Σε ποιους οφειλέτες θα «σβήνει» τα χρέη η Εφορία – Αλλάζουν τα κριτήρια για τις οφειλές που δεν μπορούν να εισπραχθούν

Σε κάθε περίπτωση οι οφειλές χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης εφόσον οι φορολογούμενοι περάσουν από εξονυχιστικό έλεγχο και διαπιστωθεί ότι δεν διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία
Παράθυρο για πάγωμα ληξιπρόθεσμων χρεών σε οφειλέτες με μικρής αξίας περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με το ύψος της οφειλής ανοίγει νέα απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ που αλλάζει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις για την είσπραξη.
Στην πράξη το νέο πλαίσιο καθίσταται ευνοϊκότερο για τους οφειλέτες καθώς τα χρέη τους μπορούν πλέον να εγγραφούν στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματη διαγραφή.
Πάντως σε κάθε περίπτωση οι οφειλές χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης εφόσον οι φορολογούμενοι περάσουν από εξονυχιστικό έλεγχο και διαπιστωθεί ότι δεν διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ταυτόχρονα έχουν ληφθεί εναντίον τους όλα τα αναγκαστικά μέτρα όπως κατασχέσεις, πλειστηριασμοί και ποινικές διώξεις.
Μετά την πάροδο δεκαετίας και υπό προϋποθέσεις τα χρέη θα μπορούν να διαγραφούν αλλά σε όλο αυτό το διάστημα οι οφειλέτες αλλά και όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα δεν θα μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα ούτε άλλο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ενώ θα είναι δεσμευμένοι οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί.
Με τη νέα απόφαση Πιτσιλή μπορούν να «μπουν στην άκρη» χρέη φορολογούμενων ακόμα και αν κατέχουν περιουσιακά στοιχεία που η αξία τους είναι χαμηλότερη από το 5% της συνολικής οφειλής και δεν ξεπερνά τα 100.000 ευρώ υπό την προυπόθεση ότι η φορολογική διοίκηση έχει εξαντλήσει όλα τα μέσα για την είσπραξη της οφειλής.
Επισημαίνεται ότι με βάση το ισχύον πλαίσιο στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης έχουν καταχωρηθεί οφειλές ύψους 26,3 δις. ευρώ με αποτέλεσμα τα εισπράξιμα ληξιπρόθεσμα χρέη να ανέρχονται σε 80,6 δις. ευρώ από τα 107 δισ. ευρώ που είναι συνολικά στην δεξαμενή.

Ειδικότερα η απόφαση Πιτσιλή ορίζει ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:

1. Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της Φορολογικής Διοίκησης και από τις έρευνες αυτές δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων ή διαπιστώθηκε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκεινται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων κατά των ανωτέρω ευθυνόμενων προσώπων με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον έχει λάβει χώρα κήρυξη των ευθυνόμενων προσώπων σε πτώχευση, η οποία δεν έχει περατωθεί. Η εκμίσθωση τραπεζικής θυρίδας από οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο δεν κωλύει τον χαρακτηρισμό των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, ακόμα και πριν λάβει χώρα η διάρρηξη αυτής, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί κατάσχεση στα χέρια τρίτου.

2. Έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής.

3. Έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις και (β) και είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών. Κατ’ εξαίρεση με την έκθεση ελέγχου πιστοποιείται η συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών, κατά ,

Οι εξαιρέσεις

Κατά παρέκκλιση χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές παρά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή συνυπόχρεου προσώπου, αν για τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, δεν υπερβαίνει το 5% του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των 100.000 ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή, όπου υπάρχει, ή από το ποσό του αθροίσματος της φορολογητέας αξίας των δικαιωμάτων αυτών για τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ όπως αυτό προκύπτει από την τελευταία συντεθείσα πράξη προσδιορισμού φόρου, ή από την έκθεση κατάσχεσης. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου αλλά η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό 100.000) ευρώ ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων.

β) Η συνολική αξία της κινητής περιουσίας του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με το ύψος της συνολικής βασικής ληξιπρόθεσμης οφειλής και δεν υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων 30.000 ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή ή από την έκθεση κατάσχεσης.

Επίσης κατά παρέκκλιση ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται οφειλές και στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών από την υπαγωγή της επιχείρησης του οφειλέτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης ή από τη λύση του νομικού προσώπου και η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, η οποία δεν υπερβαίνει το 5% του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των εκατό χιλιάδων 100.000 ευρώ. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου αλλά η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης εφαρμόζονται μόνο για οφειλές που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο έως την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους, και έχουν αναγγελθεί σε αυτή.

β) Αν ο οφειλέτης ή συνυπόχρεο πρόσωπο απεβίωσε χωρίς να καταλείπει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και ο επιζών σύζυγος ή μέρος συμφώνου συμβίωσης, τα τέκνα του οφειλέτη καθώς και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά. Στην περίπτωση αυτή, για το χαρακτηρισμό οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης, δεν απαιτείται έρευνα και επίσπευση της διαδικασίας είσπραξης σε βάρος των λοιπών κληρονόμων του αποβιώσαντος.

Μάριος Χριστοδούλου
www.bankingnews.gr

loading...