Πόλεμος και πολιτική στον 21ο αιώνα (Όταν το κεφάλαιο κάνει πόλεμο οι Λαοί πρέπει να μιλάνε για πολιτική)






Γράφει ο Κώστας Λάμπος *  


Στον ορυμαγδό των προπαγανδιστικών πληροφοριών για τον ‘πόλεμο της Ουκρανίας’, τον ‘πόλεμο του Πούτιν’, για τον ‘πόλεμο μεταξύ Δύσης και Ανατολής’, για το τί, το πώς, το πού, το πότε, το γιατί και για ποιόν, η Πρωτοβουλία Διαλόγου για την Άμεση Δημοκρατία και τον αταξικό Ουμανισμό, καλεί σε διάλειμμα αναστοχασμού της σχέσης μεταξύ πολέμου και πολιτικής στο εδώ και τώρα και παντού, στον 21ο αιώνα.


Αν είναι σωστό αυτό που ο Κλαούζεβιτς υποστήριζε και μετά από αυτόν όλοι ανεξαίρετα αποδεχόμαστε ότι δηλαδή, ο πόλεμος, δεν είναι παρά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως και η πολιτική δεν είναι παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, οπότε θα πρέπει να μιλήσουμε και για την πολιτική και μάλιστα για την ουσία και για τον σκοπό της πολιτικής. Αντί όμως γι’ αυτό, εκείνοι που σχεδιάζουν και διεξάγουν τους πολέμους δεν μας αφήνουν να μιλήσουμε για την πολιτική και συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες μετατρέπουν τον πόλεμο σε καθημερινό, εντυπωσιακό και συνεχές θέαμα προκειμένου να μας οδηγήσουν στην αναγκαστική παραίτηση ακόμα και από το ψωμί, στην καθολική του έννοια, που σημαίνει παραίτηση από τα αναγκαία βασικά υλικά, κατά συνέπεια και από τα πνευματικά, χρειώδη, όπως την ελευθερία της σκέψης και την δημιουργικότητα της ατομικής, αλλά και της συλλογικής δράσης μας, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των κοινών συμφερόντων, δηλαδή μιας κοινωνίας των ίσων.


Ας γνωρίσουμε λοιπόν την πολιτική, ως παράγωγο των Πολιτών και ως θεμελιώδη λειτουργία της Πολιτείας, δηλαδή την πολιτική ως πολιτισμό που αποσκοπεί στην βελτίωση της ζωής των Πολιτών και της Πολιτείας, όπως αυτή θεμελιώθηκε και λειτούργησε για εκατομμύρια χρόνια από τις λεγόμενες ‘πρωτόγονες’ εξισωτικές κοινωνίες που κατάφεραν, χάρη της ισότιμης συνεργασίας και της ανάλογης των δυνατοτήτων και των αναγκών προσφοράς και απολαβών του καθενός, αλλά και χάρη στην αρμονική συνεργασία των κοινωνιών με την Φύση, να εξασφαλίσουν τον εξανθρωπισμό και την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Η επιβίωση έφερε την πρόοδο και το πέρασμα της ανθρωπότητας από την φάση της αγριότητας και της βαρβαρότητας στη φάση του πολιτισμού, τον οποίο, όπως κορυφαίοι ανθρωπολόγοι και αρχαιολόγοι απέδειξαν, πρώτοι οι Έλληνες δια του Θησέα, που γύρω στο 1000 πριν από την σύγχρονη χρονολογία απελευθέρωσε την Αττική από το καθεστώς φόρου υποτέλειας στην ισχυρότερη Κρήτη, με την κατάργηση του απομονωτικού συστήματος της φυλής και του γένους και την θεμελίωση της πρώτης πολιτικής κοινωνίας, με την μορφή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας[1]. Τα πολλά μικρά ‘βασίλεια’ της Αττικής ενώθηκαν, αναδιατάχτηκαν και μετασχηματίστηκαν σε ενιαία πολιτική κοινωνία και ως λαός, ο οποίος δια της άμεσης παρουσίας του στην Εκκλησία του Δήμου, αποφασίζει για το παρόν και για το μέλλον του. Ήταν αυτή η εξέλιξη της πολιτικής, από τον ‘Λαό, με τον Λαό για τον Λαό’, δηλαδή από όλους, με όλους, για όλους, που στηρίχτηκε στην κοινοκτημοσύνη πάνω στη γη, η οποία ανήκε μονοσήμαντα στο γένος, στην φυλή και αργότερα στον Δήμο και συνεπώς ανήκε ισότιμα σε όλους, χωρίς κανένας να μπορεί να ιδιοποιείται τους καρπούς της στερώντας τους από την πλειονότητα της κοινωνίας, που έγραψε διαχρονικά, εθιμικά και de facto τον ορισμό της έννοιας πολιτική, ως έκφραση των κοινών συμφερόντων των Πολιτών και της Πολιτείας.


Η ανθρώπινη ιστορία, ως το καταστάλαγμα της συνειδητής προσπάθειας, αλλά και των πειραματισμών των κοινωνιών να κάνουν την ζωή τους καλύτερη, μαρτυράει πως κάποιες απειρίες, παραλείψεις, αστοχίες και κάποια λάθη μπορούν να οδηγήσουν άτομα ή και ομάδες ατόμων ενάντια στην πολιτική του κοινού συμφέροντος με αποτέλεσμα να επιδιώξουν και να επιβάλλουν το δικό τους ξεχωριστό συμφέρον σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας και σε μεγάλη έκταση σε βάρος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτό συνέβη με την τάξη των ευγενών της αρχαίας Αθήνας που ταύτισαν τον εαυτό τους με το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας, γεγονός που τους οδήγησε σε ρήξη με την υπόλοιπη αθηναϊκή κοινωνία, επειδή η τοκογλυφική δραστηριότητά της είχε, με την βοήθεια των δρακόντειων νόμων, εξαθλιώσει τις παραγωγικές τάξεις, καθιστώντας τους παραγωγούς ‘επι σώμασι δούλους’, με ορατό τον κίνδυνο της κοινωνικής επανάστασης.


Την κατάσταση την έσωσε για λογαριασμό της τάξης των ευγενών ο Σόλων, επίλεκτο μέλος αυτής της τάξης, που χάρισε τάχα δια των γνωστών ως Σεισάχθεια νόμων του, την ελευθερία στους ‘επι σώμασι δούλους’ με αντάλλαγμα την παροχή απολύτου δικαιώματος, στους άνδρες ευγενείς να καθιστούν, έναντι κάποιας πενιχρής αποζημίωσης, μέρος της κοινής ιδιοκτησίας, ατομική τους ιδιοκτησία, την οποία μπορούν να πωλούν, να αγοράζουν, ακόμα και να την αποσύρουν από την παραγωγή ή και να την καταστρέφουν.[2] Έτσι κάνει την εμφάνισή της μια άλλη ατομική, ταξική και αντικοινωνική πολιτική, ως έκφραση των συμφερόντων των λίγων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και με αυτό αποσπούν και σφετερίζονται για προσωπικό λογαριασμό τους τον κοινωνικό πλούτο και εξουσιάζουν ως άτομα και ως κοινωνική τάξη ολόκληρη την κοινωνία.


Αυτή η de jure, θέσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη επεκτάθηκε ως δικαίωμα υπέρτερο και αυτής της ίδιας της ελευθερίας και της ζωής στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας και στη συνέχεια πάνω σα κάθε μορφή μέσου παραγωγής, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να διασπαστούν οριστικά σε ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και σε ακτήμονες που βγάζουν το ψωμί τους πουλώντας σε αυτούς την μυϊκή και πνευματική τους δύναμη, με όρους που υπαγορεύουν οι νόμοι που ψηφίζονται από τους εξουσιαστές, εφαρμόζονται από την ταξική δικαιοσύνη και επιβάλλονται από τις δυνάμεις καταστολής των ιδιοκτητών που νομοθετούν και εξουσιάζουν. Από την άλλη μεριά οι δούλοι, οι προλετάριοι, οι δουλοπάροικοι και οι σύγχρονοι μισθωτοί εργάτες οραματίζονται και αγωνίζονται για μια σχέση των κοινωνιών με τα μέσα παραγωγής τέτοια που θα αποκαθιστά την ενότητα, την ευημερία, την ειρήνη και την πρόοδο για όλα ανεξαίρετα τα μέλη, της κοινωνίας. Η κοινωνική σχέση, όπου οι λίγοι εξουσιάζουν τους πολλούς μέσω της υφαρπαγής των μέσων παραγωγής και του αποκλειστικού ελέγχου του νομοθετικού σώματος, της δικαιοσύνης και των δυνάμεων καταστολής, ορίζεται ως κεφάλαιο, ως καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ως καπιταλισμός και εκφράζεται ως ταξική πολιτική ενάντια στην κοινωνική πλειονότητα.


Αυτή η διάσπαση των κοινωνιών στους μεν, που άδικα, παράνομα και βίαια σφετερίζονται ως ατομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού κοινωνικού πλούτου και των δε, που διεκδικούν έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας, τον κόσμο των διαφορετικών, ίσως, αλλά των κοινωνικά ίσων ανθρώπων. Αυτή η διάσπαση των κοινωνιών πάνω στην σφαίρα της παραγωγής καταλήγει σε ατέρμονους ανταγωνισμούς μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, αλλά και κύρια μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαστών που είναι αναγκασμένοι για να επιβιώσουν να μεγαλώνουν συνεχώς την ατομική ιδιοκτησία τους απορροφώντας με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον την ατομική ιδιοκτησία των ανταγωνιστών τους, με κατάληξη τα παγκόσμια μονοπωλιακά συγκροτήματα που καταργούν την αυτοτέλεια των κοινωνιών. Αυτές οι συστημικές αντιφάσεις και αντιθέσεις, ως διαρκής άγονος ανταγωνισμός και ως συνεχόμενοι καταστροφικοί πόλεμοι και καθημερινή αποπνευματοποιημένη πραγματικότητα, διαμορφώνουν τον αντίστοιχό τους αντιφατικό και ανορθολογικό ανθρωπολογικό τύπο, τον ανόητο homo economicus που παράγει, καταναλώνει και, έτοιμος να σκοτώσει και να σκοτωθεί, πολεμάει για να μεγαλώνουν τον πλούτο τους τα αφεντικά του, αντί να διεκδικήσει ως ο αντικειμενικός δημιουργός του πλούτου και του πολιτισμού να αυτοκυβερνηθεί σε συνθήκες κοινωνικής ισότητας.


Σ’ αυτή τους την προσπάθεια οι εξουσιαστές κεφαλαιοκράτες οργανώνουν την χειραγώγηση των κοινωνιών και συνασπίζονται σε συμμαχικούς συνασπισμούς με σκοπό να απαλλοτριώσουν τους ανταγωνιστές τους και να εξουσιάσουν την παγκόσμια οικονομία και την ανθρωπότητα συνολικά, ως αποκλειστικοί νομείς και ηγεμόνες της. Έτσι προκύπτουν οι επεκτατικοί, κατακτητικοί και ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, όπου συγκρούονται θανάσιμα και κανιβαλικά εξουσιαστές με εξουσιαστές με κύρια θύματα πάντα τους εξουσιαζόμενους και την βιόσφαιρα.


Γίνεται λοιπόν κατανοητό πως όσο θα υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής τόσο θα ταλανίζονται οι κοινωνίες και η ανθρωπότητα συνολικά από ιμπεριαλιστικούς πολέμους που θα καταλήγουν σε προσωρινές συμφωνίες μεταξύ των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών χωρών που, ως ιμπεριαλιστική ειρήνη αποτελεί ενδιάμεσο διάλλειμα μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών πολέμων, προκειμένου να τρυγήσουν τους καρπούς της ιμπεριαλιστικής ειρήνης και να ετοιμαστούν για κάποιον νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο μεταξύ τους ή με άλλη ανταγωνιστική ιμπεριαλιστική δύναμη, που αποσκοπεί η ίδια, ή εμποδίζει κάποια άλλη στην υλοποίηση της πολιτικής της για την παγκόσμια ηγεμονία.


Έτσι, μετά από εκατοντάδες, ή και χιλιάδες κατακτητικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, φτάσαμε στον σημερινό ρωσοουκρανικό πόλεμο, που παραπλανητικά λέγεται και ‘πόλεμος του Πούτιν’, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας ‘συστημικός πόλεμος μεταξύ Δύσης και Ανατολής’ με πεδίο την Ουκρανία και πρώτο στόχο την Ευρώπη και απώτερο «τις μεγαλύτερες απειλές για την δυτική δημοκρατία και την ελευθερία στον κόσμο» που για την μητρόπολη του καπιταλισμού, είναι η Ρωσία και η Κίνα, «η οποία κατά τον Μπάϊντεν θα μας φάει το ψωμί αν δεν κάνουμε τίποτα». Με αυτόν τον ρωσοουκρανικό πόλεμο αυτό ακριβώς κάνει για την προώθηση των σχεδίων της παγκόσμιας ηγεμονίας του ο αμερικανισμός[3]. Αλλά για να κατανοήσουμε τη θέση της Ρωσίας και τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτόν τον πόλεμο, ας ξαναφέρουμε στη μνήμα μας την κρίση της Κούβας και ας αναρωτηθούμε τι θα έκαναν οι Ενωμένες Πολιτείες αν η Ρωσία ή η Κίνα, ή και οι δυό μαζί είχαν εγκαταστήσει βάσεις πυρηνικών όπλων στην Καραϊβική και στον Καναδά και ετοιμάζονταν να εγκαταστήσουν και στο Μεξικό.


Η επιτυχία του σχεδίου της παγκόσμιας ηγεμονίας των Ενωμένων Πολιτειών προϋποθέτει την κατάργηση της όποιας αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον πλήρη έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δικτύων των ορυκτών καυσίμων, αντί της υδρογονοενέργειας,[4] που προσφέρουν οι σύγχρονες επιστήμες και η τεχνολογία και την χρειάζεται η Ευρώπη και ολόκληρη η ανθρωπότητα προκειμένου να επιβιώσουν ως ελεύθερες και αυτοδιοικούμενες οντότητες. Έτσι γίνεται κατανοητό πως το διακύβευμα σε αυτόν τον πόλεμο δεν είναι παρά η ανεξαρτησία της Ευρώπης και ποιος θα την ελέγχει, γιατί η Ευρώπη, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει ή να θέλει να το γνωρίζει, ήταν πάντα και συνεχίζει να είναι η δύναμη που οδηγεί, με τα όποια ιστορικά εγκλήματά της, τα λάθη  και τις όποιες αστοχίες της, την ανθρωπότητα στην πρόοδο και στον πολιτισμό, όταν είναι ανεξάρτητη και ενωμένη, ιδιότητα την οποία η τρέχουσα πολιτική ηγεσία της υπό τον Νεογερμανισμό[5], αποποιήθηκε συντασσόμενη και στην ουσία υποτασσόμενη στις επιλογές και στα συμφέροντα του αμερικανισμού, μέχρι οι λαοί των χωρών της Ευρώπης να ακυρώσουν αυτά τα σχέδια και να απελευθερωθούν από τον καπιταλισμό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και με αυτό να ανοίξουν ακόμα μια φορά τον δρόμο για την απελευθέρωση ολόκληρης της ανθρωπότητας από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.


Το τραγικό σε όλη αυτή την ιστορία είναι το γεγονός πως ολόκληρη η ανθρωπότητα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, χορεύει στο ρυθμό ενός αχυράνθρωπου που τον έφεραν στην εξουσία της Ουκρανίας οι μυστικές υπηρεσίες των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής με όργανα τα αζοφικά κατάλοιπα του ναζισμού και με σκοπό να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ η Ουκρανία και να προκαλέσει τα φοβικά σύνδρομα της νεοτσαρικής Ρωσίας για να την σύρει στην πολεμική εισβολή και να της χρεώσει την ευθύνη αυτού του πολέμου. Ενδεικτικό του ρόλου του Ζελένσκι ως αχυράνθρωπου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού αποτελεί και το δηλωτικό ιδεολογίας γεγονός, πως ανά διαστήματα υποχρεώνεται τη στιγμή που μιλάει για δημοκρατία και ελευθερία να φοράει επιδεικτικά το πράσινο μπλουζάκι με τον ‘Eiserne Kreuz’, τον σιδηρούν σταυρό, το γνωστότερο σύμβολο του ναζισμού. Το γεγονός ότι πρωταγωνιστεί, ως πρόεδρος της χώρας του, αθετώντας συμφωνίες ουδετερότητας, στην σκηνοθετημένη από τις μυστικές υπηρεσίες των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής φάρσα, με την επανάληψη του σήριαλ ‘ο υπηρέτης του λαού’, με αποτέλεσμα την διάλυση, για λογαριασμό των σχεδίων του αμερικανισμού, της ουκρανικής κοινωνίας, αντί να την προστατέψει τόσο από τη Ρωσία όσο και από την Αμερική.


Το τραγικότερο βέβαια είναι πως ο Πούτιν που ταύτισε τις προσωπικές του και τις ταξικές φιλοδοξίες του ρώσικου κεφαλαίου με τα συμφέροντα της Ρωσίας, παρασύρθηκε σε έναν πόλεμο που δεν κατάστρεψε μόνο την σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη, σπρώχνοντάς την οριστικά στην αγκαλιά του αμερικανισμού, αλλά και πέρα από την ισοπέδωση της πατρίδας των ξεριζωμένων Ουκρανών, έκανε τον ρωσικό λαό συνένοχο στα ταξικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα του ρωσικού μεγάλου κεφαλαίου. Πέρα όμως από αυτά η Ρωσία πότε ως μισοφεουφαρχική τσαρική αυτοκρατορία και μητρόπολη της λεγόμενης ορθοδοξίας, πότε ως πυρήνας της Σοβιετικής Ένωσης που επέλεξε αντί να κάνει ένα βήμα προς τον πραγματικό σοσιαλισμό να υποχωρήσει προς τον καπιταλισμό και να μείνει στην ιστορία ως πρώην ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’ και τώρα ως μια από τις μητροπόλεις του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, καταφέρνει να απογοητεύει όσους πίστεψαν πως αυτή είναι ο απελευθερωτής τους και με τις παλινδρομήσεις της να φρενάρει, όπως κάθε άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη, την κοινωνική πρόοδο σε πλανητική κλίμακα, και να δίνει το φιλί της ζωής στον τρεκλίζοντα, ψυχορραγούντα και παρακμασμένο καπιταλισμό και να δίνει νόημα ύπαρξης στον παγκόσμιο δεσμοφύλακα της εργαζόμενης ανθρωπότητας, στον σιδερένιο βραχίονα του αμερικανισμού, στο ΝΑΤΟ. Όποιος δεν διδάσκεται από την ιστορία του είναι, λέει η λαϊκή σοφία, καταδικασμένος να την ξαναζήσει.


Σε αυτό το ‘θέατρο του παραλόγου’ που όλοι σπρωχνόμαστε, με πρωταγωνιστές ινστρούχτορες τα δυτικά και τα ανατολικά ΜΜΕ, να πάρουμε θέση υπέρ του ενός ή του άλλου πρωταγωνιστή των εξελίξεων, καταλήξαμε να μιλάμε για τον πόλεμο που, όπως κάθε πόλεμος, μας αφορά ως θύματα, αντί να μιλάμε για την αιτία και την πολιτική που παράγει πολέμους, με σκοπό να καταργήσουμε την αιτία και να αντικαταστήσουμε την πολεμοκάπηλη πολιτική με την πολιτική της κοινοκτημοσύνης, της κοινωνικής ισότητας, της ενότητας των αμεσοδημοκρατικά αυτοδιεθυνόμενων κοινωνιών και της ενιαίας ανθρωπότητας που αποτελούν τις αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για μια μόνιμη οικουμενική ειρήνη, πρόοδο και ευημερία. Τελικά και επειδή κανένας δεν μπορεί να ξέρει που θα καταλήξει κι’ αυτός ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αλλά για να μην καταλήξει σε πυρηνικό αρμαγεδδώνα και σε βάρος της ανθρωπότητας και του πολιτισμού και υπέρ του κεφαλαίου, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού οφείλουν να βάλλουν άμεσα τέλος στη καταστροφικότητα του κεφαλαίου, καταργώντας την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής γιατί διαφορετικά το κεφάλαιο θα ξαναμοιράσει τον κόσμο σε συνασπισμούς και σφαίρες επιρροής υπό την ηγεμονία τους ενός νικητή ή υπό την συνηγεμονία των συνασπισμένων σε ένα ενιαίο μέτωπο του κεφαλαίου ενάντια στην κοινωνία/ανθρωπότητα που θα καταλήξει στην ολοκλήρωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.


Ας σταματήσουμε λοιπόν να μιλάμε για τον πόλεμο των άλλων σε βάρος μας και ας αρχίσουμε να μιλάμε για πολιτική, δηλαδή για την πολιτική που θα μας βγάλει από τα αδιέξοδα του καπιταλισμού αμερικάνικης, ρώσικης ή κινέζικης κοπής και ραφής. Πάνω απ’ όλα ας σταματήσουμε να θεωρούμε τους πολέμους ως δώρο και δοκιμασία του ‘θεού’, του κακότεχνου σκιάχτρου των στερημένων ζωής και γνώσης, του φετίχ της εκάστοτε εξουσίας, γιατί θεοί δεν υπάρχουν παρά ως προκαλύμματα των σκοταδιστικών και των εξουσιαστικών ιερατείων[6]. Ας μιλήσουμε πρώτα-πρώτα για την πολιτική που θα μετακινήσει τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, δηλαδή τον καθένα από εμάς που αποτελούμε το 99% της ανθρωπότητας, από τη θέση του αντικειμένου του κεφαλαίου που αφορά το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, στη θέση του υποκειμένου της ιστορίας που θα καταργήσει τοξικούς θεσμούς και τοξικές πολιτικές που καθιστούν τοξικές τις κοινωνίες και τοξικούς τους ανθρώπους[7]. Οι γενιές που πέρασαν ξόδεψαν την ζωή τους στους αγώνες δημιουργίας όλων των υλικών και πνευματικών προϋποθέσεων για την οριστική απελευθέρωση του ανθρώπου από την ανάγκη και την δουλεία και οι γενιές που έρχονται περιμένουν να σταθούμε αντάξιοι αυτής της κληρονομιάς και να τους την παραδώσουμε ακέραιη και με το παραπάνω για να θεμελιώσουν έναν καλύτερο κόσμο χτισμένο πάνω στις αρχές και στις αξίες της κοινωνικής ισότητας και του αταξικού ουμανισμού[8].


Μετά από όλα αυτά προκύπτει για μια ακόμα φορά ότι το ιστορικό καθήκον των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, δηλαδή της εργαζόμενης ανθρωπότητας, στον 21ο αιώνα, είναι να δηλώσουν πως είναι ενάντια τόσο στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο όσο και ενάντια στην ιμπεριαλιστική ειρήνη και αντ’ αυτών επιλέγουν να μετασχηματίσουν την ανισότητα 1%>99% σε ισότητα 99% = 100% -1%, για να σταματήσουν οι πόλεμοι και να μπει η ανθρωπότητα στον αταξικό οικουμενικό ουμανιστικό πολιτισμό, όλα τα άλλα αποτελούν ψευδαισθήσεις και φρούδες ελπίδες, για θρησκευτικά, ιδεολογικά και κομματικά ποίμνια.

claslessdemocracy@gmail.com,


http://www.classlessdemocracy.blogspot.com,


Δεν υπάρχουν σχόλια :