Ινδία: H ανερχόμενη υπερδύναμη, η εποχή Μόντι και τα διλήμματα της Δύσης

Ο Μόντι είναι ο δεύτερος πρωθυπουργός, μετά τον Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, που εξασφαλίζει μια τρίτη θητεία
Στην πολυπληθέστερη δημοκρατία στον κόσμο, την Ινδία, οι κάλπες των μεγαλύτερων εκλογών παγκοσμίως έμειναν ανοιχτές για πάνω από 44 ημέρες.

Σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι είχαν δικαίωμα ψήφου.

Συνολικά 8.360 υποψήφιοι διεκδίκησαν τις 543 έδρες της Κάτω Βουλής.

Η προσέλευση των ψηφοφόρων κυμάνθηκε στο 66%, σε μία εκλογική αναμέτρηση που οι δημοσκόποι θεωρούσαν δεδομένο ότι θα έστεφε απόλυτο νικητή τον ινδουιστή εθνικιστή πρωθυπουργό, Ναρέντρα Μόντι.

Όμως οι προβλέψεις τους έπεσαν έξω. Το ίδιο και οι υπολογισμοί του εδώ και 10 χρόνια ισχυρού άνδρα της Ινδίας.

Με περισσή αυτοπεποίθηση, ο 71χρονος Μόντι διατράνωνε προεκλογικά ότι ήθελε το κυβερνών κόμμα του, Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP), να κερδίσει υπερπλειοψηφία 400 εδρών.

Τελικά απέσπασε 240. Πολύ λιγότερες από τις 303 που είχε εξασφαλίσει στις εκλογές του 2019, αλλά και από τις 272 έδρες που απαιτούνται για την απόλυτη πλειοψηφία.

Εξασφαλίζει ωστόσο αυτόν τον «μαγικό» αριθμό και με το παραπάνω, με 294 έδρες, μαζί με τον δεξιό συνασπισμό Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας (NDA) υπό τον Μόντι.

Έτσι, παρά την πύρρειο νίκη του, γράφει ιστορία.

Ο ινδουιστής εθνικιστής Ναρέντρα Μόντι είναι μόλις ο δεύτερος πρωθυπουργός, μετά τον Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, που εξασφαλίζει μια ιστορική τρίτη θητεία, στα σχεδόν 77 χρόνια ανεξαρτησίας της Ινδίας.

Όμως από αυτές τις κάλπες, πραγματικά κερδισμένη βγαίνει η πολιτική δυναστεία Γκάντι και το νυν αντιπολιτευόμενο Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο, το κόμμα που ίδρυσε ο Νεχρού.

Κόντρα στον διχαστικό και ακραία εθνικιστικό λόγο του Μόντι, κατάφερε να διπλασιάσει τις έδρες του, φτάνοντας τις 99.

Μαζί με την κεντροαριστερή συμμαχία «ΙΝΔΙΑ» συγκεντρώνουν 232 έδρες.

«Πετύχαμε στις προσπάθειές μας να σώσουμε τη δημοκρατία και το Σύνταγμα», διακήρυξε ο Ραχούλ Γκάντι, πρώην επικεφαλής του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου, εγγονός της Ίντιρα Γκάντι και δισέγγονος του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού.

Αναφερόνταν στα πιο αμφιλεγόμενα σχέδια του Μόντι, σε περίπτωση που εξασφάλιζε πλειοψηφία δύο τρίτων, για ευρεία συνταγματική αλλαγή και μετατροπή της Ινδίας από κοσμικό σε ινδουιστικό κράτος.

Ο Ινδός πρωθυπουργός, Ναρέντρα Μόντι, πανηγυρίζει την πύρρειο νίκη του στα κεντρικά γραφεία του ινδουιστικού εθνικιστικού κόμματός του, στο Νέο Δελχί (REUTERS/Adnan Abidi)

Μετεκλογικές προσδοκίες και προκλήσεις

Για τον εθνικιστή Μόντι και το ινδουιστικό κόμμα του φαίνεται ότι γύρισε μπούμερανγκ η εξαιρετικά επιθετική, πολωτική προεκλογική τους εκστρατεία.

Ο Ινδός πρωθυπουργός καταγγέλθηκε ευρέως για ρητορική μίσους κατά μειονοτήτων, στοχοποιώντας άμεσα τα 210 εκατομμύρια μουσουλμάνους σε μια χώρα 1,4 δισεκατομμυρίων κατοίκων, όπου πλειοψηφούν οι ινδουιστές.

Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μόντι, σχεδόν από όλο το πολιτικό φάσμα, τον κατηγορούν ότι «εργαλειοποίησε» προεκλογικά τη Δικαιοσύνη για την άσκηση διώξεων σε βάρος στελεχών της ινδικής αντιπολίτευσης.

Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας (8,1% γενικά και υπερδιπλάσιο στους νέους,) ο αυξανόμενος πληθωρισμός (5% ο ετήσιος, 5% αυτός των τροφίμων) και οι κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες έπαιξαν επίσης ρόλο στην έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας μέσα από την κάλπη.

Το αποτέλεσμα ήταν επί της ουσίας το πολιτικό «κόντεμα» του Μόντι, παρά την εξασφάλιση της ιστορικής τρίτης θητείας του στην πρωθυπουργία.

Σε αντίθεση με την έως τώρα δεκαετή ηγεμονία του, θα βασίζεται εφεξής σε κυβερνητικούς εταίρους για να κυβερνήσει.

Αν και δεν διαφέρουν ριζικά σε βασικά θέματα διακυβέρνησης, τα μικρότερα κόμματα της Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας (NDA) θα διεκδικήσουν ανταλλάγματα.

Είναι μια κατάσταση που η κυβέρνηση του Μόντι δεν είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν.

Κατά πολλούς αναλυτές, «ξεφτίζει» το προφίλ του ως ισχυρού ηγέτη και σηματοδοτεί την απαρχή μιας αβέβαιης εποχής.

Κι αυτό, γιατί παραμένει ακόμη άγνωστο προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί εφεξής ο Μόντι.

Υπάρχει η ρεαλιστική επιλογή μιας πιο διαλλακτικής άσκησης της εξουσίας, με τον διαμοιρασμό της, κάνοντας την Ινδία πιο περιεκτική.

Υπάρχει επίσης η πιθανότητα η τρίτη πρωθυπουργική θητεία Μόντι να οδηγήσει σε περαιτέρω αυταρχισμό, καθώς η κυβέρνησή του έχει ακόμη πέντε χρόνια για να διαμορφώσει μια χώρα που αποτελεί αναδυόμενη δύναμη.

Αφίσες του Ινδού πρωθυπουργού, Ναρέντρα Μόντι, και υποψηφίων του κυβερνώντος κόμματος στη μεγαλούπολη Τσενάι (REUTERS/Riya Mariyam R)

Μια υπερδύναμη στον… «προθάλαμο»

Ανερχόμενη υπερδύναμη, διεθνής και περιφερειακός «παίκτης» με πυρηνικό οπλοστάσιο και ευρείες συμμαχίες, η Ινδία αποτελεί «πολύφερνη νύφη» σε αυτούς τους γεωπολιτικά τεταμένους και ασταθείς καιρούς.

Παρά την επαμφοτερίζουσα εξωτερική πολιτική της και τον αυταρχισμό της διακυβέρνησης Μόντι, η Δύση βλέπει έναν στρατηγικό σύμμαχο στο Νέο Δελχί, σε μια από τις πιο «καυτές» ζώνες του πλανήτη: αυτή της Ασίας-Ειρηνικού.

Η ιστορική αντιπαλότητα και ο ανταγωνισμός της με την Κίνα καθιστούν την Ινδία πολύτιμη εταίρο για τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους.

Προς επίρρωση, στην περσινή σύνοδο κορυφής των G20 στο Νέο Δελχί δόθηκε το «πράσινο φως» για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC).

Ένα σχέδιο πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη σύνδεση της Ινδίας με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής, μέσω δικτύων ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, σιδηροδρομικών γραμμών και λιμανιών.

Πρόκειται για ένα πλέγμα διαπεριφερειακών οδών εμπορίου, μεταφορών και ενέργειας.

Αναμένεται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά στην κινεζική παγκόσμια στρατηγική ανάπτυξης υποδομών Πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος»: ένα «πλέγμα» επενδύσεων, εμπορικών συναλλαγών, έργων υποδομής, δανειοδοτήσεων και γεωπολιτικής επιρροής.

Παραμένει ωστόσο στα «χαρτιά», ένεκα και του μαινόμενου πολέμου μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς στην αιματοβαμμένη Λωρίδα της Γάζας.

Αυτά εν μέσω προβλέψεων του ΔΝΤ ότι η Ινδία θα γίνει η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο μέχρι το 2027.

Θα παραμένει ωστόσο πίσω από την Κίνα.

Από την άλλη, θεωρείται απίθανο το Νέο Δελχί να διακόψει τους δεσμούς του με τη Μόσχα, τουλάχιστον όχι όσο εισάγει ρωσικό πετρέλαιο με… σκόντο.

Ενώ τίποτα δεν προϊδεάζει για αλλαγή της στάσης του απέναντι στη Δύση, με την οποία διατηρεί μεν στενούς δεσμούς, όμως στο πλαίσιο όχι μιας δεσμευτικής συμμαχίας, αλλά μιας σχέσης «δούναι και λαβείν».

in.gr

loading...