Η πρώτη καταγραφή Έλληνα στην Αυστραλία







Πέμπτη 27 Αυγούστου 1829 οι καταδικασμένοι πειρατές φθάνουν με πλοίο στο φυσικό λιμάνι της πόλης του Σίδνεϊ. Μόλις αποβιβάζονται καταγράφονται ένας – ένας στα αρχεία. Η αρχή θα γίνει από τον «Αντώνιο του Μανώλη». O νεαρός «Antonios Manolis» λοιπόν, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στα έγγραφα του αυστραλιανό κράτος, έμελλε να είναι ο πρώτος καταγεγραμμένος Έλληνας που πατούσε το πόδι του στην Αυστραλία. Για τον ίδιο εννοείται πως δεν σήμαινε κάτι αυτή η πρωτιά, ωστόσο στις μέρες μας έφθασε να τιμάται από την Ομογένεια ως εμβληματική προσωπικότητα. Μάλιστα το όνομά του έχει δοθεί και σε έναν από τους δρόμους της πόλης Πίκτον (Picton) της πολιτείας της Νέας Νότιας Ουαλίας, όπου και έζησε ελεύθερος.

Πάμε όμως να συνεχίσουμε την ιστορία προκειμένου να δούμε πως έφθασε στο σημείο να απελευθερωθεί. Οι Έλληνες πειρατές δεν στοιβάχτηκαν από τις αρχές σε ένα κελί, αλλά αξιοποιήθηκαν στις καλλιέργειες – κάτι σαν τις αγροτικές φυλακές θα το παρομοιάζαμε. Ο Μανώλης όπως όλα δείχνουν, συνέβαλλε σημαντικά στη διαμόρφωση του ιστορικού κτήματος Elizabeth Farm που βρίσκεται στο Νόρφολκ (προάστιο του Σίδνεϊ) και από το 1820 διέθετε μια εξοχική κατοικία και 1.000 στρέμματα γης. Κατά τη διάρκεια των καταναγκαστικών έργων, φέρεται να διαμόρφωσε τους αμπελώνες της φάρμας σε πέργκολες, στα πρότυπα των αντίστοιχων της Πελοποννήσου.

Η κίνηση καλής θελήσεως από την Αγγλία

Τα χρόνια περνάνε, η Ελλάδα αποκτά το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου την ανεξαρτησία της και τέσσερα χρόνια αργότερα, το νεοσύστατο βασίλειο της βαλκανικής χερσονήσου αιτείται τον επαναπατρισμό των επτά καταδικασμένων ναυτικών της. Η Αγγλία διατηρεί αγαστές σχέσεις με τη χώρα μας και το 1837, προβαίνει σε μια κίνηση καλής θελήσεως. Δίνει χάρη στους Έλληνες πειρατές και το δικαίωμα να επιστρέψουν στην πατρίδα, υπό τον όρο να καταβληθούν τα έξοδα μεταφοράς τους, που υπολογίζονταν σε 4.921 δραχμές. Η Αντιβασιλεία του Όθωνα Α’ που διοικούσε τον τόπο, δέχεται. Οι πέντε από τους επτά πράγματι αμνηστεύονται.

Οι άλλοι δύο όμως, σκέφτονται πως ίσως δεν θα ήταν κακή ιδέα να παραμείνουν τελικά στην Αυστραλία από το να γυρίσουν πίσω. Άλλωστε στην Ελλάδα δεν θα είχαν με κάτι να ασχοληθούν και στην νησιωτική βρετανική Κοινοπολιτεία έκριναν ότι τους δίνονταν ευκαιρίες για μια καλύτερη ζωή. Έτσι, ο Αντώνης Μανώλης και ο συμπατριώτης του Γκίκας Βούλγαρης παρέμειναν στην Ωκεανία.

Από πειρατής, καλλιεργητής δικής του γης

Ο πρώτος εργάστηκε ως κηπουρός και αμπελουργός, έμμισθος αυτή τη φορά, το 1854 σε ηλικία 50 ετών, θα γίνει ο πρώτος Αυστραλός υπήκοος ελληνικής καταγωγής, ενώ με τα χρήματα που αποταμίευσε κατόρθωσε να αγοράσει τη δική του γη στο Picton (δύο αγροτεμάχια, στο Hill Street και στο Upper Picton). Σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα, είχε παντρευτεί το 1843 την Elizabeth Corey στην καθολική εκκλησία St. Bede, στο Appin και μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον James. Ο γάμος τους δεν φαίνεται να ευτύχησε, αφού τον Ιανουάριο του 1864 η σύζυγός του, υπέβαλλε μήνυση για εγκατάλειψη, κατηγορία που παραγράφηκε καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν παρέστη στο δικαστήριο.

Η εγχάραξη στην επιτύμβια πλάκα

Ο Μανώλης θα πεθάνει στις 22 Σεπτεμβρίου 1880, την ώρα που εργαζόταν στο κτήμα του. Εκτιμάται πως ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στην περιοχή πάντως, γιατί στον τάφο του υπάρχει μέχρι και σήμερα επιτύμβια πλάκα. Σε αυτή είναι σμιλευμένος ένας στίχος ενός ντόπιου, του Henry Hooke, που του άρεσε η ποίηση. Γράφει χαρακτηριστικά: «In a strange land the stranger finds a grave, far from his home beyond the rolling wave» (σε ελεύθερη μετάφραση: «Σε μια παράξενη γη, ο ξένος βρίσκει τάφο μακριά από το σπίτι του, πέρα από το κύμα»).

Ο Γκίκας Βούλγαρης από την άλλη πλευρά, που επίσης επέλεξε να παραμείνει στην Αυστραλία, παντρεύτηκε την Ιρλανδή Mary Lyons με την οποία απέκτησε… 10 παιδιά και 52 εγγόνια, έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861, έμαθε καλά την αγγλική γλώσσα και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :