο της αστικής κοινωνίας και τον πραγματικό εγγυητή των δεσμεύσεων των πολιτών»,[43] δεν αναιρεί τη σημασία της θέσης του για τις καταστροφικές συνέπειες της ατομικής ιδιοκτησίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι στο συγκεκριμένο έργο αναφερόταν κύρια στην αστική οικονομία και κοινωνία και στις αντιλήψεις των θεωρητικών θεμελιωτών της. Με κάποιους μάλιστα από αυτούς, όπως ο Χομπς και ο Γκρότιους,[44] ο Ρουσσώ έρχεται σε μετωπική σύγκρουση, αντικρούοντας τη θέση τους ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι «φυσικός νόμος».[45] Ο σκοπός του κοινωνικού συστήματος, υποστηρίζει ο Ρουσσώ, δεν είναι να καταστρέψει τη «φυσική ισότητα», αλλά να τη συμπληρώσει με την οικονομική, την κοινωνική και την ηθική ισότητα, η οποία θα καθιστά όλους τους ανθρώπους ελεύθερους και ισότιμους, ακόμη κι αν αυτοί είναι διαφορετικοί και «άνισοι ως προς τη φυσική ισχύ και ευφυΐα», καταλήγοντας στην παραίνεση πως η ανθρωπότητα «δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψει το ανθρώπινο γένος να ανήκει σε καμιά εκατοστή ανθρώπους αντί αυτοί οι εκατό να ανήκουν στο ανθρώπινο γένος».[46]

Επανερχόμενοι στον Προυντόν και παραφράζοντάς τον λίγο, θα μπορούσαμε να κάνουμε τον παρακάτω λογικό συλλογισμό: «Είναι σωστό και δίκαιο οι άνθρωποι που γεννιούνται ίσοι να παραμένουν ίσοι. Ό,τι είναι δίκαιο, για πολύ σπουδαιότερο λόγο είναι και ωφέλιμο, ό,τι είναι ωφέλιμο, για πολύ σπουδαιότερο λόγο είναι και αληθινό, συνεπώς ό,τι είναι αληθινό και δίκαιο, όπως η ισότητα, για πολύ σπουδαιότερο λόγο είναι αναγκαίο και εφικτό».[47]

Μπροστά σ’ αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα της ατομικής ιδιοκτησίας ορθώνεται διαχρονικά ολόκληρη η εργαζόμενη ανθρωπότητα, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, και διεκδικούν μια άλλη σχέση των ανθρώπων, των κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά με τη Φύση, το έδαφος, την παραγωγή και διανομή των αγαθών, με τον παγκόσμιο κοινωνικό πλούτο. Διεκδικούν μια τέτοια σχέση που κανένας άνθρωπος να μη στερείται του αναγκαίου για την απρόσκοπτη φυσική και πνευματική του ανάπτυξη ζωτικού χώρου και συνεπώς κανένας να μην μπορεί να διευρύνει το δικό του ζωτικό χώρο σε βάρος του ζωτικού χώρου του όποιου συνανθρώπου ή και εκατομμυρίων συνανθρώπων του. Αυτός είναι και ο λόγος που μετά την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό άρχισε, στα ευρωπαϊκά κυρίως συντάγματα, να αμφισβητείται η απολυτότητα και να σχετικοποιείται το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας υποτασσόμενο σε κάποιο αόριστα διατυπωμένο «γενικό συμφέρον», το οποίο συνήθως παραγνωρίζεται μπροστά στο αυστηρά οριζόμενο και πολιτικά ισχυρότερο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας.

Καταλήγοντας μπορούμε να ορίσουμε την ατομική ιδιοκτησία ως άμεση ή έμμεση βίαιη απόσπαση, κατοχή και ιδιοποίηση αξίας που ανήκει σε όλους, με πολλαπλασιαστικές σε γεωμετρική κλίμακα αντικοινωνικές συνέπειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια :