Δημήτριος ο Πολιορκητής: Η μάχη της Αθήνας 307 π.Χ.



Ο Δημήτριος, ο οποίος ήταν τότε 29 ετών, είχε μεγαλοπρεπή εμφάνιση, εξαιρετικά προσόντα ηγέτη και ήταν άριστος μηχανικός και ναυτικός. Το σχέδιο του Δημητρίου στην επιχείρηση αυτή συνίστατο στην προσπάθειά του να εξεγείρει την Ελλάδα για να απασχολήσει τον Κάσσανδρο με τα προβλήματα της επιβολής της τάξεως, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον πατέρα του Αντίγονο

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που διεξήγοντο μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την περίοδο 309-308 π.Χ., ο Κάσσανδρος και ο Πολυπέρχων μάχονταν εναντίον της συμμαχίας του Πτολεμαίου και του Αντιγόνου.


Κατά τη διάρκεια της διαμάχης, ο Πτολεμαίος αποβιβάστηκε στην Ελλάδα και απέσπασε από τον Κάσσανδρο την Άνδρο, την Κόρινθο, τη Σικυώνα και τα Μέγαρα.

Η άφιξη του Πτολεμαίου απετέλεσε απειλή για την Αθήνα, η οποία τότε διοικείτο από τον Δημήτριο τον Φαληρέα, που υποστηριζόταν από τον Κάσσανδρο. Όταν ο Πτολεμαίος υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, λόγω του επαναστατικού κινήματος στην Κυρήνη της Βορείου Αφρικής, υπεγράφη συνθήκη ειρήνης, η οποία απομάκρυνε προσωρινά τον κίνδυνο που διέτρεχε το καθεστώς των Αθηνών.

Στο μεταξύ, ο Αντίγονος, ο οποίος κατείχε τις επαρχίες της Μικράς Ασίας, κατανοώντας τη σημασία της κυριαρχίας στις ελληνικές θάλασσες, αποφάσισε να επεκταθεί προς δυσμάς. Την άνοιξη του 307 π.Χ. διέταξε τον γιο του Δημήτριο να καταλάβει την Αθήνα, από την οποία αυτός θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα, για να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις από τον ζυγό του Κασσάνδρου.

Ο Δημήτριος απέπλευσε από την Έφεσο με στόλο 250 πλοίων εναντίον της πόλεως των Αθηνών, με καλούς δε υπολογισμούς και αρκετή τύχη έφθασε στον Πειραιά, πέντε ημέρες πριν το τέλος του μηνός Θαργηλιώνος (Αττικός μήνας, από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Ιουνίου). Επειδή κανείς δεν τον ανέμενε, μόλις φάνηκε ο στόλος του όλοι κατέβηκαν στο λιμάνι πιστεύοντας ότι είχε φθάσει ο στόλος του Πτολεμαίου, ο οποίος είχε συνθηκολογήσει με τον Κάσσανδρο.

Όταν οι στρατηγοί κατάλαβαν το λάθος τους, προσπάθησαν να αποκρούσουν τον εχθρό, ο οποίος είχε εμφανιστεί απροσδόκητα.

Από την πλευρά του ο Δημήτριος, διαπιστώνοντας ότι οι είσοδοι του λιμανιού ήταν ελεύθερες, πέρασε μέσα στο λιμάνι και πάτησε πρώτος στη στεριά. Εκεί, έγνεψε στους στρατιώτες που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι να παραμείνουν ήσυχοι και με κήρυκα τους διεμήνυσε ότι είχε φθάσει στην πόλη στο όνομα του πατέρα του Αντίγονου, με σκοπό να εκδιώξει τη φρουρά της Μουνιχίας και να αποκαταστήσει το παλαιό (δημοκρατικό) πολίτευμα των Αθηναίων.

Οι περισσότεροι στρατιώτες, όταν άκουσαν αυτά τα λόγια, έριξαν αμέσως κάτω τις ασπίδες που κρατούσαν, μπροστά στα πόδια τους, τον χειροκρότησαν και με δυνατές φωνές τον παρακίνησαν να αποβιβαστεί, ονομάζοντάς τον ευεργέτη και σωτήρα.

Η άμεση κατάληψη του Πειραιά από τον Δημήτριο είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση του καθεστώτος του Δημητρίου του Φαληρέως, ο οποίος αποχώρησε μαζί με τους συνεργάτες του και κατευθύνθηκε στη Θήβα. Ωστόσο, όταν ο Μακεδόνας φρούραρχος του Πειραιά Διονύσιος κατέφυγε στη Μουνιχία και οχυρώθηκε στο ομώνυμο φρούριο, ο Δημήτριος περιέβαλε το οχυρό με τάφρο και χαράκωμα και στη συνέχεια κατέπλευσε στα Μέγαρα, τα οποία απελευθέρωσε, στη συνέχεια δε επέστρεψε στον Πειραιά για να πολιορκήσει τη Μουνιχία με πετροβόλους και άλλες μηχανές.

Οι αμυνόμενοι υπό τον Διονύσιο είχαν το πλεονέκτημα της θέσεως, επειδή η Μουνιχία δεν ήταν μόνον εκ φύσεως οχυρή, αλλά διέθετε και ισχυρά τείχη. Όμως, ο Δημήτριος διέθετε πολλαπλάσιους άνδρες και ήταν καλύτερα εφοδιασμένος με μηχανές και πολεμοφόδια. Δύο ημέρες μετά την έναρξη της πολιορκίας, οι μεν αμυνόμενοι που είχαν τραυματιστεί από τις πετροβόλους και τους καταπέλτες άρχισαν να λιγοστεύουν, οι δε άνδρες του Δημητρίου, που πολεμούσαν διαδοχικά και εδέχοντο συνεχώς ενισχύσεις, όταν εγκαταλείφθηκε το τείχος από τις συνεχείς βολές των καταπελτών, εισέβαλαν δίχως αντίσταση στη Μουνιχία και υποχρέωσαν τη φρουρά να καταθέσει τα όπλα. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους συγκαταλεγόταν και ο φρούραρχος Διονύσιος.

Ο Δημήτριος, αφού κατέσκαψε πρώτα τη Μουνιχία, στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα.

Τον Ιούλιο του 307 π.Χ., εμφανίστηκε στην Εκκλησία του δήμου των Αθηναίων και κήρυξε την Αθήνα ελεύθερη, δίδοντας και την υπόσχεση ότι οι κάτοικοί της θα ενισχύοντο από τον πατέρα του με 150.000 μεδίμνους σιτάρι (ένας μέδιμνος αντιστοιχεί περίπου σε 5 γαλόνια) και ξυλεία για να ναυπηγήσουν εκατό τριήρεις. Επίσης, έθεσε σε ισχύ το δημοκρατικό πολίτευμα και κατάργησε τους νομοφύλακες.

Έτσι, ο δήμος των Αθηναίων, ο οποίος είχε καταλυθεί από τον Αντίπατρο μετά το πέρας του Λαμιακού Πολέμου, απέκτησε απρόσμενα και πάλιν την πάτριο πολιτεία.

Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ο οποίος μέχρι τότε διοικούσε την Αθήνα, θεωρήθηκε ανεπιθύμητο πρόσωπο, τα αγάλματά του, που ευρίσκοντο τοποθετημένα σε όλη την πόλη καταστράφηκαν, οι δε οπαδοί του δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Ωστόσο, τιμήθηκαν οι δημοκρατικοί πολίτες που είχαν διαπρέψει πριν από τον Δημήτριο τον Φαληρέα, καθώς και ο Δημήτριος ο Πολιορκητής όπως και ο πατέρας του Αντίγονος.


Η πάτριος πολιτεία

Έτσι οι Αθηναίοι, μετά από 15 χρόνια διακυβέρνησης με ολιγαρχικό καθεστώς, ανέκτησαν το δημοκρατικό πολίτευμα. Όμως, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τον Λαμιακό Πόλεμο έως τη μάχη της Κραννώνος, το καθεστώς θεωρητικά μόνο ήταν ολιγαρχικό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μοναρχικό, λόγω της παντοδυναμίας του Δημητρίου του Φαληρέως.

Οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι που τίμησαν τον Δημήτριο και τον Αντίγονο με τον τίτλο του βασιλέα. Οι ίδιοι ωστόσο δεν τον χρησιμοποιούσαν, επειδή ο τίτλος αυτός εθεωρείτο προνόμιο των απογόνων του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Επίσης, οι Αθηναίοι ήταν οι μόνοι, οι οποίοι ονόμασαν τους δύο αυτούς Μακεδόνες «θεούς σωτήρες», αφού δε κατάργησαν το έθιμο να ονομάζεται το έτος από τον επώνυμο και πάτριο άρχοντα, χειροτονούσαν κάθε χρόνο ιερέα «θεών σωτήρων» και έγραφαν το όνομά του στα έγγραφα. Επιπλέον, στις υπάρχουσες δέκα φυλές προστέθηκαν δύο νέες: η Αντιγονίς και η Δημητριάς.

Τέλος, τοποθετήθηκαν αγάλματα των δύο νέων κυριάρχων στην αγορά, αφού αυτοί εκλέχτηκαν επώνυμοι άρχοντες των νέων φυλών. Από τότε, η Βουλή περιελάμβανε 600 βουλευτές με την προσθήκη 100 βουλευτών για τις δύο νέες φυλές, αντί 500, αριθμός που ίσχυε μέχρι τότε. Επίσης, οι Αθηναίοι με ψήφισμα του Στρατοκλή, αποφάσισαν να τοποθετήσουν χρυσά αγάλματα του Αντίγονου και του Δημητρίου εφ’ άρματος, πλησίον των αγαλμάτων του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος. Η θέση, στην οποία πάτησε για πρώτη φορά ο Δημήτριος, μόλις κατέβηκε από το άρμα του, θεωρήθηκε ιερή και στήθηκε εκεί βωμός, που ονομάστηκε βωμός του Δημητρίου του Καταβάτη.

Η απόσπαση της Αθήνας από την κυριαρχία του Κασσάνδρου και η προσχώρησή της στην κυριαρχία του Αντίγονου, συνέδεσε την πόλη εκ νέου με τις ιωνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας, οι οποίες θεωρούσαν την Αθήνα ως μητέρα πατρίδα. Τότε, με τιμητικά ψηφίσματα και στεφάνους πολλές πόλεις της Ιωνίας εκδήλωσαν τη χαρά τους για τις πολιτικές μεταβολές που επήλθαν.

Ο Αντίγονος, επιθυμώντας να προσεταιριστεί την Αθήνα περισσότερο, επέστρεψε σε αυτή τα νησιά της Λήμνου και της Ίμβρου, τα οποία είχε κυριεύσει από τον Κάσσανδρο, ενώ απέσυρε τις μακεδονικές φρουρές. Επικεφαλής της πολιτείας των Αθηνών τέθηκε ο Στρατοκλής από τον δήμο της Διόμειας, παλαιός συναγωνιστής του Υπερείδου, ο οποίος κατά τον Λαμιακό Πόλεμο είχε παίξει σημαντικό πολιτικό ρόλο, στη δε διοίκηση των οικονομικών διορίστηκε ο γιος του Λυκούργου, Άβρων. Ωστόσο, η νέα ηγεσία των Αθηνών, προβλέποντας ότι ο Κάσσανδρος θα προσπαθούσε εκ νέου να θέσει την Αθήνα και τον Πειραιά υπό τον έλεγχό του, ενίσχυσε τα τείχη της πόλεως και τα μακρά τείχη.

Όταν ο Δημοχάρης (ανεψιός του Δημοσθένους, που είχε πρωτοστατήσει στην ενίσχυση της άμυνας της πόλεως, το 307-306 π.Χ.) καυτηρίασε ειρωνικά τη δουλοπρέπεια του Στρατοκλή απέναντι στους νέους κυρίους της πόλεως, εξορίστηκε από την πόλη, επέστρεψε δε το 286-5 π.Χ. Αυτή την περίοδο, η στάση των Αθηναίων απέναντι στον Δημήτριο μεταβλήθηκε λόγω των αυταρχικών του τάσεων. Ωστόσο, ένα διάστημα υπήρχε αρμονική συνεργασία του Δημοχάρη με τον Στρατοκλή.

Ο Δημοχάρης έγινε γνωστός κυρίως για την εισαγωγή προς ψήφιση ενός νόμου, με τον οποίο το κράτος έθετε υπό τον έλεγχό του τις φιλοσοφικές σχολές. Ο νόμος, που είναι γνωστός ως ο νόμος του Σοφοκλέους, έγινε δεκτός από τον Δημήτριο και απαγόρευε σε κάθε φιλόσοφο να διδάσκει στην Αθήνα, χωρίς την άδεια της Βουλής και της Εκκλησίας.

Τότε, οι φιλόσοφοι με επικεφαλής τον Θεόφραστο εγκατέλειψαν την πόλη, επειδή η επιβολή ελέγχου της διδακτέας ύλης από τον δήμο δεν συμβάδιζε με την έννοια που είχαν οι ίδιοι για το επάγγελμα και την αποστολή τους. Ο νόμος αυτός στρεφόταν ειδικά κατά των σχολών του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με τη ριζοσπαστική δημοκρατία και ήταν υπέρ της φιλίας με τη μακεδονική δυναστεία του Αντίπατρου, του Κάσσανδρου και του Δημητρίου.

Στο μεταξύ, ο Αντίγονος διέταξε αφενός τον Δημήτριο να συγκροτήσει ομάδα συνέδρων οι οποίοι θα αποφάσιζαν από κοινού για το συμφέρον της Ελλάδας, αφετέρου να μεταβεί στην Κύπρο για να πολεμήσει τους στρατηγούς του Πτολεμαίου. Έτσι ο Δημήτριος, το 306 π.Χ., υπακούοντας στις εντολές του πατέρα του, απέπλευσε από τον Πειραιά με 118 πλοία, πολλά μεταγωγικά και 15.400 άνδρες. Αρχικά κατέπλευσε στην Καρία και παρακάλεσε τους Ροδίους να βοηθήσουν τον πατέρα του.

Όταν αυτοί αρνήθηκαν, ο Δημήτριος κατέπλευσε στην Καρπασία της Κύπρου, αφού δε κατέλαβε την Ουρανία και την Καρπασία, προχώρησε προς τη Σαλαμίνα για να την πολιορκήσει.

Ο δε Πτολεμαίος, μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα στην Κύπρο, απέπλευσε από την Αίγυπτο για να συγκρουστεί με τον Δημήτριο. Στη ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε προ της Σαλαμίνας της Κύπρου, ο Δημήτριος νίκησε τον στόλο του Πτολεμαίου, ενώ ο Αντίγονος έλαβε τον τίτλο του βασιλέως και τον επέκτεινε και στον υιό του.

Οι Αθηναίοι συμμετείχαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με 30 τριήρεις υπό τη διοίκηση του Μεδείου από τη Λάρισα, είχαν δε τοποθετηθεί στην αριστερή πτέρυγα του στόλου του Δημητρίου, ο οποίος μετά τη νίκη του, απέστειλε στην Αθήνα 1.200 πανοπλίες, μιμούμενος τον Αλέξανδρο που είχε αφιερώσει στην Αθηνά 300 πανοπλίες.

Ο Δημήτριος, την άνοιξη του 305 π.Χ., επιχείρησε να κατακτήσει και την Ρόδο, η πολιορκία της οποίας διήρκεσε ένα έτος. Κατά τη διάρκειά της αυτός χρησιμοποίησε τις τελειότερες πολιορκητικές μηχανές της εποχής και προσπάθησε να αποκόψει κάθε επικοινωνία του νησιού με τον έξω κόσμο, όμως απέτυχε. Ο Κάσσανδρος και ο Λυσίμαχος απέστειλαν στους πολιορκούμενους σιτηρά, ενώ ο Πτολεμαίος τους ανεφοδίασε με άνδρες και άλλες προμήθειες.

Ο τετραετής πόλεμος

Από την πλευρά του ο Κάσσανδρος, επιθυμώντας να εκμεταλλευτεί την απουσία του Δημητρίου, επιχείρησε να ανακαταλάβει την Αθήνα περισσότερο από μία φορές στον πόλεμο, που είναι γνωστός ως τετραετής πόλεμος (307-304 π.Χ.). Είναι βέβαιο ότι ο Κάσσανδρος προσπάθησε να καταλάβει την Αθήνα το 306 π.Χ., όμως αποκρούστηκε από τους Αθηναίους με τη βοήθεια των Αιτωλών. Το 304 π.Χ. η Αθήνα κινδύνεψε ξανά, όταν ο Κάσσανδρος ερήμωσε την Αττική, κατέλαβε τα οχυρά της Πανάκτου και της Φυλής και το νησί της Σαλαμίνας.

Η Αθήνα ίσως θα είχε πέσει, εάν ο Δημήτριος, ο οποίος επέστρεφε από την Ρόδο με 330 πλοία και πολλούς οπλίτες, δεν εκτελούσε απόβαση στην Αυλίδα, αναγκάζοντας τον Κάσσανδρο να αποσυρθεί βόρεια των Θερμοπυλών. Τότε, το ιππικό των Αθηναίων, σε μάχη που δόθηκε πλησίον της πύλης του Διπύλου, απώθησε τις δυνάμεις του αδελφού του Κασσάνδρου Πλειστάρχου.

Στο μεταξύ, ο Δημήτριος είχε καταλάβει την Ηράκλεια, ενώ 6.000 Μακεδόνες πήγαν με το μέρος του. Κατά την επιστροφή του στην Αθήνα, ο Δημήτριος σύναψε συμμαχία με τους Βοιωτούς και κυρίεψε τις Κεγχρεές. Επιπλέον, κατέστρεψε τα οχυρά της Φυλής και της Πανάκτου, όπου είχε τοποθετήσει φρουρές ο Κάσσανδρος και τα παρέδωσε στους Αθηναίους, επανέλαβε δε τις κινήσεις αυτές, όταν κατέλαβε τον Ωρωπό και το Αμφιάραο.

Μετά την εκστρατεία κατά του Κασσάνδρου, ο Δημήτριος αποφάσισε να διαχειμάσει στην Αθήνα. Μολονότι οι Αθηναίοι είχαν εξαντλήσει όλες τις τιμές που ήταν δυνατόν να του αποδοθούν, βρήκαν τρόπο να εκφράσουν ξανά την κολακεία τους δίδοντας στον Δημήτριο τον οπισθόδομο του Παρθενώνα για κατάλυμα. Λέγεται ότι τότε τον φιλοξένησε η θεά Αθηνά.

Ωστόσο, δεν ήταν και πολύ κόσμιος φιλοξενούμενος, ούτε και είχε δείξει αρμόζουσα συμπεριφορά στην παρθένα. Κατά την παραμονή του στον Παρθενώνα, ο ναός της παρθένου μεταβλήθηκε σε οίκο εταίρων. Αυτό που έκαμε εντύπωση στους Αθηναίους ήταν η ευκολία με την οποία ο Δημήτριος σχετιζόταν με γυναίκες και ειδικά με εταίρες. Η Αθηναία εταίρα Λάμια, η οποία είχε αιχμαλωτιστεί στη Σαλαμίνα της Κύπρου, ήταν η ευνοούμενή του. Όπως πολλές από τις εταίρες, είχε και αυτή καλή εκπαίδευση, μαζί του δε απέκτησε μια κόρη. Επίσης αναφέρονται οι εταίρες Λέαινα, Μανία και Μυρίνα, με τις οποίες σχετιζόταν στην Αθήνα. Ο Δημήτριος σπατάλησε γι’ αυτές μεγάλα ποσά, ενώ η Λάμια και η Λέαινα κατ’ απαίτησή του τιμήθηκαν ως ενσαρκώσεις της Αφροδίτης.

Μολονότι η Αθήνα είχε λόγους να είναι ικανοποιημένη από τον Δημήτριο, η παραμονή του στην πόλη είχε και τις σκοτεινές της πλευρές. Ιδιαίτερα όταν ο Αντίγονος τον ονόμασε βασιλέα, οπότε τότε άλλαξε και η συμπεριφορά του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το αξίωμα του βασιλέα δεν σήμαινε μόνο την προσθήκη ενός τίτλου ή μόνο την αλλαγή στην εμφάνιση, αλλά εμψύχωνε τα φρονήματα των ανδρών, εξύψωνε τις σκέψεις τους και έδινε στη ζωή και στις ομιλίες τους όγκο και βαρύτητα. Όλο αυτό το διάστημα ο Στρατοκλής, ο οποίος συνέχισε να διοικεί την Αθήνα, είχε μεταβληθεί σε απλό όργανο και κόλακας του Δημητρίου, ενώ τα υγιέστερα δημοκρατικά στοιχεία της πόλεως είχαν αρχίσει να κινούνται αντιδραστικά.

Το Κοινό των Ελλήνων

Ο Δημήτριος, το 303 π.Χ., επιτέθηκε κατά του Κασσάνδρου και του Πολυπέρχοντος στην Πελοπόννησο. Μετά την προσχώρηση της Ακτής και της Αρκαδίας απελευθέρωσε κατόπιν δωροδοκίας το Άργος, τη Σικυώνα και την Κόρινθο. Στο Άργος, όπου τελούντο εορτές για την Ήρα, προήδρευσε των αγώνων και πανηγύρισε μαζί με τους Έλληνες. Αφού νυμφεύτηκε τη Δηιδάμεια, αδελφή του Πύρρου, περιόρισε τον Πολυπέρχοντα στην Μεσσηνία και την Μαντίνεια. Έτσι, απελευθερώθηκε όλη σχεδόν η νότια Ελλάδα από τον μακεδονικό ζυγό.

Το επόμενο έτος (302 π.Χ.), ο Δημήτριος συγκάλεσε στον Ισθμό τους αντιπρόσωπους των πόλεων που είχαν απελευθερωθεί σε κοινό συνέδριο. Το Κοινό των Ελλήνων, όπως ανασυγκροτήθηκε από τον Δημήτριο, διέφερε από εκείνο του Φιλίππου. Αυτό ήταν θεμελιωμένο σε δημοκρατικές βάσεις. Οι αντιπρόσωποι των πόλεων ανακήρυξαν τον Δημήτριο στρατηγό, ενώ οι Κορίνθιοι τον παρακάλεσαν να αναλάβει την φρουρά του Ακροκορίνθου ως το τέλος του πολέμου. Η ίδρυση της συμμαχίας στην Κόρινθο και η επιρροή του Δημητρίου στην Ήπειρο, ώθησαν τον Κάσσανδρο σε διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, όταν ο Αντίγονος απαίτησε την πλήρη υποταγή του Κασσάνδρου, αυτός συμμάχησε με τον Λυσίμαχο και στη συνέχεια με τον Πτολεμαίο και τον Σέλευκο.

Ο Δημήτριος, αμέσως μετά την επάνοδό του στην Αθήνα επιστρέφοντας από την Κόρινθο, όπου είχε ιδρύσει τη νέα συμμαχία των Ελλήνων, στις αρχές του καλοκαιριού του 302 π.Χ., επανέλαβε τις επιχειρήσεις κατά του Κασσάνδρου, οι οποίες είχαν στεφθεί με επιτυχία, τον προηγούμενο χρόνο στην Πελοπόννησο. Ο στρατός του Δημητρίου απετελείτο από 50.000 πεζούς και 1.500 ιππείς, από τους οποίους οι μισοί ήταν Έλληνες προερχόμενοι από τις συμμαχικές πόλεις, 8.000 Μακεδόνες και πολυάριθμους μισθοφόρους αμφίβολης πίστεως. Στον στρατό του Κασσάνδρου υπηρετούσαν 29.000 πεζοί και 2.000 ιππείς, κυρίως Μακεδόνες, που είχαν μεγαλύτερη πείρα και υψηλότερο φρόνημα.

Ο Δημήτριος, αφού προετοιμάστηκε κατάλληλα, απέπλευσε από τη Χαλκίδα, περιπλέοντας δε τις Θερμοπύλες που εφυλάσσοντο από τον Κάσσανδρο, αποβιβάστηκε στη Θεσσαλία και κατέλαβε τη Λάρισα Κρεμαστή και τις Φερές. Εκεί, δέχθηκε τους απεσταλμένους του πατέρα του, ο οποίος τον ειδοποίησε ότι απειλείτο από τον Λυσίμαχο, τον Σέλευκο και τον Πτολεμαίο. Από αυτούς, ο Λυσίμαχος με τους Μακεδόνες, οι οποίοι έφθασαν σταλμένοι από τον Κάσσανδρο είχαν εισβάλει στη Μικρά Ασία και είχαν καταλάβει τις πόλεις Λάμψακο, Αδραμύττιο, Έφεσο, Κολοφώντα, Τέω και Σάρδεις. Όταν ο Σέλευκος άρχισε να ετοιμάζεται για επίθεση, ο Αντίγονος ζήτησε τη βοήθεια του Δημητρίου και παράγγειλε στον γιο του να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να έλθει αμέσως με τον στρατό του στη Μικρά Ασία.



Ο Δημήτριος, υπακούοντας στις εντολές, έκλεισε μια προσωρινή ανακωχή με τον Κάσσανδρο και διεκπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Εκεί, ανακατέλαβε την Έφεσο, τη Λάμψακο και το Πάριο. Άφησε δε 40 πλοία στον Βόσπορο για να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό του Λυσιμάχου και την αποστολή ενισχύσεων από τον Κάσσανδρο.

Η μάχη της Ιψού

Ο πόλεμος ανάμεσα στον Αντίγονο και τον νέο συνασπισμό κρίθηκε στην Ιψό της Φρυγίας, το 301 π.Χ. Ο Αντίγονος είχε στη διάθεσή του 70.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 75 ελέφαντες, ενώ οι εχθροί του είχαν συγκεντρώσει 64.000 πεζούς, 10.500 ιππείς, 400 ελέφαντες και 120 άρματα.

Η μάχη κρίθηκε λόγω της συντριπτικής υπεροχής του Σέλευκου σε ελέφαντες, αφού αυτός διέθετε 400 έναντι 75 του Αντιγόνου. Κατά τη μάχη, ο Δημήτριος, με τους περισσότερους και καλύτερους ιππείς του συγκρούστηκε με τον Αντίοχο, γιο του Σέλευκου και αγωνίστηκε λαμπρά μέχρις ότου απέκρουσε τους εχθρούς και τους καταδίωξε πολύ βίαια, αφήνοντας όμως ακάλυπτη τη φάλαγγα του Αντιγόνου.

Τότε, οι σύμμαχοι έσπευσαν με τους ελέφαντες που διέθεταν και απέκλεισαν τον διάδρομο επιστροφής του. Ωστόσο, οι 70.000 πεζοί του Αντίγονου εξακολουθούσαν να αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη.
Ο Σέλευκος, διαπιστώνοντας ότι η φάλαγγα του Αντίγονου ήταν απροστάτευτη από ιππείς, δεν επιτέθηκε εναντίον της, αλλά την περικύκλωσε και φόβιζε τους άνδρες του Αντίγονου με το ιππικό του. Έτσι, ένα μεγάλο τμήμα της φάλαγγας λιποψύχησε και αυτομόλησε στον Σέλευκο, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή. Στο πεδίο της μάχης έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο Αντίγονος, ο οποίος μάταια περίμενε την επιστροφή του Δημητρίου.

Ήταν τότε 80 ετών. Η νίκη στην Ιψό χάρισε στον Σέλευκο τη βόρεια Συρία, με την οποία απέκτησε διέξοδο στη Μεσόγειο, ενώ η Μικρά Ασία πέρασε στην κυριαρχία του Λυσιμάχου, ο οποίος αιχμαλώτισε πολλούς Αθηναίους που είχαν αγωνιστεί με τον Αντίγονο. Όσον αφορά στην πόλη των Αθηνών, ενώ έπεφτε η δουλοπρεπής κυβέρνηση του Στρατοκλέους, ο κωμικός ποιητής Φιλιππίδης, που ήταν συνεργάτης του ρήτορα Δημοχάρη, μεσολάβησε υπέρ των Αθηναίων, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί με τον Αντίγονο, φρόντισε δε για την ταφή των πεσόντων στο πεδίο της μάχης και μερίμνησε για την επιστροφή των αιχμαλώτων στην Αθήνα.

Ο Δημήτριος, μετά τη μάχη της Ιψού, εκτός από τον στόλο, είχε διατηρήσει υπό την κυριαρχία του και μια σειρά από παραθαλάσσιες πόλεις. Στην Ελλάδα κατείχε την Κόρινθο, στη Μικρά Ασία τη Μίλητο και την Έφεσο και στη Φοινίκη την Τύρο και τη Σιδώνα. Επίσης κράτησε την Κύπρο και τα νησιά των Κυκλάδων που είχαν σχηματίσει Κοινό υπό τον Αντίγονο το 314 π.Χ.

Ο Δημήτριος, μετά το τέλος της μάχης της Ιψού, με 5.000 πεζούς και 4.000 ιππείς έφθασε ταχύτατα στην Έφεσο, και παρά τις προβλέψεις όλων ότι λόγω ελλείψεως χρημάτων δεν θα κρατιόταν μακριά από το ιερό από φόβο μήπως οι στρατιώτες του το πράξουν, αναχώρησε γρήγορα και έπλευσε προς την Ελλάδα ελπίζοντας στη βοήθεια των Αθηναίων.

Εκεί είχε αφήσει τη σύζυγό του Δηιδάμεια, πλοία και χρήματα, γι’ αυτό πίστεψε ότι δεν υπήρχε ασφαλέστερο καταφύγιο από την πόλη αυτή. Όμως, όταν πλησίασε τις Κυκλάδες συναντήθηκε με τους πρέσβεις των Αθηναίων, οι οποίοι αποβλέποντες στην κατάργηση της συμμαχίας με τον Δημήτριο, τον παρακάλεσαν να μείνει μακριά από την Αθήνα, επειδή ο λαός είχε αποφασίσει με ψήφισμα να μην δεχθεί πλέον βασιλέα στην πόλη. Όταν οι Αθηναίοι έστειλαν με τιμές τη Δηιδάμεια στα Μέγαρα, ο Δημήτριος οργίστηκε, διαπιστώνοντας ότι η φιλία του με τους Αθηναίους ήταν υποκριτική και ανύπαρκτη.

Τότε, έστειλε μήνυμα στους Αθηναίους και διαμαρτυρήθηκε με ήπιο τρόπο, ωστόσο αξίωσε να πάρει πίσω τα πλοία ανάμεσα στα οποία ήταν και μια δεκατριήρης. Αφού τα έλαβε, έπλευσε προς τον Ισθμό της Κορίνθου, όπου πληροφορήθηκε ότι οι φρουρές είχαν εκδιωχθεί από παντού και ότι όλοι είχαν αποστατήσει. Στη συνέχεια ο Δημήτριος, εγκαταλείποντας την Ελλάδα στον Πύρρο, έπλευσε προς τη Χερσόνησο της Καλλιπόλεως. Εκεί λεηλάτησε τα εδάφη του Λυσιμάχου, ο οποίος αφέθηκε αβοήθητος από τους συμμάχους του.

Μετά τη μάχη της Ιψού, υπεγράφη συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στους Αθηναίους και τον Κάσσανδρο, ο οποίος αναγνώρισε την αυτονομία τους. Το 299 π.Χ. έφθασε στην Αθήνα μια αντιπροσωπεία από τον Κάσσανδρο. Τον ίδιο χρόνο μια μεγάλη ποσότητα σιτηρών, που προερχόταν από τον Λυσίμαχο, μοιράστηκε από τον ποιητή Φιλιππίδη στην Αθήνα. Την ίδια περίοδο ενέσκηψε στην Αθήνα πείνα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αρχηγός των μισθοφόρων Λαχάρης, επωφελούμενος της κατάστασης, έγινε τύραννος της πόλεως, πιθανότατα με την υποστήριξη του Κασσάνδρου. Ωστόσο, επέτρεψε τη λειτουργία της Εκκλησίας και την εκλογή των στρατηγών από τον δήμο.

Μετά τη διαφωνία του Σέλευκου με τον Πτολεμαίο για την κυριότητα της νότιας Συρίας και της Παλαιστίνης, ο πρώτος ζήτησε τη βοήθεια του Δημητρίου, καθώς και το χέρι της κόρης του Στρατονίκης. Τότε, ο Δημήτριος μαζί με όλο του τον στόλο, τη γυναίκα του Φίλα και την κόρη του έπλευσαν προς την Συρία. Εκεί, ο Σέλευκος τον προσκάλεσε σε γεύμα στη σκηνή του, ο δε Δημήτριος το ανταπέδωσε επάνω στην δεκατριήρη, η οποία ήταν η ναυαρχίδα του. Οι διασκεδάσεις του Δημητρίου και του Σελεύκου συνεχίστηκαν, έως ότου ο Σέλευκος παίρνοντας μαζί του την Στρατονίκη έφυγε για την Αντιόχεια.

Στη συνέχεια ο Δημήτριος, αφού κατέλαβε την Κιλικία, απέστειλε τη σύζυγό του Φίλα στον αδελφό της Κάσσανδρο, προκειμένου να απαλλαγεί από κάποιες κατηγορίες. Όταν ο Σέλευκος ζήτησε από τον Δημήτριο να του παραδώσει την Κιλικία, την οποία μόλις είχε καταλάβει, αυτός αρνήθηκε. Τότε ο Σέλευκος ζήτησε οργισμένος ως αντάλλαγμα την Τύρο και τη Σιδώνα.

Όμως, έλαβε την αρνητική απάντηση του Δημητρίου, ο οποίος του διεμήνυσε ότι ακόμη και εάν είχε νικηθεί σε δέκα χιλιάδες μάχες όπως αυτήν της Ιψού, δεν θα δεχόταν να πληρώσει για να έχει γαμπρό του τον Σέλευκο. Στο μεταξύ, η σύζυγος του Δημητρίου Δηιδάμεια έφθασε στη Συρία για να τον συναντήσει, αλλά αρρώστησε και πέθανε. Τότε, συνάφθηκε φιλία ανάμεσα στον Πτολεμαίο και τον Δημήτριο, ο οποίος νυμφεύτηκε την κόρη του Πτολεμαίου, Πτολεμαΐδα. Αργότερα, όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Κασσάνδρου, ο Δημήτριος άρχισε να σχεδιάζει την κατάληψη του θρόνου της Μακεδονίας.

Η επιστροφή τού Δημητρίου στην Αθήνα

Το διάστημα που ο Λαχάρης εξουσίαζε την πόλη των Αθηνών, πολίτες και οπλίτες που αντιστέκοντο στο καθεστώς του, κατέλαβαν τον Πειραιά και οργάνωσαν αντίσταση. Για τον σκοπό αυτόν, κάλεσαν τον Δημήτριο να τους βοηθήσει, ο οποίος έσπευσε προς τον Πειραιά. Ωστόσο, ενώ αυτός έπλεε προς τα εκεί, συνάντησε τρικυμία και έχασε μέρος των πλοίων του.

Οι απώλειες, που καλύφθηκαν με πλοία από την Κύπρο και την Φοινίκη, επέτρεψαν στον Δημήτριο να κινηθεί προς την Πελοπόννησο και να πολιορκήσει τη Μεσσηνία. Όμως εκεί πληγώθηκε από ένα βέλος καταπέλτη, το οποίο πέρασε από το σαγόνι έως το στόμα του.

Ο Δημήτριος, μετά την επούλωση των τραυμάτων του, την άνοιξη του 295 π.Χ., κινήθηκε εναντίον της Αττικής και κατέλαβε τη Σαλαμίνα, την Ελευσίνα και την Ραμνούντα, ενώ απέκλεισε και την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, ο Δημήτριος συνέλαβε ένα πλοίο με σιτάρι, ενώ για εκφοβισμό κρέμασε τον έμπορο και τον καπετάνιο. Τότε οι πλοίαρχοι των άλλων πλοίων απέφυγαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό, με αποτέλεσμα να ενσκήψει λιμός στην πόλη. Όταν τα 150 πλοία του Πτολεμαίου φάνηκαν στην Αίγινα, ο Δημήτριος, ο οποίος διέθετε 300 πλοία, έτρεψε τον στόλο του Πτολεμαίου σε φυγή.

Από την πλευρά του, ο Λαχάρης υπερασπιζόταν με σθένος την πόλη των Αθηνών. Για να ικανοποιήσει μάλιστα τους οπαδούς του, διέταξε να λιώσουν τα ευγενή μέταλλα από τα αφιερώματα των ιερών της Ακροπόλεως. Η ιεροσυλία του έφθασε μέχρι του σημείου της αφαίρεσης από το άγαλμα της Αθηνάς του χρυσού της πέπλου, το οποίο είχε φιλοτεχνηθεί από τον Φειδία.

Έτσι ειπώθηκε ότι ο Λαχάρης είχε ξεγυμνώσει την Αθηνά. Επίσης, από μια κεφαλή της Αθηνάς Νίκης, η οποία είχε κατασκευαστεί την περίοδο του Περικλή, αφαιρέθηκε η επιχρύσωση, γεγονός που απετέλεσε άλλο ένα δείγμα της ασέβειάς του. Μολονότι οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να θανατώσουν όποιον θα πρότεινε ειρήνη και συμφιλίωση με τον Δημήτριο, λόγω του λιμού που μάστιζε την πόλη έσπευσαν να ανοίξουν τις πύλες της και να του στείλουν πρέσβεις για διαπραγματεύσεις. Αυτή τη δύσκολη περίοδο ο φιλόσοφος Επίκουρος έτρεφε τους συντρόφους του με κουκιά, που τα μετρούσε και μετά τους τα μοίραζε.

Όταν ο Δημήτριος εισήλθε στην πόλη, διέταξε τη συγκέντρωση όλων των δημοτών στο θέατρο του Διονύσου, έφραξε τη σκηνή με οπλισμένους άνδρες και περιέβαλε το λογείο με τους σωματοφύλακες του, ενώ ο ίδιος, όπως ακριβώς οι ηθοποιοί της τραγωδίας, ανέβηκε στη σκηνή και καθώς οι Αθηναίοι ήταν ακόμη περισσότερο φοβισμένοι, έδωσε τέλος στους φόβους τους με τα πρώτα του λόγια. Αποφεύγοντας τα πικρά λόγια, τους μάλωσε σε ήπιους τόνους και συμφιλιώθηκε μαζί τους, μοίρασε δε 100.000 μεδίμνους σιτάρι και εγκατέστησε άρχοντες που ήταν πολύ αγαπητοί στον λαό. Έτσι ο Δρομοκλείδης, ο ρήτορας, βλέποντας την ικανοποίηση του λαού, από τη χαρά του προσπάθησε να ξεπεράσει τους επαίνους των δημαγωγών και πρότεινε από το βήμα να παραδώσουν στον βασιλέα τον Πειραιά και τη Μουνιχία. Η πρόταση ψηφίστηκε και ο Δημήτριος εγκατέστησε φρουρά στο Μουσείο, όπως ονομαζόταν ο ναός των Μουσών, ώστε ο λαός να μην μπορεί πλέον να υποδουλωθεί.

Ο Δημήτριος, αφού κατέλαβε την Αθήνα, έστρεψε την προσοχή του προς την Σπάρτη. Κοντά στη Μαντίνεια συναντήθηκε με τον βασιλέα Αρχίδαμο και έδωσε μάχη μαζί του. Τον νίκησε και στη συνέχεια εισέβαλε στη Λακωνία. Σε μια άλλη μάχη κοντά στη Σπάρτη συνέλαβε 500 άνδρες και σκότωσε 200. Αλλά, ενώ ήταν έτοιμος να καταλάβει και τη Σπάρτη, επειδή πληροφορήθηκε ότι ο Λυσίμαχος είχε αποσπάσει τις πόλεις της Μικράς Ασίας από τον δικό του έλεγχο και ότι ο Πτολεμαίος είχε καταλάβει την Κύπρο πλην της Σαλαμίνας, διέκοψε την κατακτητική πορεία του.

Ο Δημήτριος στον θρόνο της Μακεδονίας

Στο μεταξύ, στη Μακεδονία συνέβαιναν συνταρακτικά γεγονότα. Μετά τον θάνατο του Κασσάνδρου, το 297 π.Χ., ο μεγαλύτερος από τους υιούς του Φίλιππος, λίγο μετά την ανάρρησή του στο θρόνο απεβίωσε, ενώ οι άλλοι δύο γιοι του φιλονικούσαν μεταξύ τους για τη διαδοχή. Όταν ο Αντίπατρος, ο οποίος ήταν πρεσβύτερος, δολοφόνησε τη μητέρα του Θεσσαλονίκη, ο Αλέξανδρος, ο οποίος ήταν νεότερος, κάλεσε τον Πύρρο από την Ήπειρο και τον Δημήτριο από την Πελοπόννησο, για βοήθεια. Μόλις ο Πύρρος έφθασε, ζήτησε ως αμοιβή για την υποτιθέμενη βοήθειά του ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, συγχρόνως όμως απέβη και επικίνδυνος αντίπαλος.

Ο Δημήτριος ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα ξεκίνησε με όλη του τη δύναμη, για να προσφέρει και αυτός βοήθεια. Η άφιξή του προκάλεσε μεγάλο φόβο στον Αλέξανδρο, ο οποίος, όταν συναντήθηκε μαζί του στο Δίον, τον καλωσόρισε με φιλιά, τον κολάκεψε και τελικά τον πληροφόρησε ότι δεν απαιτείτο πλέον η βοήθειά του. Ενώ λοιπόν ο ένας υποψιαζόταν τον άλλο, ο Αλέξανδρος κάλεσε τον Δημήτριο σε δείπνο.

Όταν όμως ο Δημήτριος πληροφορήθηκε ότι ο Αλέξανδρος σχεδίαζε τη δολοφονία του, διέταξε τους στρατηγούς του να έχουν οπλισμένο το στράτευμα και όλους τους ακολούθους, οι δε υπηρέτες της συνοδείας του να συγκεντρωθούν στον ανδρωνίτη και να παραμείνουν εκεί, έως ότου αυτός σηκωθεί από το τραπέζι. Μετά από τα μέτρα αυτά, οι ακόλουθοι του Αλέξανδρου φοβήθηκαν και αδράνησαν, ενώ ο Δημήτριος προφασιζόμενος ότι δεν ήταν σε κατάσταση να πιει κρασί, απεχώρησε σύντομα. Την επομένη, ο Δημήτριος διεμήνυσε στον Αλέξανδρο ότι επειδή είχε συμβεί κάτι έκτακτο θα αναχωρούσε αμέσως.

Τότε, ο Αλέξανδρος χαρούμενος από την ευνοϊκή εξέλιξη της κατάστασης, αποφάσισε να τον συνοδεύσει έως τη Λάρισα και δέχθηκε την πρόσκληση του Δημητρίου σε αποχαιρετιστήριο δείπνο. Κατά τη διάρκεια όμως του δείπνου, όταν ο Δημήτριος σηκώθηκε από το τραπέζι για να φύγει, ο Αλέξανδρος σηκώθηκε φοβούμενος να παραμείνει μόνος του και τον ακολούθησε προς την έξοδο. Αλλά ο Δημήτριος πρόλαβε και είπε στους δορυφόρους του: «κόπτε τον επόμενον» και βγήκε έξω. Έτσι, ο Αλέξανδρος και οι φίλοι του σφάχτηκαν επί τόπου.

Ενώ οι Μακεδόνες ήταν ταραγμένοι και εφοβούντο τη δύναμη του Δημητρίου, δέχθηκαν την πρόσκλησή του και παίρνοντας θάρρος τον δέχθηκαν φιλικά. Στη συνάντηση που ακολούθησε δεν χρειάστηκε να πει πολλά λόγια για να τους πάρει με το μέρος του, επειδή οι Μακεδόνες μισούσαν τον Αντίπατρο, ο οποίος είχε σκοτώσει τη μητέρα του Θεσσαλονίκη. Εφόσον δεν υπήρχε άλλος καλύτερος υποψήφιος, αναγόρευσαν τον Δημήτριο βασιλέα των Μακεδόνων και αφού τον πήραν μαζί, κατευθύνθηκαν στη Μακεδονία.

Ο Δημήτριος βασιλεύς Μακεδονίας

Αλλά και στην πατρίδα η αλλαγή για τους Μακεδόνες ήταν ευπρόσδεκτη, διότι μισούσαν και εθυμούντο πάντα τι είχε κάμει ο Κάσσανδρος στην οικογένεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετά το θάνατο του τελευταίου. Μετά την άνοδό του στον θρόνο, ο Δημήτριος εκδίωξε από τη Μακεδονία τον αδελφό του Αλέξανδρου Αντίπατρο, αυτός δε κατέφυγε στον Λυσίμαχο, ο οποίος τον δολοφόνησε.

Με το τέλος του Αντίπατρου του νεότερου, εξέλιπε και η δυναστεία του Αντίπατρου του πρεσβύτερου και του Κασσάνδρου. Η συμφωνία που υπεγράφη ανάμεσα στον Δημήτριο και στον Λυσίμαχο προέβλεπε την αναγνώριση του πρώτου από τον δεύτερο, ως βασιλέως των Μακεδόνων, με αντάλλαγμα την παραχώρηση των μικρασιατικών κτήσεων του Δημητρίου στον Λυσίμαχο. Όταν η Θεσσαλία τέθηκε υπό την κυριαρχία της Μακεδονίας, ο Δημήτριος ίδρυσε το 293 π.Χ. στον Παγασητικό Κόλπο, τη Δημητριάδα, η οποία έως το τέλος της δυναστείας των Αντιγονιδών, το 168 π.Χ., απετέλεσε τη δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους μαζί με την Πέλλα.

Η ανάρρηση του Δημητρίου στο θρόνο του βασιλείου της Μακεδονίας, είχε σημαντικές επιπτώσεις για την Αθήνα, επειδή ο Δημήτριος έπαυσε να κατοικεί στο κλεινόν άστυ, όπως το είχε πράξει το 304-3 π.Χ. και το 303-2 π.Χ. Αυτό το γεγονός ίσως να είχε προκαλέσει ανακούφιση στον λαό, ο οποίος δεν επιθυμούσε να επαναληφθούν οι υπερβολές των προηγουμένων ετών. Ωστόσο, ο Δημήτριος συνέχισε να ελέγχει την κατάσταση με μέσα τα οποία δεν συμβάδιζαν με την πολυδιαφημιζόμενη δημοκρατική ελευθερία.

Ο Αθηναίος Ολυμπιόδωρος έγινε το 294-3 π.Χ. επώνυμος άρχων της πόλεως, επίσης κατέλαβε αυτό το αξίωμα και την περίοδο 293-2 π.Χ. Αυτό ήταν αντίθετο με τις δημοκρατικές αρχές, οι οποίες απαγόρευαν την επανεκλογή του ίδιου άρχοντα για δεύτερο χρόνο. Επομένως, ο Ολυμπιόδωρος πρέπει να κατέλαβε ξανά αυτό το υψηλό αξίωμα, ενεργώντας παρασκηνιακά ή με διορισμό.

Εάν λάβουμε υπόψη ότι ο Ολυμπιόδωρος είχε συμπαρασταθεί ενεργά στον Δημήτριο κατά τον τετραετή πόλεμο εναντίον του Κασσάνδρου και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη εκείνα τα χρόνια, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτός, το 294 π.Χ., διορίστηκε από τον Δημήτριο ως έμπιστος επιμελητής της πόλεως με αρμοδιότητες, οι οποίες ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτές του επωνύμου άρχοντα.

Όταν ο Ολυμπιόδωρος κατέλαβε το αξίωμα αυτό, το καλοκαίρι του 294 π.Χ., επέστρεψαν στην υπηρεσία και οι Αναγραφείς αντί των Γραμματέων για τα επόμενα τρία χρόνια. Αυτοί, για την περίοδο 321-318 π.Χ. απετέλεσαν το σήμα κατατεθέν του ολιγαρχικού καθεστώτος.

Ο Δημήτριος, το 292 π.Χ., με πρωτοβουλία του Θεοφράστου επέτρεψε την επάνοδο των πολιτικών εξόριστων και των οπαδών τους, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από την πόλη το 307 π.Χ. Ανάμεσα στους εξόριστους που επέστρεψαν ήταν και ο Κορίνθιος Δείναρχος. Το κράτος των Αθηνών αυτή την περίοδο ήταν δημοκρατία κατ’ όνομα μόνον, διότι τα ολιγαρχικά συμπτώματα ήταν τόσα, ώστε το ισχύον καθεστώς να θεωρείται ως ολιγαρχικό από τους ακραιφνείς δημοκράτες.

Μια παρόμοια πολιτική ακολούθησε ο βασιλεύς Δημήτριος και στη Βοιωτία, η οποία συνόρευε με την Αιτωλία και βρισκόταν ανάμεσα στο μακεδονικό βασίλειο προς τον βορρά και τις κτίσεις του Δημητρίου στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ο Δημήτριος επιτέθηκε κατά του Κοινού των Βοιωτών το 294 π.Χ. και ανάγκασε τους πολίτες του σε υποτέλεια, ενώ το 291 π.Χ. κατέλαβε και τις Θήβες. Ως επιμελητή της χώρας τοποθέτησε τον ιστορικό Ιερώνυμο από την Καρδία, ο οποίος είχε προηγουμένως υπηρετήσει τον Ευμένη και τον Αντίγονο. Οι αρμοδιότητες του Ιερώνυμου στις Θήβες ήταν παρόμοιες με αυτές του Ολυμπιόδωρου στην Αθήνα.

Η δεύτερη θητεία του Ολυμπιόδωρου ως επωνύμου άρχοντος έληξε το 292 π.Χ. Ο Ολυμπιόδωρος, το 287 π.Χ., ηγήθηκε μιας επανάστασης κατά του Δημητρίου, παρ’ όλο που σε συνεννόηση με τον βασιλέα πρέσβευε τα συμφέροντά του στην Αθήνα και βρισκόταν στο κέντρο της πολιτικής επικαιρότητας.

Όταν ο Δημήτριος ερχόταν αυτά τα χρόνια στην Αθήνα αντιμετωπιζόταν με υποτέλεια. Ανάμεσα στις εκδηλώσεις αναφέρεται και η αφιέρωση ενός ύμνου, με τον οποίον υμνήθηκε το 291 ή 290 π.Χ., όταν επέστρεψε από την Κέρκυρα. Ο ύμνος είχε γραφτεί για τα μεγάλα μυστήρια της Ελευσίνας και είχε εκτελεσθεί δημόσια, αλλά και στα σπίτια. Ο ύμνος προς τον Δημήτριο κατά τον Δούρι ήταν δείγμα της υποτέλειας των Αθηναίων, οι οποίοι ωστόσο είχαν κάποτε νικήσει τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Σε μια άλλη περίπτωση, ο Δρομοκλείδης πρότεινε να πάρουν χρησμό από τον Δημήτριο σχετικά με την επανατοποθέτηση των ασπίδων, τις οποίες οι Αθηναίοι στο παρελθόν είχαν κερδίσει από τους Πέρσες και τους Θηβαίους, που είχαν ταχθεί με το μέρος των Περσών και τις είχαν αφιερώσει τότε στο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Μετά την καταστροφή του ναού από πυρκαγιά, το 373 π.Χ., οι ελληνικές πόλεις μερίμνησαν για την ανέγερσή του εκ νέου. Όμως, λίγο πριν τα εγκαίνια του ναού, το 340 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι μετέφεραν εκεί ξανά τις ασπίδες, δημιουργήθηκε πρόβλημα, επειδή οι Δελφοί ευρίσκοντο υπό τον έλεγχο των Αιτωλών, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Θηβαίων. Με τον ύμνο και το ψήφισμα του Δρομοκλείδη, ο Δημήτριος εκλήθη ως «σωτήρας» να πολεμήσει τους εχθρούς του Βορρά. Επειδή οι Δελφοί ήταν στα χέρια των εχθρών Αιτωλών και ο θεός των μαντείων Απόλλων δεν μπορούσε πλέον να δώσει χρησμό, ο Δημήτριος έπρεπε να επέμβει ως θεός για να δώσει μια λύση.

Η πτώση του Δημητρίου

Ο Δημήτριος, το 289 π.Χ., ανταποκρινόμενος στην επιθυμία των Αθηναίων εξεστράτευσε κατά των Αιτωλών και κατέλαβε την Αιτωλία. Στη συνέχεια προχώρησε προς την Ήπειρο για να αναμετρηθεί με τον Πύρρο, ο οποίος είχε κινηθεί προς νότο. Όμως, οι δύο αντίπαλοι δεν κατόρθωσαν να αναμετρηθούν, επειδή συμπτωματικά ακολούθησαν δύο διαφορετικά μονοπάτια.

Ενώ λοιπόν ο Δημήτριος κατακτούσε την Ήπειρο, ο Πύρρος επιτέθηκε στους Μακεδόνες του Δημητρίου που είχαν παραμείνει στην Αιτωλία υπό τη διοίκηση του Πανταύχου.

Στη μάχη που δόθηκε, ο Πύρρος και ο Πάνταυχος μονομάχησαν πληγώνοντας ο ένας τον άλλον, όμως οι δυνάμεις του πρώτου νίκησαν αυτές του Πανταύχου και αιχμαλώτισαν 5.000 Μακεδόνες. Έτσι, ο Πύρρος απέκτησε μεγάλη φήμη, την οποία εξέφρασε με την κοπή νομισμάτων. Τα κατορθώματα του Πύρρου θαυμάστηκαν από πολλούς. Αυτός είχε πετύχει μεγάλα κατορθώματα, πολλοί δε από τους Μακεδόνες έλεγαν, ότι από όλους τους βασιλείς μόνο σ’ αυτόν μπορούσαν να διακρίνουν την τόλμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ οι άλλοι, κυρίως ο Δημήτριος, υποκρίνονταν μιμούμενοι μόνον τη μεγαλοπρέπεια και το ύφος του μεγάλου στρατηλάτη.

Είχε πράγματι μια θεατρικότητα ο Δημήτριος, ο οποίος όχι μόνο ντυνόταν εντυπωσιακά, φορώντας διαδήματα με διπλές μίτρες και ενδυμασίες από χρυσοποίκιλτη πορφύρα, αλλά έφερε και χρυσοκέντητα υποδήματα από την πιο ακριβή πορφύρα. Υπήρχε μάλιστα ένας μανδύας που τον ύφαιναν γι’ αυτόν μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ήταν ένα εκπληκτικό έργο, στο οποίο εικονιζόταν ο κόσμος με τα άστρα. Όμως, έμεινε ατέλειωτος. Όταν άλλαξε η κατάσταση, κανείς δεν τόλμησε να τον χρησιμοποιήσει από τους βασιλείς της Μακεδονίας, μολονότι πολλοί από αυτούς ήταν πομπώδεις. Αλλά και ο τρόπος που μιλούσε ο Δημήτριος ήταν προσβλητικός και πάνω από όλα ήταν δύσκολο να τον συναντήσει κανείς και να του μιλήσει. Τους πρέσβεις των Αθηναίων, για την εύνοια των οποίων ενδιαφερόταν περισσότερο, τους είχε δύο χρόνια σε αναμονή. Όταν δε ήλθε σ’ αυτόν ένας μόνον πρέσβης από την Σπάρτη, εξοργίστηκε γιατί θεώρησε ότι οι Σπαρτιάτες τον υποτιμούσαν. Μια μέρα, όντας ευδιάθετος, είχε συναντήσει κάποιους που του έδωσαν γραπτώς τα αιτήματά τους. Τα δέχθηκε όλα και τα έβαλε επάνω στη χλαμύδα του. Ωστόσο, μόλις έφθασε στη γέφυρα του Αξιού ποταμού, τίναξε τη χλαμύδα και τα έριξε όλα στο ποτάμι.

Όταν ο Δημήτριος ηττήθηκε από τον Πύρρο, παρέμεινε στην Πέλλα και έπεσε βαριά άρρωστος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε, ο Πύρρος δράττοντας την ευκαιρία, έφθασε έως την Έδεσσα. Μόλις ο Δημήτριος συνήλθε, έδιωξε εύκολα τον Πύρρο από τη Μακεδονία και μετά ήλθε σε συμφωνία μαζί του, επειδή ήθελε αναπόσπαστα να εφαρμόσει τα σχέδιά του για την επανάκτηση των εδαφών της Μικράς Ασίας, που ήταν κάποτε κτήσεις του πατέρα του. Στη συνέχεια άρχισε να προετοιμάζεται για πόλεμο, συγκεντρώνοντας 98.000 οπλίτες και σχεδόν 12.000 ιππείς.

Επίσης, ετοίμασε 500 πλοία, τα οποία ευρίσκοντο αγκυροβολημένα στον Πειραιά, στην Κόρινθο, στη Χαλκίδα και κοντά στην Πέλλα. Ο ίδιος συνήθιζε να πηγαίνει παντού για να επιβλέπει τις διάφορες εργασίες και να προσφέρει βοήθεια όπου απαιτείτο. Όλοι έμεναν κατάπληκτοι όχι μόνο από το πλήθος αλλά και από το μέγεθος των έργων. Κανείς έως τότε δεν είχε δει δεκαπεντήρη ή δεκαεξήρη. Εδώ σημειώνουμε ότι αυτά τα πλοία δεν είχαν 15 ή 16 σειρές κουπιών, αλλά περισσότερους κωπηλάτες σε κάθε κουπί.

Στα πλοία του Δημητρίου, το κάλλος δεν μείωνε την αγωνιστική τους ικανότητα, ούτε δε η πολυτέλεια της κατασκευής εμπόδιζε τη χρησιμότητά τους, αλλά η ταχύτητα και αποτελεσματικότητά τους ήταν πιο εντυπωσιακή από το μέγεθός τους.

Αφού ο Δημήτριος αντέταξε τόσο μεγάλη δύναμη εναντίον της Ασίας, όσο κανείς δεν είχε αντιτάξει προηγουμένως μετά τον Αλέξανδρο, οι τρεις βασιλείς, ο Σέλευκος, ο Λυσίμαχος και ο Πτολεμαίος συνασπίστηκαν εναντίον του. Έπειτα, έστειλαν κοινή πρεσβεία στον Πύρρο και τον προέτρεπαν να επιτεθεί στη Μακεδονία, λέγοντάς του ότι οι συνθήκες που συνήψε με τον Δημήτριο του έδιναν το δικαίωμα να πολεμά πρώτος.
Ο Πύρρος δέχθηκε την πρότασή τους και ξεκίνησε μεγάλο πόλεμο εναντίον του Δημητρίου. Ενώ ο Πτολεμαίος με μεγάλο στόλο έπλευσε προς την Ελλάδα για να την υποκινήσει σε αποστασία, ο Λυσίμαχος εισέβαλε στη Θράκη και στη Μακεδονία, επίσης ο Πύρρος από τηνγειτονική Ήπειρο. Στο μεταξύ ο Δημήτριος, αφού άφησε τον γιο του Αντίγονο στην Ελλάδα, ο ίδιος κινήθηκε εναντίον του Λυσίμαχου. Όταν ο Πύρρος κατέλαβε την πόλη της Βέροιας, το στρατόπεδο του Δημητρίου γέμισε θρήνους και οι στρατιώτες του δεν ήθελαν να παραμείνουν, αλλά να φύγουν για την πατρίδα τους, όμως στην πραγματικότητα ήθελαν να αυτομολήσουν στον Λυσίμαχο.

Ο Δημήτριος αποφάσισε να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν από τον Λυσίμαχο και να στραφεί εναντίον του Πύρρου, επειδή αυτός δεν ήταν Μακεδόνας. Όμως μόλις στρατοπέδευσε κοντά στον Πύρρο, οι στρατιώτες του, που πάντοτε θαύμαζαν τη λαμπρότητα των όπλων του και συνήθιζαν να πιστεύουν ότι ο άνδρας που ήταν καλύτερος στα όπλα άξιζε περισσότερο να είναι βασιλέας, καθώς έμαθαν πως συμπεριφερόταν ευγενικά στους αιχμαλώτους του και επειδή επιζητούσαν να απαλλαγούν από τον Δημήτριο, στην αρχή έφευγαν κρυφά λίγοι, στη συνέχεια δε όλο το στρατόπεδο ήταν έτοιμο να αυτομολήσει.

Ωστόσο, κάποιοι πήγαν στον Δημήτριο και τον προέτρεψαν να φύγει για να σωθεί, λέγοντάς του ότι οι Μακεδόνες είχαν πλέον κουραστεί να πολεμούν για την τρυφηλή ζωή του. Έτσι, αυτός πήγε στη σκηνή του και μεταμφιέστηκε όχι ως βασιλέας αλλά ως ηθοποιός, με έναν σκούρο μανδύα αντί του βασιλικού και έφυγε κρυφά για να κρυφτεί στην Κασσάνδρεια. Στη συνέχεια, πολλοί στρατιώτες όρμησαν για να λεηλατήσουν τη βασιλική σκηνή, όμως μόλις έφθασε ο Πύρρος συγκρατήθηκαν. Ακολούθησε διανομή όλης της Μακεδονίας ανάμεσα στον Πύρρο και τον Λυσίμαχο. Η πτώση του Δημητρίου μετά από επταετή βασιλεία ήταν μεγάλο πλήγμα για τη σύζυγό του, τη Φίλα, που δεν άντεξε να αντικρίσει τον Δημήτριο πάλι ιδιώτη και εξόριστο και αυτοκτόνησε με δηλητήριο.

Όταν ο Δημήτριος κινήθηκε προς την Ελλάδα, την άνοιξη του 287 π.Χ., η Αθήνα επαναστάτησε και εξεδίωξε τη μακεδονική φρουρά και οι Αθηναίοι, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ολυμπιόδωρου, επιτέθηκαν κατά του Μουσείου. Πρώτος ανέβηκε στο τείχος ο Λεόκριτος, ο οποίος όμως έπεσε νεκρός, ως ήρωας. Αργότερα, αυτός και οι άλλοι που έπεσαν, ετάφησαν με τιμές στο δημόσιο σήμα. Επειδή ο Πειραιάς παρέμεινε στα χέρια της βασιλικής φρουράς, ο Δημήτριος με το στράτευμά του έφθασε από την Πελοπόννησο με σκοπό να καταλάβει ξανά την πόλη. Ήταν η περίοδος συγκομιδής της σοδειάς για την οποία αγωνιούσαν οι Αρχές του τόπου.

Τότε έφθασε στην Αθήνα ο Καλλίας, ο οποίος ήταν στην υπηρεσία του Πτολεμαίου Α’, επικεφαλής επίλεκτων στρατιωτών, μαζί δε και με τη βοήθεια του αδελφού του Φαίδρου, ο οποίος ήταν στρατηγός των οπλιτών της πόλεως, κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τη σοδειά και να την αποθηκεύσουν με ασφάλεια.

Στο μεταξύ ο Δημήτριος, που ανυπομονούσε να εκστρατεύσει κατά του Λυσιμάχου, αποφάσισε να διαπραγματευτεί με τον Πτολεμαίο, ο οποίος είχε επέμβει υπέρ της πόλεως των Αθηνών.

Ο Πτολεμαίος απέστειλε τότε στον Δημήτριο ως αντιπρόσωπό του τον Σώστρατο από την Κνίδο, ο οποίος είχε αποκτήσει φήμη ως ο αρχιτέκτων του φάρου της Αλεξανδρείας. Οι δύο άνδρες άρχισαν τις διαπραγματεύσεις στον Πειραιά. Η συνθήκη ειρήνης αποφασίστηκε ανάμεσα στον Δημήτριο και τον Σώστρατο, στο όνομα του Πτολεμαίου, ο οποίος εκπροσωπούσε και την πόλη των Αθηνών.

Φαίνεται λοιπόν ότι ούτε ο Πτολεμαίος επιθυμούσε την εκκένωση του Πειραιά και των οχυρών της Αθήνας από τις μακεδονικές φρουρές. Έτσι η ειρήνη χάρισε μεν την ελευθερία στην πόλη, όμως φάνηκε ότι ήταν μικρότερη των προσδοκιών των κατοίκων της. Ειδικά η παραμονή της φρουράς στον Πειραιά θεωρήθηκε ως ένα μεγάλο αγκάθι, το οποίο δεν έπαυσε να πληγώνει τους Αθηναίους και για τα επόμενα χρόνια.

Το μίσος των Αθηναίων για τη μακεδονική φρουρά φαίνεται ότι ήταν πολύ μεγάλο. Ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» του αναφέρει σαν παράδειγμα τον Φώκο, γιο του Φωκίωνος (402 -317 π.Χ.), ο οποίος ήταν ο πιο μισητός άνθρωπος στην Αθήνα. Όταν οι Αθηναίοι τον συναντούσαν στο δρόμο, του έλεγαν ότι ήταν το «αίσχος της οικογενείας του».

Η αιτία αυτής της συμπεριφοράς πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι όταν ο Φώκος κατασπατάλησε όλη την πατρική του περιουσία σε ασωτία, άρχισε να κολακεύει τον φρούραρχο της Μουνιχίας και να τον συναναστρέφεται.

Μετά τη συνθήκη ειρήνης που υπεγράφη τον Ιούλιο του 287 π.Χ., όταν ο Κίμων ήταν επώνυμος άρχων, ο Δημήτριος απέπλευσε για τη Μικρά Ασία αφήνοντας ως εκπρόσωπό του στην Ελλάδα τον γιο του Αντίγονο. Αφού έφθασε στις ακτές της Μικράς Ασίας αποβιβάστηκε στη Μίλητο και κατέλαβε τις ιωνικές πόλεις και τις Σάρδεις.

Στη συνέχεια προχώρησε προς το εσωτερικό, χάνοντας έτσι την επαφή με το Αιγαίο, όπου βρισκόταν ο πανίσχυρος στόλος του. Όταν έφθασε στη Συρία πολλοί άνδρες του τον εγκατέλειψαν και αυτός αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Σέλευκο το 285 π.Χ. Εκεί απέθανε ως αιχμάλωτος το 283 π.Χ.

Όταν ο γιος του Δημητρίου, Αντίγονος Γονατάς, πληροφορήθηκε τη μεταφορά των οστών του πατέρα του στην Ελλάδα, έβγαλε όλο τον στόλο στη θάλασσα για να συναντήσει τα πλοία που έφθαναν από τη Συρία στα νησιά. Παρέλαβε τη χρυσή υδρία με το περιεχόμενό της και την τοποθέτησε στη μεγαλύτερη ναυαρχίδα.

Σύντομα ο στόλος έφθασε στην Κόρινθο με τη χρυσή υδρία τοποθετημένη στην πρύμνη, στολισμένη με βασιλική πορφύρα και διάδημα, δίπλα στην οποία στέκονταν νεαροί σωματοφύλακες, ενώ ο πιο εξέχων αυλητής εκείνης της εποχής, ο Ξενόφαντος, συνόδευε με την πιο λαμπρή μελωδία του τους κωπηλάτες. Αφού λοιπόν αφιερώθηκαν στεφάνια και αποδόθηκαν και άλλες τιμές, τα λείψανα του Δημητρίου μεταφέρθηκαν από την Κόρινθο στη Δημητριάδα για να ενταφιαστούν.

Όσον αφορά στην Αθήνα, η ελευθερία που αυτή απέκτησε την άνοιξη του 287 π.Χ., χάρη στις δικές της δυνάμεις αλλά και στην υποστήριξη του Πτολεμαίου, συνέχισε να υφίσταται για τα επόμενα 28 χρόνια.

Όμως, μολονότι η Αττική δεν ήταν πλέον υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων και η πόλη των Αθηνών δεν χρησιμοποιήθηκε ως δεύτερη πρωτεύουσα του Αντίγονου Γονατά, ο Πειραιάς συνέχισε να βρίσκεται στα χέρια των Μακεδόνων έως το 229 π.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :