Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Σχέδιο εποικισμού «εξαπολύουν» οι Τούρκοι στα Πριγκηπονήσια- Η ιστορία των Ελληνικών νησίδων του Μαρμαρά

Τον περαιτέρω εποικισμό των Πριγκιποννήσων στη Θάλασσα του Μαρμαρά, νότια της Κωνσταντινούπολης, στο στόμιο του κόλπου της Νικομηδείας, σχεδιάζει η τουρκική κυβέρνηση σύμφωνα με καταγγελίες ακτιβιστών.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της τουρκικής εφημερίδας Hurrıyet, το νέο οικιστικό σχέδιο (με αλλαγή του οικοδομικού κανόνα), ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο στην αύξηση του πληθυσμού στα Πριγκηπόννησα.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι το νέο σχέδιο εγκρίθηκε από τον Δήμο των Πριγκιποννήσων και τον Δήμο της Κωνσταντινούπολης και εκκρεμεί η έγκριση του από το 5ο Τμήμα του Συμβουλίου Διατήρησης της Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς της Κωνσταντινούπολης.
Στο σχέδιο περιλαμβάνονται τα νησιά: Πρίγκηπος, Πρώτη, Αντιγόνη και Χάλκη, ενώ εξαιρούνται η Πλάτη, η Οξειά και η Αντιρόβυθος.

ΕΙΚΟΝΕΣ




Το δημοσίευμα σημειώνει ότι μέχρι το τέλος του 2017, θα έχει δοθεί το «πράσινο φως» στο σχέδιο.




Οικία στην νήσο Χάλκη




Ο εκπρόσωπος της MKO «Άμυνας των Πριγκηποννήσων», Ομέρ Σουβαρί, εξέφρασε τις αντιδράσεις του, δηλώνοντας τα εξής:
«Κανένας δεν ρώτησε τους κατοίκους. Τα οικόπεδα και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια των Ρωμιών που έφυγαν τη δεκαετία του 1950, θα «καταληφθούν».
Θα ενωθούν κομμάτια γης και θα εμφανιστούν κατασκευασμένα συγκροτήματα, σαν αυτά που βλέπουμε στις ακτές του Αιγαίου και της Μεσογείου».
Από την πλευρά του ο Δήμαρχος των Πριγκηπόννησων, Αττίλα Αϊτάς, απάντησε στις εν λόγω κριτικές, ισχυριζόμενος πως οι νέες αλλαγές θα θέσουν τα Πριγκηπόννησα υπό προστασία και ότι δεν αληθεύει ότι το νέο σχέδιο θα αυξήσει τον πληθυσμό των νησιών.

Τα Πριγκηπονήσια μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Αριστοτέλη με το όνομα «Χαλκηδόνιοι νήσοι» ή «Δημόνησοι», από το όνομα κάποιου Δημόνησου, ο οποίος πρώτος κατεργάστηκε τον υποθαλάσσιο χαλκό, που ανέσκαπταν στον παρακείμενο βυθό είλωτες εργάτες.
Τα νησιά αυτά αποτέλεσαν από ενωρίς τόπο εξόρυξης χαλκού, που ήταν πολύτιμο μετάλλευμα εκείνα τα χρόνια, από αποίκους Μεγαρείς, Αιολείς και Μιλησίους.

Η ονομασία «Δημόνησοι» επιβίωσε για πολλούς αιώνες, αφού έτσι τις αναφέρει ο Ησύχιος ο Μιλήσιος τον 6ο αιώνα μ.Χ.






Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρεται στην εξόρυξη του κυανού μεταλλεύματος (δηλαδή της γαλαζόπετρας ή θειικού χαλκού) από το βυθό της θάλασσας, κάτι που σημαίνει ότι το κοίτασμα δεν είχε ακόμα εξαντληθεί.

Η σημερινή ονομασία προήλθε από την εποχή που το μεγαλύτερο νησί υπήρξε ιδιοκτησία του βυζαντινού πρίγκηπα Ιουστίνου Κουροπαλάτη, στα 569 μ.Χ., ο οποίος έκτισε και ανάκτορο σε αυτό.

Έκτοτε το νησί ονομάστηκε «Νήσος του Πρίγκηπος» και κατ’ επέκταση τα γύρω νησιά «Πριγκηπόνησα».

Πλήθος πριγκήπων και βυζαντινών αξιωματούχων κατέφευγαν στα ειδυλλιακά αυτά νησιά για ξεκούραση και συλλογισμό.

Οι Οθωμανοί τα αποκαλούσαν με διάφορα ονόματα κατά καιρούς, όπως:

- Kizil adalar (Ερυθρόνησα), από τις κοκκινωπές ανταύγειες των οροσειρών τους.

- Papaz adalari (Παπαδονήσια), επειδή τα κατοικούσαν πολλοί καλόγηροι.

- Seytan adalari (Διαβολονήσια), μεταφράζοντας κυριολεκτικά το «Δαιμονόνησα», που ήταν παραποίηση του αρχαίου «Δημόνησοι».

Στην καθημερινή ομιλία οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης τα αποκαλούσαν «τα Νησιά», ενώ η σημερινή επίσημη τουρκική ονομασία τους είναι: Istanbul adalari (Τα νησιά της Πόλης).

Μετά την Άλωση του 1453

Στη διάρκεια των γεγονότων της Άλωσης, τα Πρικηπόνησα αντιστάθηκαν μάταια στις επιθέσεις των Οθωμανών, με αποτέλεσμα μετά την κατάκτησή τους ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής να πουλήσει τους κατοίκους ως σκλάβους.

Στα έρημα νησιά μετέφερε υποχρεωτικά οικογένειες από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Οι νέοι κάτοικοι επωφελήθηκαν από τις φορολογικές απαλλαγές που είχαν τα νησιά και αναπτύχθηκαν γρήγορα.

Οι απαλλαγές αυτές προσέλκυσαν κι άλλους χριστιανούς από διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να πυκνώσει ο πληθυσμός τους.

Οι περιηγητές τα θεωρούσαν αμιγώς ελληνικά νησιά (Iles de Grece), αφού τα κατοικούσαν κυρίως Έλληνες.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία και αργότερα με την εμπορική ναυτιλία συσσωρεύοντας αμύθητα πλούτη.



Χάλκη ,θέα από την Θεολογική Σχολή της




Σταδιακά «αποικίστηκαν» κι από άλλους Ρωμιούς από τη Νάξο, την Άνδρο, την Κρήτη, τη Χίο κι από άλλα νησιά. Επίσης, από Έλληνες της Μικρασίας του Πόντου και της Θράκης.

Αναφέρονται ακόμα Μανιάτες και Τσάκωνες της Πελοποννήσου. Όλοι αυτοί με τον καιρό συγχωνεύτηκαν και οι απόγονοί τους θεωρούσαν πια τον εαυτό τους αυτόχθονα πληθυσμό.

Τα Πριγκηπόνησα ήταν αυτοδιοικούμενα από εντόπιους προκρίτους και εκκλησιαστικά ανήκαν στη μητρόπολη Χαλκηδόνας.

Στα χρόνια πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αποτέλεσαν ασφαλές καταφύγιο για τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας.

Εκεί μπορούσαν χωρίς κίνδυνο να συζητούν για την προετοιμασία του αγώνα, αν και βρίσκονταν δυο βήματα από την έδρα του Σουλτάνου.

Μάλιστα συχνά τηρούνταν πρακτικά από τις συζητήσεις αυτές, τα οποία φυλάσσονταν σε ένα σιναΐτικο μετόχι ως το 1940 που τα πέταξαν αδαείς επίτροποι της μονής.



Τα Πριγκηπονήσια αποτελούνται απο την Πρίγκηπο (το μεγαλύτερο απο αυτά με 12.000 κατοίκους), την Χάλκη (το δεύτερο μεγαλύτερο με 2,500κατοίκους), την Αντιγόνη με 1500 κατοίκους και την Πρώτη με 1000 κατοίκους.Η Πρώτη συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό Αρμενίων και Εβραίων αναλογικά για κοινότητα στη Τουρκία.Η Αντιγόνη διαθέτει εξίσου μοιρασμένο πληθυσμό όπως και τα δυο μεγαλύτερα νησιά.




Από το 1861 τα Νησιά απετέλεσαν δημαρχιακό τμήμα (καζά) με κέντρο την Πρίγκηπο. Ήδη είχαν εξελιχθεί σε παραθεριστικά θέρετρα για τις εύπορες οικογένειες των Ρωμιών και των Αρμενίων της Πόλης. Από τις οικογένειες αυτές εκλέγονταν κυρίως οι δήμαρχοι.

Το 1894 ταλαιπωρήθηκαν από έναν μεγάλο σεισμό, αλλά σύντομα ανέκαμψαν. Πολλές σημαντικές οικογένειες της Πόλης προέρχονταν από εδώ ή είχαν τα εξοχικά τους: Καραθεοδωρή, Υψηλάντη, Σκυλίτση, Μαυρογένη κλπ. Την εποχή αυτή αριθμούσαν 10.250 μόνιμους Έλληνες κατοίκους.



Τα Πριγκηπονήσια αποτέλεσαν το αγαπημένο καλοκαιρινό θέρετρο παραθερισμού για μεγάλη μερίδα των Ελλήνων της Πόλης. Πολλά σπίτια, αρχοντικά καθώς και παραθεριστικές κατοικίες χτίστηκαν από το 1850 και ύστερα ενώ η ελληνική παρουσία πάνω στα νησιά ανέκαθεν ήταν έντονη.




Ο 20ός αιώνας ξεκίνησε με πολλά δεινά για τους κατοίκους των Νησιών.

Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η υποχρεωτική στρατολόγηση των φτωχότερων κατοίκων, η κατάληψη των κοινοτικών κτιρίων (σχολών, ορφανοτροφείων κλπ) από Τούρκους στρατιωτικούς και η εγκατάσταση στρατευμάτων διαφόρων χωρών επέφερε μεγάλες καταστροφές και απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό.

Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας με την μικρασιατική καταστροφή του 1922 πάγωσε το ελληνικό στοιχείο που απέμεινε στην Τουρκία και φυσικά στα Πριγκηπόνησα.





Ως το 1955 υπήρξε μια περίοδος ηρεμίας.

Το πογκρόμ των ελληνικών περιουσιών της Πόλης που συνέβη τότε σήμανε την αρχή του τέλους, ενώ ακολούθησαν οι απελάσεις του 1964.

Η αίσθηση ανασφάλειας των υπολοίπων κατοίκων, τους οδήγησε σε σταδιακή αναχώρηση, συχνά χωρίς τη διασφάλιση της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας τους.





Τη θέση τους πήραν μέτοικοι από τα βάθη της Μικρασίας, κυρίως Κούρδοι και Λαζοί. Σήμερα από τους 20.000 μόνιμους κατοίκους, ελάχιστοι είναι Έλληνες.


Με πληροφορίες από : http://constantinoupoli.com







Η ιστορία του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου (Φωτορεπορτάζ)









Το κτήριο άρχισε να ανεγείρετε το 1898 με σκοπό να μετατραπεί σε ξενοδοχείο με καζίνο, αλλά μετά την απαγόρευση του τότε σουλτάνουAbdul Hamit του Β’ αναζητήθηκε νέα χρήση.


Το 1903 με δωρεά της Ελένης Ζαρίφης προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στεγάστηκε το Εθνικό Ορφανοτροφείο. Λειτούργησε μέχρι και το 1964 και προσέφερε πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε 5744 παιδιά.




Θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα ξύλινα κατασκευάσματα στην Ευρώπη, είναι πενταόροφο και διαθέτει 206 δωμάτια, αίθουσες χορού, τραπεζαρίες και άλλους χώρους.
.



Νομικη πτύχη:Στις αρχές του αιώνα, το 1902, το πενταόροφο ξύλινο κτίριο στο λόφο της Πριγκήπου, μαζί με τη γύρω έκταση, περίπου 23 στρεμμάτων και ένα ακόμη διώροφο κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.





Από την επόμενη χρονιά, που το Πατριαρχείο το μεταβιβάζει στο ίδρυμά του για τα ορφανά μέχρι και το 1964, λειτουργεί ως ορφανοτροφείο. Οι τουρκικές αρχές αναγνώρισαν τη νομική υπόσταση του Ιδρύματος με το νόμο του 1935, ενώ με επόμενη απόφαση αναγνωρίζονται ως περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος τόσο τα κτίσματα όσο και η έκταση που τα περιβάλλει.






Το 1964 το τουρκικό κράτος, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, διατάζει την εκκένωση των κτιρίων από το Πατριαρχείο και η μεγάλη πυρκαγιά στη δεκαετία του ’80 του δίνει τη χαριστική βολή. Η τελευταία πράξη υφαρπαγής του από το τουρκικό δημόσιο γράφτηκε το 1997, οπότε και περιέρχεται στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων.



Από τότε και μέχρι το 2004 ξεκινά ο δικαστικός αγώνας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την τουρκική έννομη τάξη. Το 2005 προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που δικαιώνει το Φανάρι σχετικά με το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του επί του ορφανοτροφείου της Πριγκήπου, τον Ιούλιο του 2006.



Η δικαίωση των αγώνων του Φαναρίου γράφει μία νέα σελίδα για τα δικαιώματα όχι μόνο της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία αλλά και για άλλες εκκρεμείς υποθέσεις μειονοτικών ιδρυμάτων στη χώρα.






.





Φωτογραφίες: gmt. James Hughes, Firdevs Topal, Aytekin Kurt


.

.

.

.

.

.

.

.

.


.



Εγκαινιάσθηκε στις 21 Μαΐου του 1903 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄.




Λίγους μόλις μήνες προηγουμένως, ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ είχε εκδώσει σχετικό φιρμάνι, με το οποίο επιβεβαιωνόταν ότι το Πατριαρχείο ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου.



Σημειώνεται ότι το Φανάρι είχε παραχωρήσει τη χρήση του κτιρίου στο ομογενειακό «Ιδρυμα
του Ορφανοτροφείου Αρρένων». Μέχρι το 1964, οπότε οι τουρκικές Αρχές το έκλεισαν, προβάλλοντας τον κίνδυνο πυρκαγιάς, περισσότερα από 5.700 παιδιά βρήκαν προστασία στο ξύλινο συγκρότημα.






Το 1997 η Διεύθυνση Βακουφίων του υπουργείου Εσωτερικών της γειτονικής χώρας κήρυξε έκπτωτη την Εφορεία του Βακουφίου, που συγκροτούσαν επτά εκλεγμένα μέλη της Ομογένειας, και κατέσχεσε ουσιαστικά το κτίριο του Ορφανοτροφείου.







Για να το πετύχει αυτό η Διεύθυνση Βακουφίων ανέλαβε «πραξικοπηματικώς» τη διοίκηση του ιδρύματος και υποστήριξε πως το ακίνητο δεν ανήκει στο Πατριαρχείο, αλλά στο Βακούφι.






Τελικά, το Φανάρι, αφού εξάντλησε όλες τις νομικές δυνατότητές του στην τουρκική Δικαιοσύνη, προσέφυγε τελικώς το 2005 στο ΕΔΑΔ.










Από το http://constantinoupoli.com με Πηγές:omogeneia-turkey.com .matia.gr , ( φωτογραφίες: Ziya Tacir )

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου