Κύπρος: Οι ματωμένοι Ιούνιος και Ιούλιος του 1958 – Αγγλοτουρκική ανίερη συμμαχία

Τα βρωμερά παιχνίδια των Άγγλων εις βάρος της Κύπρου
Γράφει ο Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης

Το 1958, ενώ ο Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, εκδηλώθηκε απροκάλυπτα η ανίερη αγγλοτουρκική συμμαχία εναντίον των Ελλήνων της Κύπρου. Ο Ντενκτάς, με εντολή της Άγκυρας, άρχισε να ενώνει όλες τις ένοπλες τρομοκρατικές ομάδες, οι οποίες τελικά συναποτέλεσαν τον Αύγουστο, την ΤΜΤ. Η νέα αυτή οργάνωση τέθηκε υπό την ενιαία διοίκηση του αντισυνταγματάρχη του τουρκικού στρατού Αλί Ριζά Βουρουσκάν, που έφερε το ψευδώνυμο ‘‘Μπόσκουρτ‘‘. Πολιτικός αρχηγός ήταν ο Ντενκτάς, ο οποίος έπαιρνε απ’ ευθείας εντολές από την Άγκυρα και τον Βρετανό κυβερνήτη Σερ Χιου Φουτ, τον μετέπειτα λόρδο Κάραντον.

Από το Μάιο, προτού οργανωθεί πλήρως η ΤΜΤ, οι Τουρκοκύπριοι, πάντοτε με εντολές του Ντενκτάς, είχαν αρχίσει να προκαλούν ιταμά τους Έλληνες και να δημιουργούν επεισόδια σε βάρος τους, υπό την υψηλή προστασία των σιδερόφρακτων πραιτωριανών του Φουτ, ο οποίος ήταν και ο ηθικός αυτουργός της αιματοχυσίας που ακολούθησε, διότι όχι μόνο κάλυπτε, αλλά και υπέθαλπε τις τουρκικές προκλήσεις και τους βανδαλισμούς. Σε όλες τις πόλεις και τα μεικτά χωριά οι Τούρκοι προκαλούσαν με συμπλοκές τους Έλληνες και εμπρησμούς ελληνικών περιουσιών. Και οι Βρετανοί στρατιώτες, πλαισιωμένοι με Τουρκοκύπριους επικουρικούς αστυνομικούς, αντί να αποτρέπουν τις προκλήσεις, τις υπέθαλπαν και τις υποδαύλιζαν, αποθρασύνοντας έτσι τους Τουρκοκυπρίους.

O Iούνιος βρήκε τον λαό μας μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από τη μια οι πάνοπλοι πραιτωριανοί του Φουτ και από την άλλη οι βάνδαλοι της δυάδας Κουτσιούκ- Ντενκτάς. Τα βουνά μας ήταν ζωσμένα από στρατιώτες. Τα ορεινά χωριά αποκλεισμένα. Ολόκληρη η δίδυμη οροσειρά Αδελφοί και Μαχαιρά γέμισε σιδερόφρακτους πραιτωριανούς, που κτένιζαν, κυριολεκτικά, λαγκαδιές, βουνοπλαγιές και ρεματιές, για να εντοπίσουν κρησφύγετα και αντάρτες της ΕΟΚΑ. Η αστραπόβολη λάμψη της θυσίας του Αυξεντίου δεν άφηνε τον κατακτητή να κοιμηθεί ήρεμος. Ακόμα και στον ύπνο του τον κατάτρεχε και τον τρομοκρατούσε ο «αρχιτρομοκράτης», όπως τον αποκαλούσε, ημίθεος Σταυραετός του Μαχαιρά, που είχε ρεζιλέψει με την υπέροχη επική μάχη του, στις τρεις του Μάρτη 1957, ένα ολόκληρο πάνοπλο σύνταγμα.

Δυτικότερα, άλλες ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν ζωσμένα τα βουνά του Τροόδους, του Κύκκου και της Πάφου, αναζητώντας κρησφύγετα και αντάρτες της ΕΟΚΑ. Απέκλειαν τα ορεινά χωριά, επέβαλλαν κατ’ οίκον περιορισμό, το γνωστό αλήστου μνήμης ‘‘κέρφιου‘‘ και ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους, στερώντας τους σε μερικές περιπτώσεις και αυτά ακόμη τα βασικά είδη διατροφής, όπως έγινε στο Μηλικούρι και τον Αγρό. Ο δυσμενής αντίκτυπος από την απάνθρωπη συμπεριφορά των βρετανικών στρατευμάτων σε βάρος άμαχου πληθυσμού ήταν μεγάλος και στο εξωτερικό, σε σημείο που αναγκάστηκαν να επέμβουν διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις και να στείλουν παρατηρητές τους στην Κύπρο, για να υποβάλουν έκθεση σχετικά με τις βαρβαρότητες των Αγγλοτούρκων.

Όλο αυτό το διάστημα -Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 1958- οι Τούρκοι οργίαζαν κυριολεκτικά στις πόλεις και τα μεικτά χωριά, πάντοτε με την ανοχή και την κάλυψη των Βρετανών. Λίγο πριν από τα μεσάνυκτα της 7ης Ιουνίου, οι βόρειες συνοικίες της Λευκωσίας έζησαν εφιαλτικές στιγμές. Φανατισμένος τουρκοκυπριακός όχλος, οπλισμένος με χασαπομάχαιρα, σιδερολοστούς, πιστόλες επιτόπιας κατασκευής, χειροβομβίδες, μεγάλα ραβδιά – ματσούκες και εκρηκτικές ύλες, καθοδηγούμενος από τα όργανα της ΤΜΤ του Ντενκτάς, ξεχύθηκε αλαλάζοντας εναντίον των συνοικιών Τακτακαλά, Χρυσαλινιώτισσας, Αγίου Κασσιανού και Αγίου Λουκά. Οι εκρήξεις συγκλόνιζαν τη Λευκωσία και οι πυρκαγιές που προκάλεσαν οι μαινόμενοι βάνδαλοι σε σπίτια, καταστήματα και άλλες περιουσίες Ελλήνων έφταναν μεσούρανα. Ένα πρωτοφανές πανδαιμόνιο ακολούθησε. Χαλασμός κόσμου. Σε άγρια κατάσταση οι μαινόμενοι Τουρκοκύπριοι, με την κάλυψη των πάνοπλων Βρετανών, έκαιαν και λεηλατούσαν σπίτια και καταστήματα Ελλήνων, έσπαζαν πόρτες, παράθυρα και προθήκες ελληνικών καταστημάτων. Το οίκημα του ιστορικού σωματείου «Ολυμπιακός» έγινε παρανάλωμα του πυρός.

Όπως ήταν φυσικό, οι Έλληνες δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια μπροστά στην πρωτοφανή τουρκική βαρβαρότητα. Ξεπετάχτηκαν και άρχισαν να προτάσσουν αντίσταση, υπερασπίζοντας τις οικογένειες, τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Έστησαν πρόχειρα οδοφράγματα με πέτρες, ξύλα και άλλα αντικείμενα, για να εμποδίσουν την προώθηση των εξαγριωμένων Τουρκοκυπρίων. Ταυτόχρονα, οπλίστηκαν με ξύλα, πέτρες και ό,τι άλλο είχαν, για να προστατέψουν τις ζωές τους και εκείνες των οικογενειών τους. Σε βοήθεια των Ελλήνων των κάτω ενοριών έσπευσα και Έλληνες από τη Λευκωσία και τα προάστια, ανάμεσα στους οποίους και αγωνιστές της ΕΟΚΑ, εφοδιασμένοι με αυτοσχέδιες βόμβες τύπου υδροσωλήνα και «μολότωφ».

Κατά τις συγκρούσεις ένοπλοι Τουρκοκύπριοι επικουρικοί αστυνομικοί, με την κάλυψη πάνοπλων Βρετανών στρατιωτών, αλώνιζαν κυριολεκτικά τους δρόμους της Λευκωσίας και των προαστίων.

Νεκροί και τραυματίες

Νεκροί έπεσαν από τα τουρκικά φονικά όργανα την εφιαλτική εκείνη νύκτα οι Κώστας Ιωάννου Χριστοδούλου και Γεώργιος Κλεάνθους. Οι τραυματίες ήταν δεκάδες, αρκετοί σοβαρά. Ανάμεσά τους ο Ιωάννης Νικολάου από τον Πεδουλά, που κτυπήθηκε από σφαίρα στο στήθος και ο Ανδρέας Αδαμίδης, που δέχθηκε μαχαιριά στο υπογάστριο. Στο γενικό νοσοκομείο και σε ιδιωτικές κλινικές διακομίστηκαν δεκάδες τραυματίες. Όλοι τους έφεραν τραύματα που προκλήθηκαν από μαχαίρια, σιδερολοστούς, ρόπαλα, πέτρες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα.

Παρόμοια επεισόδια τουρκικής βαρβαρότητας, με την ανοχή των πραιτωριανών του κυβερνήτη Φουτ και του στρατηγού Ντάρλινγκ, συνέβησαν και σ’ όλες τις άλλες πόλεις καθώς και αρκετά μεικτά χωριά. Στη Λεμεσό, εξαγριωμένοι Τουρκοκύπριοι, οπλισμένοι κι αυτοί με μάχαιρες, σιδηρολοστούς, ρόπαλα, άλλα αιχμηρά αντικείμενα και εκρηκτικές ύλες, με την κάλυψη των Βρετανών στρατιωτών και Τουρκοκυπρίων επικουρικών, προσπάθησαν να καταλάβουν και να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη δεύτερη δημοτική αγορά. Την επόμενη μέρα συνέχισαν τις επιθέσεις τους, κατά τις οποίες δολοφόνησαν τον Ευαγόρα Νικολάου και τραυμάτισαν με μαχαίρια και σιδερολοστούς αρκετούς άλλους ανύποπτους Έλληνες, που συναντούσαν στους δρόμους. Για τη διάλυση του μαινόμενου τουρκικού όχλου επενέβησαν κάτοικοι άλλων ενοριών της Λεμεσού, ανάμεσα στους οποίους αρκετοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

Αιματηρά επεισόδια με πρωταγωνιστές εξαγριωμένους Τούρκους και πάντοτε με την κάλυψη και συνέργεια Βρετανών στρατιωτών, συνέβησαν στη Λάρνακα, την Αμμόχωστο και την Πάφο. Λονδίνο και Άγκυρα άρχισαν πια να συνεργάζονται στενά και απροκάλυπτα για τη διχοτόμηση της Κύπρου, σύμφωνα με το διαβόητο Σχέδιο Μακμίλαν. Στα επεισόδια της Λάρνακας Τούρκοι δολοφόνησαν εν ψυχρώ δυο Έλληνες και τραυμάτισαν αρκετούς άλλους. Στην Αμμόχωστο και στην Πάφο οι Τούρκοι βάνδαλοι τα βρήκαν σκούρα, διότι οι Έλληνες είχαν ήδη ετοιμάσει, με εντολή της ΕΟΚΑ, τις ομάδες Πολιτικής Άμυνας. Οι Βρετανοί, που έβλεπαν ότι οι Έλληνες άρχισαν πια να οργανώνουν σε παγκύπρια κλίμακα την Πολιτική Άμυνα και θα ήταν πια δύσκολο για τους ίδιους και τους Τούρκους να προβαίνουν σε βανδαλισμούς, επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό σ’ όλες τις πόλεις.

Συγκρούσεις σε Ομορφίτα και Καϊμακλί

Στις 3 η ώρα πρωί-πρωί της επόμενης μέρας, 8 Ιουνίου, μαινόμενοι Τούρκοι της Λευκωσίας, με εντολές της ΤΜΤ, πήραν την πρωτοβουλία και συνέχισαν τους βανδαλισμούς, πάντοτε με την κάλυψη των Βρετανών. Εξαγριωμένος όχλος, οπλισμένος με ππάλες, άλλα αιχμηρά αντικείμενα, εκρηκτικές ύλες και αυτοσχέδιες πιστόλες, επιχείρησε να καταλάβει τις δημοτικές πολυκατοικίες της Ομορφίτας. Οι Έλληνες της περιοχής, αψηφώντας την έντονη παρουσία των ένοπλων Βρετανών στρατιωτών, έτρεψαν σε φυγή τον τουρκικό όχλο.

Το απόγευμα οι Τούρκοι, και πάλι με την κάλυψη ενόπλων στρατιωτών του Φουτ, ξεχύθηκαν στους δρόμους της Ομορφίτας και επιχείρησαν να δολοφονήσουν Έλληνες που γύριζαν στα σπίτια τους από το Καϊμακλί. Οι Έλληνες τούς κυνήγησαν και τους έτρεψαν εις άτακτον φυγήν. Μαζί τους έφυγαν και οι ένοπλοι Βρετανοί στρατιώτες που τους κάλυπταν. Είχαν αντιληφθεί ότι δεν επρόκειτο να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την Ομορφίτα. Διότι οι κάτοικοί της ήταν αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν και να την διαφυλάξουν από κάθε εχθρική επιβουλή. Ο Βρετανός κυβερνήτης τα είχε χαμένα και διέταξε τον στρατηγό Ντάρλινγκ να επιβάλει κέρφιου στην περιοχή. Παρά τα περιοριστικά μέτρα των Βρετανών, με την απροκάλυπτη ανοχή τους, οι Τούρκοι εξακολουθούσαν ανενόχλητοι να προβαίνουν σε εμπρησμούς και άλλες εγκληματαικές ενέργειες.

Στις 10 Ιουνίου οι Τούρκοι δολοφόνησαν τον δημοτικό υπάλληλο Αντώνη Ιωάννου – Μπλάκκη και έβαλαν φωτιές σε περιουσίες Ελλήνων. Επίσης, πυρπόλησαν την ιστορική εκκλησία του Αγίου Λουκά, στη βόρεια ομώνυμη ενορία της Λευκωσίας. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική σ’ ολόκληρο το νησί. Η αγγλοτουρκική συνωμοσία σε βάρος των Ελλήνων της Κύπρου δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αδελφό του Αυστραλού Πρωθυπουργού Έβατ, που έτυχε να βρίσκεται εκείνες τις μέρες στην Κύπρο. Μόλις έφθασε στην Αθήνα, μετά την επίσκεψή του στο νησί μας, ο Έβατ δήλωσε ότι οι βιαιοπραγίες ήταν προμελετημένες από τους Τούρκους και ότι ο βρετανικός στρατός βιαιοπραγούσε και συνεργαζόταν σε πλείστες περιπτώσεις απροκάλυπτα με τους Τούρκους σε βάρος των Ελλήνων.

Σημερινή

loading...