Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΛΑΚΟΣ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΩ ΒΙΩ







«Ὁ βλάξ, βρίσκεται σέ ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις καί βαθμίδες καί ἐμποδίζει σοβαρά τό ἔργο τῶν ἀξίων ἀνθρώπων. Ἡ φύσις δέν ἔδωσε σέ συγκεκριμένη κοινωνική τάξιν τό ‹προνόμιον› αὐτό», μᾶς λέγει μεταξύ ἄλλων ὁ Εὐάγγελος Λεμπέσης. Ἡ πονηρία, ἡ ἐπιτηδειότης, ἡ ἀνηθικότης, εἶναι ὑποδιαιρέσεις τῆς βλακείας. «Ὁ βλάξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καί φερόμενος ὑπό τῶν ὑπαλλήλων του καί τά μέλη ἑνός ἐργατικοῦ σωματείου, τά ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρός ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δύο ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ βλακεία δέν ἔχει ταξικήν πατρίδα». Πιό κάτω συμπεραίνει ἐπίσης: «κι ὅταν ὁ βλάξ ὑπό τήν μορφήν ἐπιτηδείου ἤ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθεῖ νά δώσει μάχην, θά δώσει αὐτήν διά τῶν πνευματικῶς εὐκολότερων καί συνεπῶς ἀνηθικώτερων «ὅπλων», τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ῥαδιουργίας καί τῆς συκοφαντίας.

Ἐξ οὗ ἕπεται, τό ἀκλόνητον δόγμα ὅτι ἡ ἀνηθικότης, εἶναι τό ἀποκλειστικόν προνόμιον τῶν βλακῶν»....

Βρήκαμε καί σᾶς παρουσιάζουμε ἔδω μία περίληψιν τοῦ δοκιμίου στήν δημοτική. Ἡ βλακεία, ὡς ἀντίθετο τῆς εὐφυΐας, χαρακτηρίζει ἰδιαίτερα ὁρισμένους τύπους καί ὁμάδες ἀνθρώπων πού βλέπουν τήν ἐξουσία σάν πηγή ἐξυπηρέτησης ἰδιοτελῶν συμφερόντων καί πελατειακῶν διασυνδέσεων. Ἔτσι οἱ «βλᾶκες», ἐν ἀντιθέσει πρός τούς εὐφυεῖς, ἐπιδιώκουν, συνήθως μέ ἀνέντιμα, ἀθέμιτα ἤ καί παράνομα μέσα, νά ἐξυπηρετήσουν ἰδιοτελῆ συμφέροντα εἰς βάρος τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Τό πρόβλημά τους ὅμως εἶναι ὅτι δέν διαθέτουν τήν διανοητική ἱκανότητα νά διακρίνουν τίς μακροπρόθεσμες ἐπιπτώσεις τῶν ἐνεργειῶν τους στήν κοινωνία καί στόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό. Ὁ κύριος στόχος τῆς μελέτης, ἡ ὁποῖα διατρέχεται ἀπό ἔνα πολύ ἰδιάζον χιούμορ, εἶναι νά ἀναδείξει οὐσιώδεις διαστάσεις καί ὄψεις τῆς παθογένειας τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας, οἱ οποίες φαίνεται νά εἶναι διαχρονικές καί ὁπωσδήποτε σύγχρονες.

Ὁ κοινωνιολόγος Εὐάγγελος Λεμπέσης διετέλεσε πολιτικός σχολιαστής, ἀρθρογράφος, καθηγητής Παντείου, ἀρχισυντάκτης πολλῶν ἐντύπων, διευθυντής τοῦῥαδιοφωνικοῦ σταθμοῦ Ἀθηνῶν καί πολλά ἄλλα, ἀπό τό 1930 μέχρι τό 1956 περίπου. Γεννήθηκε στήν Χαλκίδα τό 1906 καί σπούδασε στήν Γερμανία. Τό δοκίμιο αὐτό, πού γράφτηκε στήν ἀρχική του μορφή στήν καθαρεύουσα τό 1941, δημοσιεύτηκε γιά πρώτη φορά τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1941 στό νομικό περιοδικό «Ἐφημερίς τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν» καί ἀναδημοσιεύτηκε τόν Νοέμβριο τοῦ 1976 στό νομικό περιοδικό «Διοικητική Δικαιοσύνη», ἀποτελεῖ μία κοινωνική κριτική ἐναντίον τῆς διαφθοράς καί τῆς ἀναξιοκρατίας καί σήμερα κυκλοφορεῖ τόσο σέ ἔντυπη ὅσο καί σέ ἡλεκτρονική μορφή.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Οἱ βλᾶκες ταξινομοῦνται σέ δύο κύριες μεγάλες ὁμάδες, τελείως ἀντίθετες μεταξύ τους καί ἀκόμη ἄλλες τρεῖς παραλλαγές. Ἡ πρώτη ὁμάδα βρίσκεται στίς κατώτερες κοινωνικές βαθμίδες, κατέχει τίς ὑποδεέστερες κοινωνικές θέσεις καί ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐκμετάλλευσης. Τό ἐνδιαφέρον ἑστιάζεται κυρίως στήν δεύτερη ὁμάδα, οἱ βλᾶκες τῆς ὁποίας κατέχουν σπουδαῖες θέσεις στήν κοινωνία. Μέ βάση τήν ἀρχή τῆς ἐλαχίστης προσπαθείας, συνασπίζονται γία νά ἀντιμετωπίσουν μία ἰσχυρότερη δύναμη στό πρόσωπο τῶν ὀλίγων ἤ τοῦ ἑνός καί ὀργανώνονται σέ ὁμάδες, οἱ ὁποίες στήν κοινωνιολογία ὀνομάζονται «κλίκες».

Αὐτός ὁ τύπος ἀνθρώπου ἔχει μία μανία, νά ἀνήκει σέ ὀργανώσεις, πάσης φύσεως καί ὅσο τό δυνατόν περισσότερες. Αὐτό ἐξηγεῖται πρῶτα πρῶτα ἀπό τήν ἔλλειψη ἀτομικότητας, ἡ ὁποία συνεπάγεται μία μεγάλη εὐκολία ἀγελοποίησης. Ἐκτός τούτου, διακατέχεται συνεχῶς ἀπό φόβο καί πανικό μήπως περιέλθει σέ ὁποιοδήποτε «περιθώριο». Ἀποτέλεσμα: Δημιουργεῖταιαὐτόματη συρροή βλακῶν σέ πάσης φύσεως ὀργανώσεις. Καί ἐάν μέν οἱ ὀργανώσεις αὐτές εἶναι συμφεροντολογικές, διατηροῦν τουλάχιστον τήν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων τους. Ἐάν ὅμως εἷναι πνευματικές, σύν τῶ χρόνῳ, περιέρχονται σέ πλήρη βλακοκρατία.

Κατόπιν ὅλων τούτων ἐπόμενο εἶναι ὅτι οἱ λεγεῶνες τῶν βλακῶν ὠθοῦνται καί ὑφίστανται ἀκατανίκητη ἕλξῃ ἀπό τίς παντός εἴδους ἀγελαῖες, ἀντιατομιστικές καί ὁμαδιστικές ὀργανώσεις καί θεωρίες, καθώς ἐπίσης καί ἀπό πάσης φύσεως παρεμβατισμό ἤ διευθυνομένη οἰκονομία. Έτσι ἐξηγεῖται καί ἡ ἀτελείωτη ἐπιλογή βλακῶν στά ὁμαδικά συστήματα, ἡ ὁποία μέ τήν βοήθεια μιᾶς πολιτικῆς βίας κατοχυρώνεται καί σάν πολιτικό καί κοινωνικό καθεστώς. Ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψης (χρήσιμη μόνον σε ἐκείνους πού διαθέτουν σκέψῃ) εἶναι γιά τούς βλᾶκες ἰδιαίτερα ἀντιπαθητική, διότι ἀσκούμενη ἀπό ἄλλους στρέφεται ἐναντίον τους, ἐναντίον τῶν συμφερόντων τους καί ἐναντίον τῶν ἐξουσιαστικῶν θέσεων τίς ὁποίες κατέχουν.

Μέ βάση τά παραπάνω εἶναι εὔκολο νά ἐρμηνευτεῖ καί ἡ ἀκατανίκητη τάση τῶν βλακῶν πρός πάσης φύσεως ἀγελαίες ἐμφανίσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, προβολή ἀπό τά Μ.Μ.Ε, διακρίσεις, τίτλους, «διπλώματα» καί κάθε εἴδους «παράσημα». Καί ἐδῶ προκύπτει ἔνα μεγάλο ἐρώτημα: Ἀπό πού κι ὡς πού εἶναι δεδομένη ἡ δυνατότητα τῆς βλακικῆς ἀγέλης νά δράσει μέ τρόπο ἀποτελεσματικό; Αὐτό συμβαίνει κατά πρῶτον διότι ὁρισμένοι βλᾶκες κατέχουν θέσεις ὑποδεέστερες μέν, ἀλλά ἐντελῶς «μοιραῖες» στόν κοινωνικό ὀργανισμό, ὁ ὁποῖος στήν πράξῃ βασίζεται στίς κατώτερές του βαθμίδες. Στήν πράξῃ, τά πρόσωπα τῶν ἀνωτέρων βαθμίδων ἐξαρτῶνται ἀπό τά κατώτερα καί μερικές φορές μάλιστα αὑτή ἡ ἐξάρτηση παίρνει μορφές καθαρά ἐκβιαστικές.

Γία παράδειγμα, ἕνας ὑπάλληλος μπορεῖ νά προωθήσει ἤ νά ἐνταφιάσει μία ὑπόθεση σέ μία ὑπηρεσία ἤ νά καλύψει ἕναν ἐγκληματία σέ μία ἀστυνομική ἀρχή, σέ περίπτωση πού τά κατώτερα πρόσωπα τῆς ἱεραρχίας εἶναι ἀλληλέγγυα πρός αὐτόν. Κατά δεύτερον οἱ «κλῖκες» μποροῦν νά προωθήσουν τά μέλη τους σέ ἀνώτερες βαθμίδες καί νά ἀναδείξουν τόν ἑαυτόν τους, παρακωλύοντας ἀντίθετες ἐνέργειες ὑπερκειμένων παραγόντων γιά τήν προώθηση προσώπων ἀξίων καί ἱκανῶν. ἔτσι, τά δεδομένα τῆς βλακοκρατείας κλιμακώνονται καί οἱ καταστάσεις διαιωνίζονται. Ἑνός βλακός ἐρχομένου, μύριοι ἕπονται. Διότι ἕνας βλάξ, ἐφόσον ἀνέλθει, θά προωθήσει πρόσωπα μόνον κατώτερα ἀπό τόν ἑαυτόν του.

Οἱ βλᾶκες ταξινομοῦνται σέ τρεῖς μεγάλες ὑποομάδες ἤ παραλλαγές. Ἡ πρώτη παραλλαγή περιλαμβάνει βλᾶκες καί ἀνικάνους οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται καί ἐπικρατοῦν ἀτομικά καί καταλαμβάνουν θέσεις στίς ὁποίες ἡ ἀνεπάρκειά τους εἶναι τουλάχιστον ἀνεκτή ἄν ὄχι καί πλεονεκτική. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι αὐτοί καταλαμβάνουν ἀξιώματα μέ τά ὁποία οὐδέποτε θά καταδεχόταν νά ἀσχοληθεί ἔνας σοβαρά ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Ἄλλοτε ὅμως μπορεῖ νά γίνουν ἀκόμη καί σοβαροί παράγοντες μίας κυβερνήσης ἤ ἀκόμη καί πρόεδροι μίας Δημοκρατίας. Καί βέβαια ὄλα τά ἀξιώματα διανθίζονται μέ διακρίσεις, παράσημα, δεξιώσεις κ.ο.κ. Γιά μία τέτοιου εἴδους ἄνοδο ἀπαιτοῦνται εἰδικά προσόντα: Πρῶτον παντελῆς ἔλλειψη προσωπικότητας. Αὐτή ἐκδηλώνεται μέ μόνιμη ἀπουσία γνώμης πάνω στό ὁποιοδήποτε ζήτημα, μέ τό φόβο τῆς σύγκρουσης καί τῆς διαφωνίας, καθώς ἐπίσης καί μέ μία ὀλιγόλογη ἀνιαρότητα, ἡ ὁποία μπορεί νά εκληφθεί καί σάν βαθύνοια ἤ σοβαρότητα, στην πραγματικότητα ὅμως ὀφείλεται ἁπλᾶ καί μόνον στήν ἀπόλυτη ἔλλειψη πνεύματος. Μέ λίγα λόγια αὐτοῦ τοῦ τύπου οἱ βλᾶκες εἶναι σοβαροφανεῖς καί διακρίνονται σέ δύο ὑποομάδες: Αὐτούς πού «ψωνίζουν», δῆλα δή ἀγοράζουν ἀλλά δέν πουλᾶνε καί αὐτούς πού «σνομπάρουν».

Αὐτοί πού«ψωνίζουν» ἔχουν ἔκδηλη στό πρόσωπο τήν βλακώδη πονηρία. Ἡ ἐξυπνάδα ἑνός τέτοιου βλάκα συνίσταται στήν πεποίθηση τῆς ἱκανότητός του νά κρύβει μέ μεγάλη ἐπιμέλεια τήν ἴδια τοῦ τήν ἐξυπνάδα. Ἔτσι λοιπόν ἀποφεύγει νά μιλάει καί περιορίζεται νά ἀκούει τά λεγόμενα τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα μάλιστα συνοδεύει καί μέ ἕνα ἐξυπνώδες ἠλίθιο μειδίαμα. Ἀποφεύγει νά ἀπαντᾶ, διότι βεβαίως δέν εἶναι «κουτός» γία νά ἐκτεθεῖ. Κατ’ ἀρχήν θεωρεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο ἐχθρό, ὁ ὁποῖος καραδοκεῖ νά τοῦ ἁρπάξει, μέ σκοπό νά τόν ἐκθέσει, ὅποια τυχόν ἐκδήλωση τοῦ ξεφύγει κατά λάθος.

Γι’ αὐτό καί ἕνας τέτοιος τῦπος εἶναι ὅλη τήν ὥρα ἰδιαίτερα προσεκτικός. Τόν καθένα πού ἐκφράζεται μέ γνώμες καί ἀπόψεις τόν θεωρεῖ ἀναμφισβήτητα βλᾶκα, ἐνῶ ὁ ἴδιος φροντίζει νά κρύβει μέ ἐπιμέλεια τήν εὐφυϊα του πίσω ἀπό ἕνα συγκαταβατικό μειδίαμα. Γιά τούς διανοουμένους καί ἰδίως γία αὐτούς πού ἀγωνίζονται, τρέφει ἀπέραντη περιφρονήση καί τούς ἀντιμετωπίζει μέ συγκρατημένη αὐτοπεποίθηση, συγκατάβαση καί μετριόφρονα ὑπεροχή. Αὐτοί πού «σνομπάρουν» ἀποτελοῦν μία πραγματική κοινωνική μάστιγα. Αὐτοί, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, μιλοῦν πολύ καί περιπλέκουν μέ ὑπέρμετρο στόμφο πράγματα μικρά, προφανῆ καί αὐτονόητα πού τά παρουσιάζουν γιά μεγάλα, δυσνόητα καί σπουδαῖα. Διανθίζουν μάλιστα καί τό πομπῶδες ὕφος τους μέ μία στάση προστατευτική, ἡ ὁποῖα ζητᾶ νά κατακτήσει τήν συμπάθεια τοῦ κόσμου, ἐνῶ στήν πραγματικότητα μοναδικό σκοπό ἔχει νά ὑποτιμήσει τούς ἄλλους.

Στήν δεύτερη παραλλαγή ἐντάσσονται οἱ λεγόμενες χρυσές μετριότητες, οἱ οποῖες μέσα σέ μία στοιχειώδη ἐξυπνάδα ἀποφασίζουν νά ὑποδυθοῦν ὅτι εἶναι βλᾶκες, νά κάνουν δῆλα δή τήν «πάπια», ὅπως λέγει καί ὁ λαός. Εἶναι δῆλα δή κάποιοι στοιχειωδῶς εὐφυιεῖς οἱ ὁποῖοι ὑποκρίνονται, διότι, ζῶντας ἀνάμεσα σέ τελείως βλᾶκες, ξέρουν ὅτι, ἄν ἡ στοιχειώδης εὐφυία τους ἀποκαλυφθεῖ, ἡ παρουσία τους κινδυνεύει νά γίνει ἀσύμφορα προκλητική. Αὐτός ὁ ρόλος βέβαια εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολος. Πρῶτα πρῶτα, εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο νά κρύψει κανείς τήν ὁποιαδήποτε πνευματική ἤ ψυχική ζωή του καί τίς ἀναπόφευκτες ἀντανακλάσεις τῆς ὅποιας ἐσωτερικότητας στήν ἐξωτερική του ἐμφανίσῃ.

Ἔτσι ἡ παρουσία ἑνός στοιχειωδῶς εὐφυιοῦς, πού δέν διαθέτει καί ἰδιαίτερο ὑποκριτικό ταλέντο καί προσπαθεῖ νάκάνει τήν «πάπια», ἐκπέμπει μία αὖρα ἀνθρώπου σέ κατάστάση ἄμυνας ἤ φυγῆς καί στή χειρότερη περίπτωση ζῴου σέ κατάστάση πανικοῦ. Τά ἀλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα τῆς ἀπεχθείας καί τοῦ φόβου γία τούς ἀπέναντι, τῆς ἀποφασιστικότητας νά ξεπεράσει τόν ἑαυτό τοῦυἀλλά καί τῆς αὐτοαπόρριψης γία τόν συμβιβασμό πού κάνει, προδίδουν τήν ἐπί τῆς οὐσίας ἀδυναμία του νά συναγωνιστεῖ τούς «ἄλλους». Ἄλλωστε, οἱ ἄλλοι, ὡς γνήσιοι βλᾶκες, δῆλα δή φτωχοί στό πνεῦμα καί ἐπίπεδοι στό συναίσθημα, διαθέτουν τέτοιο ἔνστικτο καχυποψίας, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἡ κάθε προσπάθεια τοῦ στοιχειωδῶς εὐφυϊοῦς γία νά ὑποκριθεῖ ματαιώνεται καί ἡ κάθε πραγματική του εἰλικρίνεια ἐκλαμβάνεται σάν ὑποκρισία.

Ὁ βλᾶκας ἔχει τήν ἔνστικτη καχυποψία τόσο ἀνεπτυγμένη, ὥστε ἀδυνατεῖ νά ἀναγνωρίσει καί νά ἐννοήσει συλλογισμούς καί εὐφυεῖς ὑπολογισμούς πού βασίζονται στήν διάννοια. Γιά τόν βλάκα ὁ μηχανισμός τῆς διάννοιας εἶναι ξένος καί νοητικά ἀπροσπέλαστος. Ἀπέναντι στή σκέψῃ τῶν ἄλλων αἰσθάνεται ἄοπλος καί ἀνυπεράσπιστος. Ἔτσι, μία μόνον ἄμυνα διαθέτει, ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἄγριο ζῶο ἤ ἕνας πρωτόγονος ἄνθρωπος: Τήν ἔνστικτη καχυποψία. Ἡ καχυποψία καί ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία λειτουργοῦν τελικά ἀντίθετα ἀπό τήν διάννοια καί κόντρα σέ αὐτήν, παρά τό γεγονός ὅτι, ἐξελικτικά, ἡ διάννοια δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἀντίθετα ἤ ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἔνστικτο, ἀλλά ἀποτελεῖ ἐμπλουτισμό τοῦ ἐνστίκτου μέ λογικά μέσα. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητική ὄψη καί τό δεύτερο στάδιο τῆς καχυποψίας, ἡ πονηρία δῆλα δή συνεπάγεται δράσῃ. Δράση ὅμως κατά κύριον λόγο ἀμυντική, ἡ ὁποία προϋποθέτει ἔνα ζῶο πνευματικά ἀμήχανο καί ἐνστικτωδῶς πανικόβλητο. Ὡς ἐκ τούτου δε καί ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνο.

Ἡ βλακώδης ποιότητα συλλογισμῶν καί συμπερασμάτων προάγει τήν παθητική ἄμυνα ποῦ λέγεται καχυποψία σέ ἐνεργητική ἄμυνα καί δράσῃ ἐναντίον «ὑπόπτων»… Ἐκτός αὑτοῦ, βλακώδεις συλλογισμοί καί συμπεράσματα ἔρχονται νά τεθοῦν σέ πρακτική ἐφαρμογή καί νά δραστηριοποιήσουν μεθόδους ἀνάλογης πνευματικῆς ὑποστάθμης, ὅπως κολακεία, ψεῦδος, ῥαδιουργία, κλάψα καί ἐπαιτεία, προσφορά ὑπηρεσιῶν μέ ἀνήθικο περιεχόμενο, χαφιεδισμό, χειροφιλήματα, ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικῶν στίχων καί ὅ,τι ἄλλο θά μπορούῦε νά φανταστεῖ κανείς, ἀνάλογα μέ τήν περίσταση. Αὐτή ἡ τελευταία θετική καί προσοδοφόρα χρησιμοποίηση τῆς πονηρίας ὀνομάζεται ἐπιτηδειότης. Καί ἐδῶ συμβαίνει καί πραγματοποιεῖται τό ἐξῇς καταπληκτικό: Ἡ εὐτέλεια καί ἡ διανοητική κατωτερότητα τῶν κολακευομένων προσδίδει μεγάλη δύναμη στά βλακώδη μέσα, τόσο μεγάλη ὥστε οἱ βλᾶκες, μέ τήν λεγόμενη ἐπιτηδειότητά τους, καταφέρνουν τελικά καί πετυχαίνουν τόν σκοπό τους, προωθοῦνται καί ἐπικρατοῦν.

Ἐδῶ βεβαίως τίθεται ἕνα παρά πολύ μεγάλο ἐρώτημα: Ποιά ὑποκατηγορία βλακῶν εἶναι ἡ πλέον ἐπικίνδυνη γία τήν κοινωνία, αὐτή πού διαπράττει ὅλα ὅσα ἀναφέραμε παραπάνω ἤ ἐκείνη ποῦ θεωρεῖ ὡς εὐφυεῖς ὅλους αὐτούς τούς ἐπιτηδείους βλάκες; Μέ ἄλλα λόγια ποιός εἶναι περισσότερο βλάξ, ὁ κολακεύων ἤ ὁ κολακευόμενος; Ὅπως ὅμως καί νά ἔχει τό ζήτημα, βέβαιον εἶναι ὅτι ὅλα τά μέσα τῆς λεγομένης ἐπιτηδειότητας εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα μέ τήν εὐφυΐα καί ὅτι κανένας πραγματικά εὐφυής δέν ἔχει καμμία ἀπολύτως ἀνάγκη νά τά χρησιμοποιήσει ἀπό τήν στιγμή πού ἡ εὐφυϊα ἀναμφισβήτητα δίνει στόν κατέχοντα τήν δυνατότητα νά πολεμήσει καί νά ἐπικρατήσει μέ τήν ἀξία του. Ὅτι τά μέσα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦν οἱ ἐπιτήδειοι εἶναι εὐκολώτερα δέν ἀμφισβητεῖται. Ὅτι ὁ κολακευόμενος, ἐάν πιστέψει στήν εἰλικρίνεια τοῦ ἐπιτηδείου εἶναι βλάξ, ἐπίσης δέν ἀμφισβητεῖται.

Εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθεῖ ὅτι, ἐάν ὁ κολακευόμενος εἶναι βλάξ, βλάξ θά εἶναι καί ἀναγκαστικά καί αὐτός ὁ ὁποῖος τόν πείθει; Ἀλλοίμονο… Κανένας εὐφυής δέν ἔχει μέχρι τώρα κατορθώσει νά πείσει ἕναν βλάκα καί καμμία συνεννόηση δέν ἔχει ἐπιτευχθεῖ μεταξύ ἑτερογενῶν ἐγκεφάλων. Δύο κεφαλές, γιά νά συνεννοηθοῦν, πρέπει νά εἶναι ἤ ἐξ ἴσου κενές ἤ ἐξ ἴσου πλήρεις. Κλασσική εἶναι ἡ ἀποτυχία τῶν εὐφυῶν οἱ ὁποῖοι κατά καιρούς ἀποπειράθηκαν νά εἰσέλθουν στόν ψυχοδιανοητικό κόσμο τῶν βλακῶν. Καί ἀλλοίμονο… Ἐάν οἱ βλᾶκες τυχαίνει κάποτε νά εἶναι καί ἰσχυροί ἐξουσιαστές τῶν ὑψηλῶν ἀξιωμάτων, τραγική εἶναι ἡ μοῖρα τῶν ἀποτυχόντων εὐφυῶν. Τόσο τραγική μέχρι τοῦ σημείου νά ὀδηγηθοῦν αὐτοί οἱ ἄτυχοι στήν ἀπελπισία καί καμμιά φορά καί στόν τερματισμό τῆς σταδιοδρομίας τούς ἤ ἄκομα καί τῆς ζωῆς τους. Ἀντιθέτως, οὔτε ἕνα νέφος δέν διατάραξε ποτέ τήν σύμπνοια μεταξύ τῶν ὁμοειδῶν ἐκείνων βλακῶν οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τούς ἀτυχήσαντες αὐτούς εὐφυεῖς ἀναμφισβητήτως βλᾶκες.

Ἡ τρίτη παραλλαγή ἀποτελεῖ μία προχωρημένη μορφή τῆς προηγουμένης. Ἐδῶ ἐντάσσονται κάποιοι βλᾶκες-ἀπατεώνες, συνοδευόμενοι μάλιστα ἀπό μία ἀκόμη βλακώδη ὑποομάδα, τούς βλάκες-θαυμαστές τῶν ἀπατεώνων. Οἱ πρῶτοι δέν διστάζουν νά διακηρύττουν μέ κομψότητα, βάσει κάποιου λεγομένου ὠφελιμισμοῦ, ὅτι ἡ τιμιότητα εἶναι βλακεία. Ὅμως, ἄν ἔνας βλάκας καταφεύγει στήν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων, ἐξ αἰτίας τῆς ἰδίας πενίας καί ἔλλειψης θά καταφύγει καί στήν ἀπάτη. Ὡς γνωστόν, ἀπάτη εἶναι εἶτε ἡ παρουσίαση ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν, εἶτε καί ἡ ἁπλή ἀποσιώπηση τῆς ἀληθείας. Ἀπό ἕναν τέτοιον ὁρισμό προκύπτει ἡ ἐπικρατέστερη ἄποψη τῶν συνηθισμένων ἀνθρώπων ὅτι ἡ ἀπάτη ἐπιτυγχάνει ἀφ’ ἑνός μέν λόγῳ τῆς εὐφυΐας τοῦ ἀπατεῶνα, ἀφ’ ἑτέρου δε λόγω τῆς εὐπιστίας τοῦ θύματος. Ὅμως, ὁ καθένας, ἀκόμη καί ἔνας βλάκας, μπορεῖ νά παρουσιάσει ψεύτικα πράγματα ὡς ἀληθινά.

Ἡ ἀπάτη εἶναι ὁ διανοητικά εὐκολώτερος δρόμος, γι’ αὐτό καί καταφεύγει σέ αὐτήν ὁ στερημένος ἀπό ἄποψη εὐφυΐας. Ἀντιθέτως τά ἔντιμα μέσα εἶναι δυσκολώτερα, διότι προϋποθέτουν διανοητική ἐνέργεια καί πραγματική ἀτομική ἀξία. Παρόλα ταῦτα, μεταξύ τῶν θαυμαστῶν τῶν ἀπατεώνων εἶναι εὐρύτατα διαδεδομένη ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔνας ἀπατεῶνας ὄχιμόνον ἀποκλείεται νά εἶναι βλάκας, ἀλλά ὁπωσδήποτε εἶναι εὐφυής. Αὐτή ἡ ἀντίληψῃ προέρχεται ἀπό τήν «θεωρία» τῶν βλακῶν περί τῆς εὐπιστίας. Πράγματι, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ βλακωδέστερος τῶν βλακῶν θά μποροῦσε νά ἐξαπατήσει ἕναν Κάντ ἤ ἕναν Μπετόβεν. Κι αὐτό διότι ἡ εὐπιστία, θεωρώντας ἐκ τῶν προτέρων τά ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καί συνεπῶς εὐφυῆ, εἶναι τό μεγαλύτερο τεκμήριο πνευματικῆς ἀνάπτυξης καί πολιτισμοῦ. Ὅμως οἱ βλᾶκες εἶναι ἐθισμένοι νά «σκέπτονται» ὄχι μέ τόν νοητικό μηχανισμό, τόν ὁποῖον ἄλλωστε δέν διαθέτουν, ἀλλά μέ χονδροειδεῖς καί μόνον ἐξωτερικές ἐντυπώσεις. Δέν ἐρευνοῦν τίς αἰτιοκρατικές σχέσεις, ἀλλά ἐντυπωσιάζονται ἀπό τό μεμονωμένο γεγονός μίας ἐπιτυχημένης ἀπάτης καί ἀπό ἔνα τέτοιο γεγονός συνάγεται μέ συνοπτικές διαδικασίες ἀφ’ ἑνός μέν ἡ βλακεία τοῦ θύματος, ἀφ’ ἑτέρου δε ἡ εὐφυΐα τοῦ ἀπατεῶνος.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Eὔκολα μποροῦμε νά διαπιστώσουμε ὅτι ἡ παραγωγή βλακῶν δέν εἶναι ταξική. Ἡ φύση δέν ἔδωσε σέ μία ὡρισμένη κοινωνική τάξη τό ἐπίζηλο αὐτό προνόμιο. Καμμία κοινωνική τάξη δέν στερήθηκε τούς βλᾶκες καί τόν ἰδιαίτερο κοινωνικό τους ρόλο. Ἡ βλακεία δέν ἔχει ταξική πατρίδα. Ψυχολογικές εἶναι οἱ διαφορές πού δημιουργοῦν τίς ποικιλίες καί τίς παραλλαγές μεταξύ τῶν βλακῶν πού ἀνήκουν σέ διαφορετικές κοινωνικές τάξεις καί ἡ ἑκάστοτε ἀνώτερη τάξη φαίνεται ὅτι ἔχει προικιστεῖ πλουσιοπάροχα μέ τούς πλέον διασκεδαστικούς ἀπό τούς τύπους αὐτούς.

Ὁ βλάκας τῆς ἀνώτερης τάξης, μέ τήν φυσική ἀτροφία στόν βουλητικό του κόσμο καί χωρίς καμμία δική του πνευματικότητα, λαμβάνει πολύ σοβαρά ὑπ’ ὄψιν του τήν ἀτελείωτη σειρά ἀπό τά «πρέπει» καί τις ἀπαγορεύσεις πού τοῦ ἐπιβάλλει ἡ εὐπρεπής του οἰκογένεια. Ἔτσι, μέσα στόν ταξικό του κύκλο κερδίζει τόν τίτλο τοῦ «καλοῦ παιδιοῦ», ἐνῶ στήν ἀντικειμενική διάλεκτο θά μποροῦσε νά ἀποκληθεῖ μέ ἐπιείκεια «εὐπρεπής» ἤ «καθώς πρέπει βλάξ». Ἀντίθετα, ἔνα παιδί τοῦ λαοῦ ὀνομάζεται σέ ἀντίστοιχη περίπτωση, κατά κυριολεξία καί χωρίς ἐπιείκεια, πολύ ἁπλᾶ καί πολύ λαϊκά καί ἐντελῶς ἀπερίφραστα «κόπανος». Καί στά πλαίσια τῆς κατώτερης κοινωνικῆς τάξης τά πράγματα εἶναι γιά τόν βλάκα παρά πολύ πιό δύσκολα.

Ἕνας βλάκας ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξης ἀπολαμβάνει στήν μαθητική του ἡλικία ὅλη τήν μορφωτική ἀγωγή καί περιποίηση, πού τόν κάνουν νά παραμένει ψυχολογικά ἀμείωτος. Αὐτό ὅμως σέ πρεσβύτερη ἡλικία ἐπαυξάνει τήν γελοῖα του αὐτοπεποίθηση, τοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά φτάσει ἀνενόχλητος σέ ὑψηλά κοινωνικά ἀξιώματα καί ἡ ἀτομική του ὕπαρξῃ, ὡς μή ὄφειλε, εἶναι γνωστή στήν κοινωνία. Ἀντίθετα ἔνας βλάκας-παιδί τοῦ λαοῦ χειραγωγεῖται πολύ σκληρά, τόσο ἀπό τούς γονεῖς του, ὅσο καί ἀπό τούς δασκάλους του καί τούς συμμαθητές του στό σχολεῖο.

Καί αὐτή ἡ σκληρότητα μπορεῖ νά τόν φτάσει μέχρι τήν πλήρη ψυχολογική ἐξουθένωση μέ τήν ὑποτίμηση, τούς προπηλακισμούς, τίς φάρσες, τίς ὕβρεις καί τίς βιαιοπραγίες. Μετά ἀπό ὅλα αὑτά βέβαια ὁ βλάξ τῶν λαϊκῶν τάξεων εἶναι πάρα πολύ δύσκολο νά ἀνέλθει στήν κοινωνική κλίμακα, γι’ αὐτό καί σέ σύγκριση μέ τόν γεμᾶτο αὐτοπεποίθηση καί ἐπάρση βλάκα τῶν ἀνωτέρων τάξεων, εἶναι πολύ λιγότερο γελοῖος, συμπαθέστερος, σεμνότερος, ἐν πολλοῖς ἄγνωστος καί βεβαίως ἀκινδυνώτερος. Ὅπως καί νά ἔχουν τά πράγματα ὅμως, τό πνευματικό προλεταριᾶτο πάσης ταξικῆς καταγωγῆς εἶναι ἕνα καί ἑνιαίο.

ΤΕΛΙΚΑ ΜΗΠΩΣ Η ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ;

Μετά ἀπό ὅλη αὐτήν τήν θεώρηση τῶν πραγμάτων, ἕνα μεγάλο ζήτημα πού προκύπτει εἶναι ἡ σχέση μεταξύ τοῦ βλάκα καί τοῦ ἐπιτήδειου ἤ καί τοῦ ἀπατεῶνα. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ σχέση ἀνάμεσα στήν τιμιότητα καί τήν βλακεία ἤ ἀνάμεσα στήν ἀνηθικότητα καί τήν εὐφυΐα. Οἱ περισσότεροι συνηθισμένοι ἄνθρωποι θεωροῦν τόν ἐπιτήδειο καί τόν ἀπατεῶνα ἐνδεχομένως ἀνήθικους, τούς κατατάσσουν ὅμως ἀναμφισβήτητα μεταξύ τῶν εὐφυϊῶν. Οἱ περισσότεροι συνηθισμένοι ἄνθρωποι διαχωρίζουν τήν ἀνηθικότητα ἀπό τήν βλακεία καί τό ἦθος ἀπό τήν εὐφυΐα. Ὅμως συμβαίνει ἐντελῶς τό ἀντίθετο: Ὁ ἐπιτήδειος καί ὁ ἀπατεών εἶναι ἀπλᾶ καί μόνον ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καί ἰδού πῶς: Κανένας ἄξιος ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀνάγκη τήν ἐπιτηδειότητα καί τήν ἀπάτη γιά νά προωθηθεῖ καί νά ἐπικρατήσει. Κανένας ἄνθρωπος μέ πραγματική ἀξία δέν ἔχει ἀνάγκη νά γίνει ἐπιτήδειος ἤ ἀπατεών.

Ἡ πονηρία ἀποτελεῖ φυσική ἰδιότητα τῶν βλακῶν καί ἀναπτύσσεται σάν ἡ μόνη ἐφικτή ἄμυνα, στήν ὁποία ἡ φυσική ἀτροφία τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ τῶν βλακῶν ἐπιτρέπει νά ἀναπτυχθεῖ. Ἀπό αὐτήν καί μόνον τήν διαπίστωση προκύπτει ὅτι μόνον ἕνας ἄνθρωπος πνευματικά ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκη τήν ἐπιτηδειότητα καί τήν ἀπάτη γιά νά προωθηθεῖ καί νά ἐπικρατήσει. Ἀπόλυτη συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας ἑνός βλάκα εἶναι ἄλλωστε ὄχι μόνον ἡ ἀγελαῖα του τάση, ὄχι μόνον ἡ προώθησή του, πλάτη μέ πλάτη, μέ τήν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ἀλλά καί ἡ ἔλλειψη ἀντίθετης γνώμης, ἡ ἀποφυγή κάθε σύγκρουσης καί κάθε μάχης καί ἡ προσφυγή, ἀντί ὅλων αὐτῶν, στά εὐτελέστερα καί εὐκολώτερα μέσα τῆς κολακείας, τῶν ἐκδουλεύσεων, τῆς ἐπιτηδειότητας καί τῆς ἀπάτης. Ἐξ’ οὗ καί ἕπεται τό ἀκλόνητο τοῦτο δόγμα: Ἡ ἀνηθικότητα ἀποτελεῖ ἀποκλειστικό προϊόν βλακείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :