Η ανθρωποθυσία - Την ιστορία που θα σας διηγηθώ, μας την έλεγε ο θείος μας όταν είμασταν μικρά.






Μας έλεγε με κάθε ευκαιρία πόσο είχε μπλέξει, πόσο κοντά είχε φτάσει στην καταστροφή και στο θάνατο, για να αποφύγουμε τα λάθη του και να μην πέσουμε στις παγίδες που είχε πέσει αυτός.


Τον θείο μου πάντα τον θυμάμαι σα μια σκοτεινή φιγούρα, περίεργο, διαφορετικό. Από το ντύσιμό του μέχρι τη συμπεριφορά του. Όταν μεγαλώσαμε και κατάφερε κι ο ίδιος να ξεμπλέξει από τις "κακές" παρέες, τότε άρχισε να μας διηγείται ιστορίες από τη ζωή του και έτσι συνειδητοποίησα πόσο σκοτάδι μπορεί να περιβάλει έναν άνθρωπο, αν διαλέξει αυτό το μονοπάτι.


Από την εφηβεία, λόγω οικογενειακών προβλημάτων και από αντίδραση, έμπλεξε με τα ναρκωτικά. Κι σα να μην έφτανε αυτό, η παρέα από την οποία γνώρισε τον "λευκό θάνατο", εκτός από τη κάνναβη, την κοκαΐνη και την ηρωίνη, ήταν μπλεγμένη και με το σατανισμό.


Μου έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στο μυαλό οι ιστορίες φρίκης που μου έχει πει. Επικλήσεις  πνευμάτων, δαιμόνων, σατανιστικές τελετές, όργια, ναρκωτικά. Ιστορίες που θα μπορούσα να αναφέρω κάποια άλλη στιγμή. Γιατί η ιστορία που πρόκειται να σας περιγράψω τώρα, ξεπερνάει κάθε αποκρουστική φαντασία. 


Σύμφωνα με το θείο μου, μέσα τους είχαν χάσει κάθε ανθρώπινο συναίσθημα με τα ναρκωτικά και το σατανισμό που είχαν μπλέξει. Κάθε μέρα κυλούσαν όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι, όλο και πιο βαθιά μέσα στη κόλαση.


Οι τελετές και οι επικλήσεις δαιμόνων κατέληξαν σε θυσίες ζώων και οι θυσίες ζώων σε αυτό που θα σας πω αμέσως τώρα:


Όταν όλα όσα σας ανέφερα δε τους κάλυπταν για να γεμίσουν το σκοτάδι τότε στράφηκαν σε κάτι πιο σατανικό. Αποφάσισαν ότι είχε έρθει η στιγμή να κάνουν ανθρωποθυσία και να γνωρίσουν τον ίδιο το διάβολο.


Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να διαλέξουν το θύμα τους. Και αυτό έκαναν. Μια κοπέλα από την παρέα τους πρότεινε ένα 10χρονο κοριτσάκι που ήξερε στη γειτονιά της. Είχε παρατηρήσει ότι κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία πήγαινε στη παιδική χαρά που είχε στο πάρκο με τη παρέα της. Πίστευε ότι τότε θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να αρπάξουν το κοριτσάκι και να το προσφέρουν στο σατανά.


Τις επόμενες 3 εβδομάδες, όλοι από τη παρέα του - ένας ένας εναλλάξ- παρακολουθούσαν τις συνήθειες του 10χρονου κοριτσιού. Κρυμμένοι στις σκιές έβλεπαν πως περνούσε τις μέρες της και κυρίως τις Κυριακές της και προσπαθούσαν να αποφασίσουν ποια θα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να το απαγάγουν.


Την 3η εβδομάδα είχαν καταλήξει. Την επόμενη Κυριακή, όταν το κοριτσάκι θα πήγαινε στο πάρκο μετά την εκκλησία, μια κοπέλα από την παρέα του θείου μου θα την πλησίαζε και θα την απομάκρυνε από την παρέα της. Θα την παρέσυρε στο πίσω μέρος του πάρκου, όπου ο θείος μου μαζί με άλλον ένα θα την άρπαζαν και θα την πετούσαν αμέσως μέσα στο αυτοκίνητό τους. Εκεί με άλλους δύο θα την έδεναν και θα την φίμωναν, στην ανάγκη θα την αναισθητοποιούσαν, ώστε να την μεταφέρουν στην αποθήκη που θα πραγματοποιούσαν την ανθρωποθυσία το ίδιο βράδυ.


Έτσι κι έγινε. 


Την Κυριακή του Απριλίου 1987 (δε θυμάμαι την ημερομηνία) στήθηκαν έξω από το σπίτι του κοριτσιού και το παρακολούθησαν που πήγε με τους γονείς του στην εκκλησία. Μετά τη λειτουργία οι γονείς του το άφησαν με τη παρέα του να πάει στο πάρκο να παίξει, όπως ακριβώς συνήθιζε να κάνει κάθε Κυριακή.


Μετά από λίγο, μια κοπέλα από τη παρέα του θείου μου τη πλησίασε και τη ρώτησε οδηγίες για το πως θα πάει σε ένα κατάστημα, που ήταν πολύ κοντά στο σπίτι του κοριτσιού.


Το κοριτσάκι ανυποψίαστο προσφέρθηκε να την βοηθήσει και στη προσπάθεια να της δείξει το δρόμο, απομακρύνθηκε από τη παρέα της. Είχε πέσει στη παγίδα τους. Είχε φτάσει στο σημείο που ήθελε ο θείος μου. Είχε πλησιάσει δίπλα στο αυτοκίνητό τους και ήταν έτοιμοι να την αρπάξουν. Το 10χρονο κοριτσάκι δε μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.


Ο θείος μου και άλλος ένας την άρπαξαν και την πέταξαν μέσα στο αμάξι. Πριν προλάβει να αντιδράσει άλλοι δύο την ακινητοποίησαν και τις έκλισαν το στόμα. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και άρχισε να απομακρύνεται από το πάρκο. Κανείς δεν είχε προσέξει τίποτα.


Το κοριτσάκι προσπάθησε να αντιδράσει και τότε ένας από την παρέα το χτύπησε άσχημα και λιποθύμησε. Φοβήθηκαν μήπως το είχαν σκοτώσει πριν την τελετή. Αυτό μόνο τους ένοιαζε. Ευτυχώς γι' αυτούς το κοριτσάκι είχε χάσει απλά τις αισθήσεις του.


Έφτασαν σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη έξω από τη πόλη, που χρησιμοποιούσαν για τις τελετές τους. Έδεσαν και φίμωσαν το κοριτσάκι σε μια γωνιά. Ένας από την παρέα έμενε πάντα να το προσέχει και οι υπόλοιποι προετοίμαζαν τα πάντα για την θυσία. Το τέλος του κοριτσιού απείχε μόλις κάποιες ώρες.


Ο θείος μου θυμάται ότι το κοριτσάκι δεν αντιδρούσε καθόλου. Δε ξαναπροσπάθησε να ξεφύγει. Ήταν σίγουρος πως το είχε κυριεύσει ο σατανάς για να το κάνει δικό του. Οι ίδιοι αισθανόταν λες και βρισκόταν σε έκσταση. Ανυπομονούσαν να έρθει η κατάλληλη στιγμή.


Το απόγευμα έμεινε πάλι μόνο ένας με το κοριτσάκι στην αποθήκη και οι υπόλοιποι πήγαν να φέρουν φαγητό. Η τελετή θα ξεκινούσε στις 23:30 και η θυσία θα γινόταν στις 12 τα μεσάνυκτα ακριβώς.


Όταν γύρισε ο θείος μου και η παρέα με το φαγητό, προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να βρουν τον φίλο τους που είχε μείνει πίσω να προσέχει το κοριτσάκι.


Είχε βραδιάσει ήδη και καθώς κάποιοι άναβαν τα κεριά που είχαν τοποθετήσει στο χώρο, οι υπόλοιποι με τους φακούς έψαχναν το φίλο τους, όταν άκουσαν το θείο μου να φωνάζει: "Δεν είναι εδώ το μπάσταρδο! Το κορίτσι δεν είναι εδώ!".


Έτρεξαν όλοι στο σημείο που την είχαν δεμένη. Δε βρήκαν κανένα. Απορούσαν τι έγινε όσο έλλειπαν. Σκέφτηκαν ότι,  ο φίλος τους που έμεινε πίσω μαζί με το κοριτσάκι, ίσως την είχε μεταφέρει για κάποιο λόγο σε κάποιο άλλο σημείο. 


Τότε όμως μια από την παρέα του θείου μου ένοιωσε να πέφτει πάνω της κάτι υγρό, σα βροχή και σήκωσε το φακό της στο ταβάνι για να δουν όλοι τον φίλο τους κρεμασμένο με κομμένο το λαιμό του!


Δε μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβη! Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους όταν ένας δυνατός αέρας έσβησε όλα τα αναμμένα κεριά και έκλεισε τη πόρτα της αποθήκης. Ο θείος μου έτρεξε να ανοίξει την πόρτα χωρίς επιτυχία. Είχε μαγκώσει. Όσο κι αν το προσπάθησαν δε κατάφεραν να την ανοίξουν.


Τότε, όπως όλοι ορκίζονταν, άρχισαν να ακούνε το γέλιο του μικρού κοριτσιού που είχαν απαγάγει. Αλλά δε το έβλεπαν πουθενά. Παρόλο που η πόρτα και τα παράθυρα ήταν κλειστά, ένας δυνατός αέρας σήκωνε τη σκόνη μέσα στην αποθήκη. 


Ξαφνικά μια κοπέλα από την παρέα σηκώθηκε στον αέρα, σα να πετούσε, και χτύπησε στον τοίχο σαν μια αόρατη δύναμη να την πέταξε προς τα εκεί. Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό και το αίμα που έμεινε στο τοίχο μαρτυρούσε πως ίσως ήταν και θανατηφόρο.


Ο θείος μου έτρεξε προς την απέναντι πλευρά, για να προσπαθήσει να ανοίξει ένα παράθυρο και να φύγει. Τότε όμως μπροστά του εμφανίστηκε το 10χρονο κοριτσάκι, ατάραχο, ανέκφραστο. Ο θείος μου κοντοστάθηκε, σα κάτι να φοβήθηκε, όταν δε φοβόταν να αντικρίσει τον ίδιο τον διάβολο.


Δύο φίλοι του είδαν το κοριτσάκι και έτρεξαν να το πιάσουν. Πριν το πλησιάσουν όμως γονάτισαν και έπεσαν στο έδαφος από φρικτούς πόνους. Αίμα έβγαινε από τα μάτια, τη μύτη και το στόμα τους. Δε κατάφεραν ποτέ να πλησιάσουν το κοριτσάκι, το οποίο συνέχιζε να κοιτάει ατάραχο το θείο μου στα μάτια.


Ο θείος μου έτρεξε και πάλι προς την πόρτα. Δίπλα του έτρεξε για να ξεφύγει η δεύτερη κοπέλα της παρέας. Όμως έπεσε κάτω  σαν κάτι αόρατο να την άρπαξε από το πόδι. Ο θείος μου πήγε να την σηκώσει αλλά κάτι την τράβηξε δίπλα στο κοριτσάκι, που άρχισε να κινείται προς τα πίσω και να χάνεται στο σκοτάδι μαζί με τη κοπέλα.


Ο θείος μου μη μπορώντας να ανοίξει τη πόρτα, προσπαθούσε με το φακό να διακρίνει που είναι το κοριτσάκι και τι απέγινε η φίλη του. Τότε ένιωσε όλο το χώρο να δονείται!  


Μια αόρατη δύναμη τον άρπαξε από το πόδι και τον τράβηξε κι αυτόν στο σκοτάδι. Κατέληξε δίπλα στη φίλη του, που ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα. Όταν προσπάθησε να την σηκώσει διέκρινε πως η φίλη του δεν είχε πλέον τα μάτια της!


Ο θείος μου άρχισε να καλεί διάφορους δαίμονες να τον βοηθήσουν για να ακούσει εκείνη τη στιγμή το κοροϊδευτικό γέλιου του κοριτσιού, που ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του και άρχισε να τον πλησιάζει.


Ο θείος μου προσπάθησε να το χτυπήσει, αλλά χωρίς επιτυχία. Κάτι ρουφούσε όλη την ενέργειά του, όλη του τη ζωή από μέσα του.


Έπεσε στα γόνατα νιώθοντας φρικτούς πόνους σε όλο του το κορμί. Το κοριτσάκι τον πλησίασε και έχωσε το χέρι του μέσα στην καρδιά του! Ο θείος μου ορκίζεται ότι ένιωσε το χέρι του κοριτσιού να πιάνει τη καρδιά του! Ένιωσε το μάτια του να μαυρίζουν, να χάνει τη ζωή. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι το κοριτσάκι να χαμογελάει και όλα να σβήνουν γύρω του... 

Θυμάται ότι ένιωσε τον εαυτό του να καίγεται μέσα στις φωτιές. Το σώμα του να πονάει αφάνταστα. Και να πέφτει συνέχεια στο κενό. Ξανά και ξανά. Μέχρι που άνοιξε τα μάτια του. 


Δε μπορούσε να καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει. Βρέθηκε ξαπλωμένος στην αποθήκη δίπλα στη παρέα του. Παρόλο που τους είχε δει όλους να πεθαίνουν ήταν ζωντανοί. Και το κοριτσάκι πουθενά. 


Ποτέ δεν εξήγησαν τι συνέβη. Την επόμενη μέρα πέρασαν έξω από το σπίτι του κοριτσιού για να δουν αν είχε επιστρέψει εκεί, αν είχε καταλάβει κανείς τι είχε συμβεί.


Καθώς ήταν έξω από το σπίτι, κάπως κρυμμένοι, το κοριτσάκι πλησίασε το παράθυρο, άνοιξε την κουρτίνα και τους κοίταξε, σαν να ήξερε ότι ήταν όλοι εκεί. 


Τους χαμογέλασε κι αυτοί ένιωσαν μέσα τους τον τρόμο να τους κυριεύει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :