ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΔΙΚΩΝ:






Επιτρέψτε την παροχή πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης σε συμπτωματικούς COVID-19 ασθενείς

της Βασιλικής Αρωνιάδου-Anderjaska, Ph.D, μέλους του ΙΗΑ.

Είναι τραγικό, οδυνηρό και ακατανόητο, τώρα που πάνω από τον μισό πληθυσμό της χώρας μας είναι εμβολιασμένοι, να έχουμε περισσότερους θανάτους από αυτούς που είχαμε στην αρχή της πανδημίας, τότε που σε άλλες χώρες ο κορωνοϊός έπαιρνε ζωές σωρηδόν ενώ η Ελλάδα στεκόταν σαν παράδειγμα προς μίμηση. Πώς είναι δυνατόν να έχουμε τώρα ακόμη και νέους, υγιείς ανθρώπους και έγκυες γυναίκες να πεθαίνουν; Τι κάνουμε τόσο λανθασμένα και πώς αυτό μπορεί να διορθωθεί; Μια καταστροφή εξελίσσεται στην Ελλάδα —οικογενειακές τραγωδίες και αποδεκατισμός του Ελληνικού πληθυσμού— και ως μόνη λύση προτείνεται ο εμβολιασμός, ενώ οι ανεμβολίαστοι κατηγορούνται ως υπεύθυνοι της καταστροφής. Όμως, όσοι παραμένουν ανεμβολίαστοι, δεν το κάνουν επειδή αδιαφορούν για τη ζωή τους ή για τη διασπορά του ιού και τη ζωή των άλλων —να σημειωθεί πως και οι εμβολιασμένοι συνεισφέρουν το ίδιο στη διασπορά του κορωνοϊού, όπως έχουν δείξει επιστημονικές έρευνες— αλλά γιατί φοβούνται τις παρενέργειες των συγκεκριμένων εμβολίων. Ο φόβος αυτός είναι δύσκολο να καταπολεμηθεί με προτροπές, απειλές και απολύσεις.

Πώς λοιπόν θα σταματήσει η συρροή στα νοσοκομεία και το μεγάλο ποσοστό των θανάτων; Θεραπείες υπάρχουν, αλλά για να είναι αποτελεσματικές πρέπει η χορήγησή τους να ξεκινήσει αμέσως αφού εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα. Επομένως, είναι επιτακτική ανάγκη να επιτραπεί στους οικογενειακούς γιατρούς να τις προσφέρουν. Στην αρχή της πανδημίας, όταν η Ελλάδα είχε εντυπωσιακά μικρό αριθμό θυμάτων, υπήρχε πρωτόκολλο θεραπείας κατ’ οίκον το οποίο συμπεριλάμβανε την υδροξυχλωροκίνη. Ισωςαυτός να ήταν ένας σημαντικός λόγος για την αρχική επιτυχία; Γιατί δεν επαναφέρετε το ίδιο πρωτόκολλο μήπως και σωθούν ζωές; Για την υδροξυχλωροκίνη και την ιβερμεκτίνηκάποιες έρευνες έδειξαν θετικά αποτελέσματα, ενώ άλλες έδειξαν ασήμαντη επίδραση στην εξέλιξη της μόλυνσης. Το Center for Disease Control κατέληξε πως δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πως τα δύο αυτά φάρμακα βοηθούν τους ασθενείς με COVID-19· ωστόσο, πολλοί ασθενείς και ιατροί ομολογούν θαυμαστά αποτελέσματα (όταν η φαρμακευτική αγωγή ξεκινάει έγκαιρα). Γιατί να μην χορηγούνται αυτά τα φάρμακα κάτω από την παρακολούθηση του οικογενειακού γιατρού; Στις σωστές δόσεις, κακό δεν θα κάνουν, ενώ μπορεί να σώσουν ζωές και να ανακουφίσουν την πίεση που υφίστανται τα νοσοκομεία.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα ενάντια στην ακίδα του κορωνοϊού έχει δειχθεί πως είναι μια πολύ αποτελεσματική θεραπεία, η οποία όμως πρέπει επίσης να χορηγείται έγκαιρα μέσα σε 4 με 5 ημέρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, όπως συστήνουν οι ειδικοί, ενώ μετά τις 10 ημέρες δεν θα είναι πλέον αποτελεσματική. Επομένως και αυτή η θεραπεία πρέπει να χορηγείται από τον οικογενειακό γιατρό. Να σημειωθεί πως δεν δίνεται απαραίτητα ενδοφλεβίως καθώς υπάρχει και σε ενέσιμη μορφή (https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMoa2109682, https://www.nghs.com/2021/08/27/this-treatment-might-keep-your-case-of-covid-19-from-getting-worse-if-you-start-it-early-enough/).

Τώρα υπάρχουν και τα καινούργια αντιικάχάπια της Merck (molnupiravir) και της Pfizer (Paxlovid). Φαίνεται όμως πως στις ΗΠΑ η κατάσταση είναι αρκετά επείγουσα ώστε να απολύονται οι ανεμβολίαστοι, όχι όμως τόσο επείγουσα ώστε να ζητηθεί από το Food and Drug Administration να εξετάσει άμεσα αυτά τα φάρμακα προς έγκριση (η Merck έχει στείλει τα δεδομένα στο FDA από τις αρχές Οκτωβρίου και η Pfizer πιο πρόσφατα). Δεν γνωρίζω με τι τρόπο θα μπορούσε η Ελληνική κυβέρνηση να φέρει άμεσα στην Ελλάδα αυτά τα φάρμακα, ωστόσο στην Αγγλία εγκρίθηκε ήδη το molnupiravir.

Σαν Έλληνες ήμασταν και είμαστε πάντα εφευρετικοί. Μπορούμε και τώρα να βρούμε λύσεις και να σταματήσουμε την τραγωδία που διαδραματίζεται στη χώρα μας, βάζοντας αυτό ως προτεραιότητα και όχι την προσαρμογή μας στις οδηγίες και κατευθύνσεις που υποδεικνύονται από εκτός Ελλάδος οργανισμούς. Από όσα είναι γνωστά μέχρι στιγμής γι’ αυτόν τον θανατηφόρο ιό, η έγκαιρη αντιμετώπισή του είναι προς το παρόν τουλάχιστον προϋπόθεση για επιβίωση, γι’ αυτό και πρέπει να δοθεί πρωταγωνιστικός ρόλος στην πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :