”Η Μακεδονία δεν σε χωρεί. Ζήτησε μεγαλύτερο βασίλειο!”

Δεν είχα διάθεση για γνωριμίες και γι’ αυτό ήμουν αποφασισμένη να μην αφήσω τίποτα και κανέναν να αποσπάσει την προσοχή μου από τις τρέχουσες ασχολίες μου, να με αποπροσανατολίσει. Το είχα κάνει μάλιστα γνωστό προ μηνός στην καλύτερη φίλη μου, με αφορμή την πρόσκλησή της σε δείπνο με παρέα στο σπίτι της, κάπου στην περιοχή Κυθηρίων.

Αργά και μάλλον διστακτικά κάθησα, θυμάμαι, στο τραπέζι. Χαιρέτησα τους παρευρισκόμενους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν παλιοί συνάδελφοι των γονιών μου ή παιδιά αποθανόντων δασκάλων που είχαν συνυπηρετήσει με εκείνους σε σχολεία της Νότιας Αθήνας.

Το δείπνο κυλούσε ευχάριστα με συζητήσεις γύρω απ’ την καθημερινότητα και τις επικείμενες εκλογές. Όμως κάπου στη μέση του χρόνου, άρχισα να συχνοκοιτάζω την ώρα νιώθοντας την ανάγκη να γυρίσω σπίτι.

Λες και διάβασε την πλήξη και τη νευρικότητά μου στο βλέμμα και τις κινήσεις μου, ένας από τους νεαρούς καλεσμένους μού χαμογέλασε με νόημα και άρχισε να αφηγείται την ταξιδιωτική εμπειρία του στην Ιταλία το περασμένο Πάσχα, που του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφθεί την αίθουσα υπογραφών του Βατικανού.

Κάρφωσα ξαφνιασμένη το βλέμμα μου πάνω του και ένιωσα να χαλαρώνω.Έγειρα ελαφρά προς τα πίσω ανακλαδίζοντας τα μουδιασμένα μου πόδια και μισόκλεισα τα μάτια για να εικονοποιήσω όσα μας έλεγε και αφορούσαν την περίφημη τοιχογραφία του Ραφαήλ με θέμα τη ”Σχολή των Αθηνών” (την πλατωνική Ακαδημία), που διακοσμούσε την πρώτη αίθουσα στο Αποστολικό Παλάτι του Βατικανού .

Στη μέση της πολύχρωμης νωπογραφίας* η αφρόκρεμα των Ελλήνων φιλοσόφων έδειχνε ισοϋψής, σαν να συμβολοποιούσε ο μεγάλος ζωγράφος στο έργο του (ενσάρκωση μοναδική του κλασικού πνεύματος της Ύστερης Αναγέννησης, 15ος-16ος αι.) την ισότιμη συμβολή τους στον κόσμο του πνεύματος.

Το εκπληκτικότερο όλων ήταν η μεγαλοφυής επιλογή του να παρουσιάσει σε σειρά αλληλοδιαδοχής (σχέση δασκάλου-μαθητή) τα κεντρικά πρόσωπα των ”γιγάντων του πνεύματος” (πλαισιωμένων κι από άλλους μεγάλους: τον Ευκλείδη, τον Πυθαγόρα, τον Θουκυδίδη και τον Αισχίνη) εν μέσω απλών πολιτών της Αθήνας του 5ου-4ου αι. π Χ.

Να παρουσιάσει αριστερά στο κέντρο τον Πλάτωνα (μαθητή του ωσεί παρόντα μεγάλου δασκάλου Σωκράτη), να υψώνει στον ουρανό το δεξί χέρι του και στο αριστερό το έργο του ”Τίμαιος”, και δεξιά στο κέντρο τον μαθητή του Πλάτωνα Αριστοτέλη (με το δεξί κατεβασμένο να δείχνει τη γη και το αριστερό να κρατά τα ”Ηθικά” του), τον δάσκαλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Φιλοσοφική Σχολή της Μίεζας (Ιερού χώρου των Νυμφών της αρχαίας Μακεδονίας, 2 χ.λ.μ από την Νάουσα του νομού Ημαθίας).

Γύρισα σπίτι παραζαλισμένη, με τα βλέφαρά μου βαριά από τη νύστα. Έπεσα να κοιμηθώ σαν υπνωτισμένη με τα ρούχα και είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου ένα παράξενο όνειρο βγαλμένο απ’ το αρχαιοελληνικό παρελθόν, που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος.

Ένα βουητό σύμπυκνο από φωνές και θορύβους, που θύμιζε αυλή του σχολείου, σηκώθηκε ξαφνικά γύρω μου σε κλίμακα απροσμέτρητη η οποία χανόταν στο βάθος του χρόνου μεταφέροντάς με στην αρχαία Μακεδονία…

Στο πίσω μέρος του παλατιού της Πέλλας (πρωτεύουσας του βασιλείου της) – εκεί που βρίσκονταν οι παλαίστρες, το γυμναστήριο και οι βασιλικοί στάβλοι – ήταν συγκεντρωμένοι πλήθος Αυλικοί, ιπποκόμοι, οικείοι της οικογένειας του Φίλιππου Β’, υπηρέτες και πολλά παιδιά.

Στην πλειοψηφία τους ήταν φίλοι του γιου του Αλέξανδρου, τους οποίους επιτηρούσαν ο ηλικιωμένος παιδαγωγός του Λεωνίδας** και η Σπαρτιατοπούλα αδελφή του Κλείτου*** Λανίκη (τροφός του Αλέξανδρου στα νηπιακά και παιδικά του χρόνια), η οποία κρατούσε απ’ το χέρι την μικρή (ετεροθαλή) αδελφή του Κυνάνη (γνωστή ως Κύνα, εξώγαμη κόρη του Φίλιππου και της πριγκίπισσας της Ιλλυρίας Αυδάτης) σε μικρή απόσταση από τη βασίλισσα-μητέρα του έφηβου Αλέξανδρου Ολυμπιάδα και τον βασιλιά πατέρα του.

Ο τελευταίος μιλούσε εκείνη την ώρα με τον Θεσσαλό έμπορα Φιλόνικο που του έφερε το πρωί την παραγγελιά του, η οποία του στοίχισε 13 τάλαντα (τίμημα τριπλάσιο απ’ τις κοινές περιπτώσεις): Ένα καθαρόαιμο, ατίθασο, άγριο και μεγαλόσωμο άλογο (τον Βουκεφάλα)****, το οποίο έριξε ήδη στο έδαφος και κλώτσησε έναν ιππέα φίλο του βασιλιά χλιμιντρίζοντας αφηνιασμένο.

Με τεντωμένους τους μυς του προσώπου του, ο μικρός Αλέξανδρος παρακολουθούσε ανήσυχος από μικρή απόσταση αυτούς που ταλαιπωρούσαν το απείθαρχο άτι. Κάποια στιγμή δεν άντεξε και σχολίασε αρνητικά στους φίλους του Φιλώτα και Κλείτο – την ανικανότητά τους να το τιθασεύσουν λόγω δειλίας και έλλειψης θάρρους (Πλούταρχος, ”Βίοι Παράλληλοι” – ”Αλέξανδρος”: ” […] Οἷον ἵππον ἀπολλύουσι, δι᾽ ἀπειρίαν καὶ μαλακίαν χρήσασθαι μὴ δυνάμενοι…” [μ.τ.φ: ”Τι άλογο χάνουν από απειρία και μαλθακότητα να το τιθασεύσουν”]).

Το άκουσε αυτό ο Φίλιππος και στράφηκε προς το μέρος του γιου του.

– Επικρίνεις τους μεγαλύτερους επειδή ξέρεις περισσότερα ή είσαι πιο ικανός απ’ αυτούς να κουμαντάρεις το άλογο; τον ρώτησε ειρωνικά.

Το πρόσωπο του μικρού Αλέξανδρου συνοφρυώθηκε βλέποντας πως ο πατέρας του τον χλεύαζε εκλαμβάνοντας τη σιγουριά του ως έπαρση αλαζονείας.

– Δεν επικρίνω κανέναν,του φώναξε με περίσσιο θάρρος. Πιστεύω, όμως, ότι αυτό το άλογο μπορώ να το κουμαντάρω καλύτερα από τον καθένα.

– Και πώς θα πληρώσεις την αυθάδειά σου, αν δεν τα καταφέρεις; τον προκάλεσε ο βασιλιάς.

– Θα σου δώσω την αξία του αλόγου, τον βεβαίωσε ο μικρός γιος του.

Ο κόσμος ξέσπασε σε χάχανα, αλλά το στοίχημα ήδη μπήκε.

Ο Αλέξανδρος, πριν πλησιάσει το άλογο, στράφηκε στον πατέρα του και του ζήτησε μια χάρη:

– Αν καταφέρω να το δαμάσω, θα μου το δώσεις για δικό μου;

Ο Φίλιππος συμφώνησε καγχάζοντας και συμπλήρωσε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα τον τιμωρούσε με βουρδουλιές μπροστά στους φίλους του.

– Θα το δαμάσω! Το υπόσχομαι!.., του φώναξε ο Αλέξανδρος αποφασισμένος να κάνει δικό του το τρελό και ξεροκέφαλο άλογο βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του.

Ξαφνικά, απλώθηκε ησυχία τριγύρω. Ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του έχοντας καρφωμένα τα μάτια στον διάδοχο του μακεδονικού θρόνου, που θα επιχειρούσε το ακατόρθωτο. Σαν γητευτής εκείνος πλησίασε ήρεμα το ατίθασο άτι με την πλούσια χαίτη και, καταλαβαίνοντας ότι φοβάται τον ίσκιο του, το έστρεψε αμέσως προς τη μεριά του ήλιου.

Το ζώο ανταποκρίθηκε πρόθυμα. Ο Αλέξανδρος άφησε τον χιτώνα του να πέσει κάτω και μ’ ένα πήδο κάθισε στη ράχη του με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα (την ίδια που θα έδειχνε αργότερα στην εκστρατεία του στην Ασία) κρατώντας γερά τα χαλινάρια του αλόγου.

Έσκυψε απαλά και κόλλησε σχεδόν το όμορφο κεφάλι του (με τα σκουρόξανθα μαλλιά, το κατάλευκο δέρμα και τα μελιά μάτια) στον μακρύ λαιμό του Βουκεφάλα μιλώντας του τρυφερά σαν να ήταν μικρό παιδί. Έτσι το δάμασε και ξεχύθηκε μαζί του στον απέραντο κάμπο της Πέλλας.

Σαν γύρισαν άλογο και αναβάτης, ο Φίλιππος έτρεξε να υποδεχτεί το γιο του και, με δάκρυα στα μάτια, του είπε συγκινημένος:

– Παιδί μου, η Μακεδονία δεν σε χωρεί. Ζήτησε μεγαλύτερο βασίλειο… (Πλούταρχος, ”Βίοι Παράλληλοι” – ”Αλέξανδρος”: ”[…] ὦ παῖ, ζήτει σεαυτῷ βασιλείαν ἴσην· Μακεδονία γάρ σ᾽ οὐ χωρεῖ” [ελ. μ.τ.φ: ”Παιδί μου, η Μακεδονία δε σε χωρεί. Ζήτησε μεγαλύτερο βασίλειο!]).

Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε συγκαταβατικά ακούγοντας τα διθυραμβικά λόγια του, γιατί ήξερε πως δεν είχε φτάσει η ώρα ακόμα (λόγω ηλικίας) να γίνουν πραγματικότητα αυτά που ονειρεύονταν οι δυο τους.Ήταν μικρός ακόμα ο ίδιος και δεν είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Έτσι τον πρώτο δάσκαλό του (τον Λεωνίδα), που του έδωσε τις βασικές γνώσεις, τον διαδέχθηκε ο Λυσίμαχος ο Ακαρνάνας. Ένας πρόσχαρος μέντορας που οδηγούσε τους μαθητές του στην αρετή μέσα από το παιχνίδι.

Με τον χρόνο να τρέχει, ωστόσο, ο ρόλος του Σταγειρίτη φιλοσόφου και επιστήμονα Αριστοτέλη (384-322 π Χ) πλησίαζε και ο Φίλιππος δεν άργησε να καλέσει τον κορυφαίο της εποχής του θεωρητικό και πρακτικό ”φιλόσοφο της μεσότητας και του μέτρου” (τον οποίο χαρακτηρίζει ”λαμπρή διάνοια” ο Καρλ Μαρξ στο ‘Κεφάλαιο”) να εγκατασταθεί στην Μακεδονία για τρία χρόνια (342-345) προσφέροντάς του αδρή αμοιβή, για να κάνει άξιο βασιλιά τον γιο και διάδοχό του.

Η αδρή αμοιβή έπιασε τόπο, γιατί μετουσιώθηκε στην ”Σχολή Αριστοτέλη” της Μίεζας, που κράτησε τον φιλόσοφο και τον μαθητή του Αλέξανδρο σε πορεία εκπαιδευτική υψηλού επιπέδου, μέχρι να αποφασίσει ο πρώτος να κατεβεί στην Αθήνα, όπου έμεινε μέχρι το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π Χ) έχοντας ιδρύσει εκεί το ”Λύκειον”, περίφημο ”Γυμνάσιον”-Γυμναστήριο κοντά στον Ιλισό, αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα απ’ όπου πήρε το όνομά του (βλ. Απόλλων-θεός λύκος- Περιπατητική φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλη, 334 π Χ).

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ

 

* Νωπογραφία ή φρεσκογραφία είναι τεχνική της δημιουργίας τοιχογραφιών με βάση τα χρώματα που απλώνονται απευθείας σε νωπή επιφάνεια. Κοιτίδα της τεχνικής αυτής ήταν η Μινωική Κρήτη.

** Ο πρώτος δάσκαλος του μικρού Αλέξανδρου, Λεωνίδας, καταγόταν απ’ το ελληνικό φύλο των Μολοσσών της Ηπείρου (όπως και η βασίλισσα Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγαλέξανδρου). Ήταν αυστηρός παιδαγωγός και προσπαθούσε να διδάξει στον γιο του Φιλίππου Β’ τη λιτότητα και την εγκράτεια.

*** Κλείτος (Ο επονομαζόμενος ”Μέλας” απ’ τη μελαχρινάδα του παιδικός φίλος του Αλέξανδρου, αδελφός της τροφού του Λανίκης): Μεγαλώνοντας έγινε αξιωματικός του Μακεδονικού στρατού και σωματοφύλακας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έφτασε στο αξίωμα του στρατηγού και έσωσε τη ζωή και του νεαρού βασιλιά της Μακεδονίας (διαδόχου του δολοφονηθέντα πατέρα του Φιλίππου Β’), αλλά ο Αλέξανδρος – αν και τον αγαπούσε – τον σκότωσε σ’ ένα μεθύσι του, όταν αμφισβήτησε τη συμπεριφορά και τη ”θεϊκή καταγωγή” του.

**** Κάποιες μαρτυρίες λένε πως τον Βουκεφάλα τον έφερε στον Φίλιππο ο Κορίνθιος Δημάρατος, φίλος του βασιλιά της Μακεδονίας, αλλά η εκδοχή προέλευσης του Βουκεφάλα απ’ τη Θεσσαλία είναι πιο πιθανή, γιατί η Θεσσαλία φημιζόταν για τα άλογά της.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

Πλούταρχος: ”Βίοι Παράλληλοι”- ”Ἀλέξανδρος” και ”Περί τῆς Ἀλεξάνδρου Τύχης ἢ Αρετ ῆς”

Αρριανός: ”Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις”

Διόδωρος Σικελιώτης: ”Ιστορική Βιβλιοθήκη”

Βούλα Ηλιάδου: ”Καλπάζοντας στον άνεμο” (ιστορικό μυθιστόρημα)

 

Κρινιώ Καλογερίδου

loading...