«Στον αιώνα μας της χαμέρπιας,/ Παντού, όπου κι αν κοιτάξεις,/ Ο άνθρωπος είναι τύραννος, προδότης ή φυλακισμένος.»

 

 

Ο διάλογος μεταξύ του Όλεγκ Κοστογκλότωφ και του Σουλούμπιν (σ.σ.- ο οποίος εμφανίζεται σε όλο το 31ο κεφάλαιο ως «Χουλουμπίν», εκ παραδρομής),  χαρακτήρες στο ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του νομπελίστα και εμβληματικού πολιτικού κρατουμένου των σοβιετικών Γκούλαγκ, Α. Σολζενίτσιν, «Πτέρυγα καρκινοπαθών», πρώτο δημοσιευμένο το 1966, μας αφορά και μας αγγίζει, σήμερα και πάντοτε…

Ο εσωστρεφής, ηλικιωμένος, Αλέξη Φιλίπποβιτς Σουλούμπιν, εν αναμονή μιας κρίσιμης χειρουργικής επέμβασης, ανοίγεται απρόσμενα στον Όλεγκ (κατά πρότυπον του Σολζενίτσιν), που βρίσκεται σε τροχιά ανάρρωσης, με το εξιτήριο, σχεδόν, στη τσέπη.     

Αποσπάσματα από το 31ο κεφάλαιο, «Τα είδωλα του εμπορίου», από την έκδοση του 1970, Εκδόσεις «Βιβλιοθήκη για όλους» (Α/φοι Τολίδη), παραθέτει η «ληξουριώτισσα»:

« [Σουλούμπιν] – […] Εσείς πάλι, έ, όπως κατάλαβα, πήγατε στον πόλεμο κι έπειτα στη φυλακή, δεν είν’ έτσι; 

  • Χωρίς να λογαριάσουμε ότι δεν μπόρεσα να σπουδάσω, να γίνω αξιωματικός. Χωρίς να λογαριάσουμε ότι είμαι ένας επ’ αόριστον εξόριστος. Ο Όλεγκ τ’ απαρίθμησε όλα αυτά χωρίς να υψώσει τη φωνή, με ύφος σκεφτικό. Χωρίς να λογαριάσουμε τον καρκίνο…
  • Καλά, όσο για τον καρκίνο, είμαστε πάτσι. Αλλά για τ’ άλλα, παλληκάρι μου…
  • Παλληκάρι; Θ’ αστειεύεστε! Θέλετε να πείτε ότι ζω ακόμη. Ότι δεν με ξέκαναν;
  • Για τ’ άλλα θέλω να σας πω αυτό: Εσείς, όπως και νάναι, έχετε πει λιγότερα ψέματα, καταλαβαίνετε; Σκύψατε λιγότερο το κεφάλι. Αυτό είναι κάτι! Εσάς, σας πιάνανε. Εμάς, μας ξεσήκωναν στις συγκεντρώσεις, για να σας χτυπήσουμε. Εσάς, σας τιμωρούσαν, εμάς μας ανάγκαζαν να επικροτούμε, όρθιοι τις δικαστικές αποφάσεις. Τι λέω, να επικροτούμε! Έπρεπε ν’ απαιτούμε να σας εκτελέσουν, να το απαιτούμε! Θυμάστε τι έγραφαν οι εφημερίδες: «Σαν ένας άνθρωπος, όλος ο σοβιετικός λαός ξεσηκώθηκε, όταν πληροφορήθηκε τ’ αποτελέσματα αυτής της ανήκουστης κακοήθειας…» Μονάχα αυτή η φράση «σαν ένας άνθρωπος», αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει; Είμαστε όλοι διαφορετικοί και ξαφνικά «σαν ένας άνθρωπος». Κι εμείς έπρεπε να χειροκροτούμε, να σηκώνουμε το χεράκι μας όσο γίνεται πιο ψηλά, για να μας δουν οι διπλανοί μας και το Προεδρείον. Και πέστε μου, ποιος δεν αγαπά τη ζωούλα του; Ποιος σηκώθηκε να σας υπερασπιστεί; Ποιος διαμαρτυρήθηκε; Υπήρχε κάποιος Ντίμα Ολίτσκι. Αυτός έκανε απλώς αποχή. Δεν ήταν κατά, σκεφθείτε το! Έκανε αποχή τη στιγμή που ψήφιζαν. «Να εξηγηθεί, φώναζαν οι άλλοι, να εξηγηθεί». Σηκώνεται τότε, κομπιάζοντας: «Νομίζω πως δώδεκα χρόνια μετά την επανάσταση, θα έπρεπε να βρούμε άλλα μέσα για να χτυπήσουμε…». «Α, τον προδότη! Τον πουλημένο! Τον χαφιέ…». Και την άλλη μέρα το πρωΐ  μια κλήση από την Γκεπεού. Και επ’ αόριστον… […]

Ο Κοστογκλότωφ προσπαθούσε να μη φανερώνει την ικανοποίησή του για τα όσα λέχτηκαν.

  • Αλέξη Φιλίπποβιτς, όλα εξαρτιώνται από το λαχνό που τράβηξες. Εσείς, στη θέση μας, θα είσασταν ένας από τους μάρτυρες, όπως εμείς. Κι εμείς πάλι, στη θέση σας, θα ήμασταν σαν κι εσάς οππορτουνιστές. Αλλά να, τι συμβαίνει: Εκείνοι που δυσανασχετούσαν, ήταν άνθρωποι όπως εσείς, που καταλάβαιναν, που είχαν καταλάβει από πολύ νωρίς. Αλλά για εκείνους που πίστευαν, όλα ήταν πολύ εύκολα. Για κείνους, τα λερωμένα χέρια τους, δεν ήσαν λερωμένα, αφού δεν το καταλάβαιναν!

Ο γέροντας του έριξε μια λοξή, φαρμακερή ματιά.

  • Και για πέστε μου, ποιοι πίστευαν;
  • Να, εγώ, παραδείγματος χάρη. Πίστευα μέχρι που έγινε η μάχη της Φιλανδίας.
  • Για σταθείτε, για σταθείτε, για πόσον καιρό πιστεύατε; Πόσος καιρός σας χρειάστηκε για να καταλάβετε; Ένα παιδί, δε λογαριάζεται! Αλλά να παραδεχτώ ότι από χθες ως σήμερα ένας εργατικός άνθρωπος έχασε τον κοινό νου, αυτό όχι! Δεν το δέχομαι. Άλλοτε, ο άρχοντας, από το μπαλκόνι του, μπορούσε να λέει στους χωρικούς ό,τι ήθελε. Εκείνοι γελούσαν κάτω απ’ τα μουστάκια τους. Ο άρχοντας φυσικά δεν ήταν χαζός, αλλά κι ο επιστάτης, απ’ τη γωνιά του, το καταλάβαινε κι αυτός. Κι όμως, μετά την ομιλία, υποκλινόντουσαν όλοι τους «σαν ένας άνθρωπος». Θα μου πείτε πως οι χωρικοί πίστευαν στον άρχοντά τους; Μα τι σόϊ άνθρωπος πρέπει νάσαι για να πιστεύεις; Συνέχισε απότομα ο Σουλούμπιν κι όλο και άναβε περισσότερο. Το πρόσωπό του ήταν απ’ εκείνα που, κάτω από ένα έντονο συναίσθημα, αλλοιώνονται, παίρνουν τελείως άλλη όψη και πάλλονται ολόκληρα. Πως, μονομιάς όλοι οι καθηγητές, όλοι οι επιστήμονες έγιναν σκιτζήδες, και βρίσκεται άνθρωπος που το πιστεύει; Οι καλύτεροι διοικητές μονάδων στον εμφύλιο πόλεμο, έγιναν κατάσκοποι των Γερμανών και των Γιαπωνέζων, κι εκείνος πιστεύει; Όλοι οι σύντροφοι του Λένιν έγιναν προδότες, κι εκείνος πιστεύει; Όλοι οι φίλοι του κι οι γνωστοί του έγιναν εχθροί του λαού, κι εκείνος πιστεύει; Χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες πρόδωσαν την πατρίδα τους, κι εκείνος εξακολουθεί να πιστεύει;  Θερίζονται πληθυσμοί ολόκληροι, από τους γέρους μέχρι τα μωρά, κι εκείνος εξακολουθεί να πιστεύει; Τότε, με συγχωρείτε, τι πρέπει νάναι αυτός ο άνθρωπος; Ηλίθιος;  Αλλά δεν πιστεύετε, φυσικά, ότι ολόκληρη η χώρα κατοικείται από ηλιθίους; Να με συγχωρείτε! Να με συγχωρείτε! Ο λαός δεν είναι ηλίθιος αλλά θέλει να ζήσει. Οι μεγάλοι λαοί ακολουθούν έναν νόμο: να επιζήσουν με κάθε θυσία. Κι όταν κάποτε, πάνω απ’ τον τάφο του καθενός μας, ρωτήσει η Ιστορία: ποιος ήταν αυτός; Δεν θα μένει παρά να διαλέξεις, κατά τον Πούσκιν:

«Στον αιώνα μας της χαμέρπιας,

Παντού, όπου κι αν κοιτάξεις,

Ο άνθρωπος είναι τύραννος, προδότης ή φυλακισμένος». 

Ο Όλεγκ ανατρίχιασε. Δεν τους ήξερε αυτούς τους στοίχους, αλλά έκλειναν μέσα τους αυτή τη τσουχτερή αληθοφάνεια, που σου φέρνει ολοζώντανους μπροστά στα μάτια σου και τον ποιητή και την αλήθεια.» 

  Ο Σουλούμπν, υψώνοντας απειλητικά το δάχτυλο, συνέχισε:

  • Για τον ηλίθιο, δεν βρήκε θέση στο στίχο του. Κι όμως ήξερε ότι υπάρχουν και ηλίθιοι. Όχι, η εκλογή μας είναι ανάμεσα στους άλλους τρείς – μονάχα. Και αφού εγώ δεν θυμάμαι να πήγα φυλακή, και ξέρω καλά πως δεν υπήρξα τύραννος, αυτό σημαίνει… Αυτό σημαίνει… Κι ο Σουλούμπιν χασκογέλασε μ’ ένα πνιγμένο βήχα.

Και βήχοντας όλο και κουνιόταν, μπρος και πίσω, πάνω  στο πάγκο.

  • Κι αυτή η ζωή, θαρρείτε πως είναι πιο εύκολη απ’ τη δική σας; Πέρασα όλη μου τη ζωή με το φόβο, και τώρα θα ήμουν πρόθυμος να την αλλάξω.

Σαν τον Σουλούμπιν, κι ο Κοστογκλότωφ, με την πλάτη γυρτή, κρατούσε ισορροπία πάνω στη στενή σανίδα του πάγκου, όπως το πουλί πάνω στο κλαρί.

Χάμω, μπροστά τους, έπεφτε η λοξή, μαύρη σκιά τους, με τα πόδια αναδιπλωμένα.

  • Όχι, Άλέξη Φιλίπποβιτς, τα λέτε λιγάκι πολύ ωμά. Κρίνετε πολύ αυστηρά. Για μένα, προδότες είναι αυτοί που συνέτασσαν τις καταγγελίες, αυτοί που προσκόμιζαν τις αποδείξεις. Μόνον από δαύτους, υπάρχουν χιλιάδες. Ας βάλλουμε, ένας χαφιές στους δύο, μας κάνει τρεις συλλήψεις: έτσι γίνονται μερικές χιλιάδες χαφιέδες. Αλλά να τους κάνουμε όλους τους άλλους προδότες, αυτό πάει πολύ. Κι ο Πούσκιν τα παραείπε. Η καταιγίδα σπάει τα δέντρα και λυγίζει το χορτάρι, αλλ’ αυτό δε σημαίνει πως το χορτάρι πρόδωσε τα δέντρα! Ο καθένας τη ζωή του. Το είπατε, εξ άλλου, και μόνος σας: να επιζήσει, αυτός είναι ο νόμος ενός λαού.

Ο Σουλούμπιν ζάρωσε το πρόσωπό του, τόσο πολύ που δεν απόμεινε παρά λιγάκι στόμα, ενώ τα μάτια εξαφανίστηκαν τελείως. Κάτι μεγάλα, ολοστρόγγυλα μάτια, κι όμως δεν έβλεπες παρά μια τυφλή, ζαρωμένη πέτσα.

Σταμάτησε το μορφασμό. Το πρόσωπο διατηρούσε το ίδιο γκρίζο χρώμα, με μια ελαφριά κοκκινίλα, αλλά τα μάτια φαίνονταν άτονα.

  • Καλά, ας το δεχτούμε: Εξευγενισμένο πνεύμα αγέλης. Ο φόβος μην απομονωθείς. Μη μείνεις έξω απ’ την κολλεκτίβα. Εξ άλλου, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Ήδη από τον 16ο αιώνα ο Βάκων είχε υποστηρίξει μια τέτοιου είδους θεωρία για τα είδωλα. Έλεγε ότι οι άνθρωποι ήταν ελάχιστα επιρρεπείς στο να στηρίζουν τη ζωή τους στη δική τους πείρα, και γι’ αυτό προτιμούσαν να τη βρωμίζουν με προκαταλήψεις. Τα είδωλα, είναι ακριβώς αυτές οι προκαταλήψεις. Τα είδωλα της φυλής, όπως τα ονόμαζε ο Βάκων, τα είδωλα των σπηλαίων…

Είπε «τα είδωλα των σπηλαίων» και ο Όλεγκ φαντάστηκε αμέσως τη σπηλιά, με την εστία αναμμένη στη μέση, γεμάτη από καπνούς. Οι άγριοι ψήνουν το κρέας και στο βάθος, μόλις που διακρίνεται, το θολό είδωλο.

  • … Τα είδωλα στη θεατρική παράσταση…

Μα που βρισκόταν το είδωλο; Κάτω, στην πλατεία; Στο προσκήνιο; Μα όχι δά! Είχε πολύ καλύτερο μέρος, εκεί που έπαιζαν, στη μέση της σκηνής. 

  • Και τι είν’ αυτά τα είδωλα του θεάτρου;
  • Τα είδωλα του θεάτρου είναι οι ξένες απόψεις που επιβάλλονται και που ο άνθρωπος θέλει να τις ακολουθεί, για να εξηγεί τα πράγματα που δεν ένοιωσε μονάχος του.
  • Πόσο συνηθισμένο ειν’ αυτό!
  • Ή τα πράγματα που ένοιωσε, αλλά που βρίσκει πιο βολικό να τα ερμηνεύει σύμφωνα με την άποψη του άλλου.
  • Και τέτοιους, πόσους συνάντησα!
  • Είδωλα του θεάτρου είναι ακόμη η υπερβολική προσχώρηση στα δεδομένα της επιστήμης. με λίγα λόγια, είναι η θεληματική παραδοχή των σφαλμάτων του άλλου.
  • Καλό αυτό! είπε ενθουσιασμένος ο Όλεγκ. Η θεληματική παραδοχή των σφαλμάτων του άλλου! Αυτό είναι, ακριβώς!
  •  Και φθάνουμε στα είδωλα του εμπορίου. Α! Αυτό είναι πολύ εύκολο να το φανταστούμε: Η αγορά να μυρμηγκιάζει από το πλήθος και από πάνω του να υψώνεται το αλαβάστρινο είδωλο.
  • [Συνεχίζει ο Σουλούμπιν:] Τα είδωλα του εμπορίου είναι οι πλάνες που προκύπτουν από την αλληλοεξάρτηση των ανθρώπων κι από την κοινή ζωή τους. Είναι πλάνες που δεσμεύουν τον άνθρωπο, από το γεγονός ότι συνήθισε να μεταχειρίζεται τύπους που δεν συμβιβάζονται με τη λογική. Λόγου χάρη: Εχθρός του λαού! Ξένος! Προδότης! Αυτά αρκούν για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο.

Για να τονίσει τους χαρακτηρισμούς, ο Χουλουμπίν σήκωνε νευρικά πότε το ένα χέρι, πότε τ’ άλλο, και πάλι τα ίδια και οι κινήσεις αυτές έμοιαζαν σαν τις αδέξιες προσπάθειες ενός πουλιού με λαβωμένα φτερά, που προσπαθεί να πετάξει.

Ο ήλιος – αρκετά ζεστός για τέτοια εποχή – τους ζέσταινε την πλάτη. Τα κλαριά, που δεν είχαν ακόμα φουντώσει, ξεχώριζαν το ένα από τ’ άλλο, σκεπασμένα με το πρώτο τους πράσινο χνούδι, και δεν έδιναν ακόμη σκιά. Ο ουρανός, που δεν είχε ακόμη ξασπρίσει απ’ τη ζέστη, όπως συμβαίνει συνήθως στο Νότο, διατηρούσε το γαλάζιο του χρώμα ανάμεσα απ’ τα εφήμερα άσπρα συννεφάκια. 

Ο Σουλούμπιν, κουνώντας πάντα ψηλά τα δάχτυλό του, δίχως να το παίρνει είδηση, συνέχιζε:

  • Και πάνω απ’ όλα τα είδωλα, ένας ουρανός κλειστός, σκεπασμένος με χαμηλά μαύρα σύννεφα. Ξέρετε, καμιά φορά το βράδυ, χωρίς να προμηνύεται καταιγίδα, συμβαίνει να μαζεύονται πυκνά μαύρα σύννεφα, που κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Όλα τότε σκοτεινιάζουν , κι έχουμε τότε μόνο μια επιθυμία: να χωθούμε μέσα σ’ ένα γερό πέτρινο σπίτι, κάτω από μια στέγη, κοντά στη φωτιά και δίπλα στους δικούς μας. Εγώ έζησα είκοσι πέντε χρόνια κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό, και το μόνο πράγμα που μ’ έσωσε ήταν που έσκυβα το κεφάλι και σώπαινα. Έζησα είκοσι πέντε χρόνια σωπαίνοντας, ίσως και είκοσι οχτώ – κάντε μόνος σας το λογαριασμό. Στην αρχή σώπαινα για χάρη της γυναίκας μου, έπειτα σώπαινα για χάρη των παιδιών μου και μετά για το αδύναμο κορμί μου. Και τι μ’ αυτό; Η γυναίκα μου πέθανε. Το σώμα μου είναι ένας σάκκος μ’ απορρίμματα και θα του ανοίξουν μια τρύπα στο πλάϊ. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν ήσυχα. Κι αν η κόρη μου άρχισε ξαφνικά να μου γράφει, και μούστειλε κι όλας τρία γράμματα (όχι εδώ, αλλά στο σπίτι, τα δυο τελευταία χρόνια), είναι γιατί της το επέβαλε η κομματική οργάνωση, να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τον πατέρα της. Τα βλέπετε; Αν πείτε για το γιό μου, ούτε καν αυτό δεν του αξίωσαν.

Σμίγοντας τα δασωμένα φρύδια του ο Σουλοιμπίν στράφηκε αναστατωμένος, προς τον Όλεγκ.

  • Κι εγώ, τώρα, δεν ξέρω πια τίποτα. Ίσως και να τα ονειρεύτηκα αυτά τα παιδιά! Ίσως να μην υπήρξαν και ποτέ! Πέστε μου, μήπως ο άνθρωπος είναι σαν τα κούτσουρα; Μόνο στα κούτσουρα είναι αδιάφορο αν θα τ’ ακουμπήσεις εκεί δά μονάχα τους ή αν θα τα βάλεις δίπλα σε άλλα κούτσουρα. Κι εμένα, η δική μου ζωή είναι έτσι φτιαγμένη, ώστε αν μου συμβεί να χάσω τις αισθήσεις μου, να πέσω χάμω, να πεθάνω, θα περάσουν αρκετές μέρες ώσπου να το πάρουν είδηση οι γείτονες. Και παρ’ όλ’ αυτά, έ!, με ακούτε;  Είχε γαντζωθεί στον ώμο του Όλεγκ, σα να φοβόταν ότι εκείνος δεν το προσέχει -, όπως και πριν, φοβάμαι, όλο γύρω μου κοιτάζω. Να, για να καταλάβετε, αυτά που είχα το θάρρος και είπα μέσα στο θάλαμο, δε θα τάλεγα ποτέ μου όταν ήμουν στο Κόκαντ, ούτε και στο γραφείο! Κι αν σας τα λέω τώρα, είναι απλούστατα γιατί το ένα πόδι μου βρίσκεται κιόλας στο χειρουργείο. Αλλά και πάλι, αν υπήρχε και τρίτος εδώ μαζί μας, δεν θα μιλούσα! Μα είναι φοβερό! Δέστε ως ποιο σημείο μ’ έχουν εκμηδενίσει, εμένα, που τελείωσα το Αγρονομικό Ινστιτούτο, εμένα που είχα παρακολουθήσει τα ανώτερα μαθήματα του ιστορικού διαλεκτικού υλισμού! Εμένα, που δίδαξα σε διάφορες ειδικότητες. Όλ’ αυτά στη Μόσχα! Κι έπειτα όλοι οι άξιοι άρχισαν να πέφτουν. Στο Ινστιτούτο, ο Μουράτωφ απολύθηκε. Πετούσαν τους καθηγητές κατά δεκάδες. Έπρεπε ν’ αναγνωρίσει κανείς τα σφάλματά του; Εγώ τ’ αναγνώρισα! Έπρεπε να διαψεύσει κανείς τον εαυτό του; Κι αυτό  τόκανα. Γιατί υπήρξε, φυσικά, ένα ποσοστό, που δεν έπαθε τίποτα, δεν ειν’ έτσι; Ε, εγώ ήμουνα μέσα σ’ αυτό το ποσοστό. Αποτραβήχθηκα στην καθαρή βιολογία. Πόση ησυχία βρήκα τότε. Αλλά η εκκαθάριση έφτασε κι εκεί, και τι εκκαθάριση! Ξεπάστρεψαν όλες τις έδρες της βιολογίας. Έπρεπε ν’ απαρνηθώ και το αξίωμα; Σύμφωνοι απολύτως, το απαρνήθηκα. Τραβήχτηκα κι έγινα βοηθός. Έγινα τόσος δά, ασήμαντος. 

Αυτός ο σκυθρωπός του θαλάμου, με πόση ευγλωττία μιλούσε! Οι φράσεις του κυλούσαν, σα να μην ήταν τίποτε πιο απλό γι’ αυτόν, από το να δίνει διαλέξεις. 

  • Ήθελαν να καταστρέψουν τα συγγράμματα των μεγάλων σοφών. Ήθελαν ν’ αλλάξουν τα προγράμματα. Πάει καλά, σύμφωνοι. Θα φτιάξουμε καινούργια. Μας πρότειναν ν’ αναμορφώσουμε την ανατομία, τη μικροβιολογία, τις νευρικές παθήσεις σύμφωνα με τις θεωρίες ενός ανίδεου αγρονόμου και σύμφωνα με τις μεθόδους της δενδροκομίας. Μάλιστα ! Αυτή ήταν κι η δική μου γνώμη. Συμφωνώ! Ε, όχι, δεν αρκεί, εγκαταλείψτε και τη θέση ου βοηθού. Πολύ καλά, δεν έχω αντίρρηση, θα γίνω παρασκευαστής. Αλλ’ ούτε κι αυτή η θυσία δεν τους ικανοποιεί! Μου παίρνουν κι αυτή την υπευθυνότητα. Καλά, τότε θα γίνω βιβλιοθηκάριος, βιβλιοθηκάριος στο μακρυνό Κόκαντ. Τα είχα πια παραδώσει όλα! Ζούσα, όμως, και τα παιδιά μου μπόρεσαν να τελειώσουν  τις σπουδές τους. Ενώ οι βιβλιοθηκάριοι λάβαιναν μυστικές εντολές: να καταστρέψουν όλα τα έργα της γενετικής ψευτο-επιστήμης. να καταστρέψουν, ονομαστικά, τα συγγράμματα των τάδε και των τάδε. Αυτό δεν ήταν κάτι καινούργιο για μας! Εγώ ο ίδιος, από την έδρα του διαλεκτικού υλισμού, μήπως δεν είχα διακηρύξει, εικοσιπέντε χρόνια πριν, ότι η θεωρία της σχετικότητας ήταν μια συσκότιση αντιεπαναστατική; Και να συντάξω και το κατηγορητήριο, να το δώσω για υπογραφή στον εκπρόσωπο του κόμματος και τον εκπρόσωπο των ειδικών υπηρεσιών, και μετά να πετάξουμε όλα τα συγγράμματα στη φωτιά, τη γενετική, την αισθητική, την ηθική, την κυβερνητική, την αριθμητική.

Τελικά έβαλε τα γέλια:

  • … Και γιατί να στήσουμε φωτιές στους δρόμους; Περιττές διατυπώσεις. Τα κάναμε όλ’ αυτά ήσυχα-ήσυχα σε μια γωνίτσα, τα ρίχναμε όλα στην καλή μας τη σομπίτσα κι εκείνη δόσ’ του και μας ζέσταινε. Ναι, αλλά σ’ αντάλλαγμα, ανάθρεψα την οικογένειά μου. Η κόρη μου είναι συντάκτρια επαρχιακής εφημερίδας και γράφει λυρικά ποιήματα τέτοιου είδους:

«Όχι, δεν ξέρω να υποχωρώ!

Δεν ξέρω να ζητώ συγγνώμη.

Στον πόλεμο όλα συμβαίνουν!

Ο πατέρας μου; (Μα τι να γίνει, πολεμάμε).

Σαν ανήμπορα φτερά, σέρνονταν οι άκρες της ρόμπας του.»»

  •  Ναι, βέβαια… Ο Κοστογκλότωφ δεν έβρισκε τι άλλο να πει. Συμφωνώ, τα πράγματα δεν ήταν πιο εύκολα για σας. 
  • Λοιπόν, τι σας έλεγα; Συνέχισε ο Σουλούμπιν. Πήρε μιαν ανάσα, βολεύτηκε καλύτερα και είπε πιο ήρεμος: Μα, πέστε μου, πως να εξηγήσει κανείς το αίνιγμα της διαδοχής των περιόδου στην Ιστορία; Πως ένας λαός, μέσα σε μια δεκαετία περίπου, χάνει όλη τη μαζική του δραστηριότητα και οι ηρωικές τάσεις του μεταβάλλονται σε ανανδρία; Γιατί εγώ είμαι απ’ τους παλιούς μπολσεβίκους του 1917. Έπρεπε να βλέπατε με τι θρασύτητα κατατρόπωνα τη Δούμα των μενσεβίκων και των σοσιαλιστών στο Ταμπόβ, παρ’ όλο που δεν είχαμε τότε παρά μόνο τα δύο μας χέρια για όπλα. Πολέμησα στον εμφύλιο πόλεμο, εγώ! Διακινδυνεύαμε, θάμασταν ευτυχείς να δώσουμε τη ζωή μας για την παγκόσμια επανάσταση! Και πως γινήκαμε; Πως μπορέσαμε κι υποταχθήκαμε; Και σε τι κυρίως; Στον φόβο; Στα είδωλα του εμπορίου; Στα είδωλα του θεάτρου; Καλά, άσε εμένα: είμαι ένα ανθρωπάκι. Αλλά η Κρούπσκαγια; Εκείνη πως, δεν καταλάβαινε, δεν έβλεπε; Γιατί εκείνη, δε σήκωσε τη φωνή; Ξέρετε τι θα σήμαινε για όλους μας, αν έπαιρνε εκείνη θέση; Έστω και αν τη πλήρωνε με τη ζωή της. Ίσως τότε, να είχαμε αλλάξει όλοι μας, θα είχαμε όλοι ξεσηκωθεί και τα πράγματα θα σταματούσαν ως εκεί. Και ο Ορτζονικίτζε; Εκείνος ήταν αετός. Ούτε τα κάτεργα δεν τον είχαν λυγίσει. Τι τον εμπόδιζε, λοιπόν, να χτυπήσει ανοιχτά τον Στάλιν, έστω για μια φορά, για μια φορά μόνο; Μα όχι, προτίμησαν όλοι τους να πεθάνουν κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες ή ν’ αυτοκτονήσουν, αυτό λέγεται θάρρος; Εξηγείστε μου!
  • Εγώ να σας εξηγήσω! Εγώ, σ’ εσάς; Μα, μάλλον εσείς θα μου εξηγήσετε!

Ο Σουλούμπιν αναστέναξε και προσπάθησε ν’ αλλάξει στάση. Αλλά όπως κι αν καθόταν, πονούσε.

  • Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει, είν’ άλλο πράγμα. Ας πάρουμε τη δική σας περίπτωση. Γεννηθήκατε μετά την Επανάσταση. Αλλά κάνατε και φυλακή. Πέστε μου, χάσατε την πίστη σας στο σοσιαλισμό ναι ή όχι;

Ο Κοστογκλότωφ χαμογέλασε αόριστα.

  • Δεν ξέρω. Εκεί, πάντως, είμαστε τόσο εξουθενωμένοι, που μόνο οι καυγάδες μας λείπανε.

Ο Χουλούμπιν ελευθέρωσε το ένα του χέρι, με το οποίο στηριζόταν πάνω στον πάγκο, ένα χέρι αδύναμο πια, ένα χέρι αρρώστου, και το ακούμπησε στον ώμο του Όλεγκ. 

  • Παλληκάρι μου, προπαντός μη κάνετε αυτό το σφάλμα. Μη βγάλετε συμπεράσματα, επειδή σεις ο ίδιος υποφέρατε, επειδή περάσατε αυτά τα σκληρά χρόνια, ότι φταίει ο σοσιαλισμός. Θέλω να πω ότι, όποιες κι αν είναι οι ιδέες σας, πάντως τον καπιταλισμό, από κάθε πλευρά, θα τον απορρίψει για πάντα η ιστορία. 
  • Όταν είμασταν εκεί… εκεί πέρα, συζητούσαμε ότι η ιδιωτική επιχείρηση έχει πολλά καλά. Απλουστεύει τόσο τη ζωή. Δεν σου λείπει ποτέ τίποτα. Πάντα μπορείς να βρεις αυτό που θέλεις.
  • Κι’ εγώ σας λέω ότι αυτές είναι απόψεις μικροαστών. Η ιδιωτική επιχείρηση είναι κάτι το πολύ ευκίνητο, αλλά είναι καλή σε πολύ περιορισμένα όρια. Αν δεν τη συγκρατήσεις μέσα σε χαλύβδινα πλαίσια, γεννά ανθρώπους-θηρία, ανθρώπους του χρηματιστηρίου, που δεν έχουν φραγμό στην όρεξή τους και στην απληστία τους. Ο καπιταλισμός προτού καταδικασθεί στον οικονομικό τομέα, είχε ήδη καταδικασθεί στον ηθικό τομέα. Από πολύ παλαιά!
  • Μα ξέρετε, είπε ο Όλεγκ σηκώνοντας τα φρύδια, για να μιλήσω ειλικρινά, και σε μας βλέπω ανθρώπους που δεν έχουν φραγμό στην απληστία τους. Και δεν είναι από τους επιστήμονες, κάθε άλλο! Πάρτε τον Εμελιάν, τον Σαχίκ… 
  • Σωστά! Είπε ο Σουλούμπιν και το χέρι του όλο και βάραινε περισσότερο πάνω στον ώμο του Όλεγκ, αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; έχουμε σοσιαλισμό. Μα ποιο σοσιαλισμό; Το είχαμε πάρει για εύκολο το πράγμα και λέγαμε: Αρκεί ν’ αλλάξουμε τα μέσα παραγωγής κι ευθύς κι οι άνθρωποι θ’ αλλάξουν. Κι’ όπως οι άνθρωποι δεν άλλαξαν καθόλου! Ο άνθρωπος είναι ένας βιολογικός τύπος. Χρειάζεται εκατομμύρια χρόνια για ν’ αλλάξει
  • Μα τότε, ποιος σοσιαλισμός;
  • Ε, ναι, ακριβώς, ποιος σοσιαλισμός; Μήπως είναι αίνιγμα; Τον ονομάζουν «δημοκρατικό», αλλά αυτό δεν είναι παρά ένας επιπόλαιος ορισμός, που δεν καθορίζει τη φύση αυτού του σοσιαλισμού, αλλά μόνο τον τρόπο της εγκαθίδρυσης του, τη μορφή της πολιτικής οργάνωσης του Κράτους. Είναι μόνο και μόνο για να πουν ότι δεν θα κόψουν κεφάλια. Αλλά αυτό δεν διευκρινίζει το τι απαιτείται σαν βάση. Ούτε και πάνω στην αφθονία μπορούμε να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό, διότι αν οι άνθρωποι είναι κτήνη, τίποτα δεν θα τους εμποδίσει να ποδοπατήσουν αυτά τα αγαθά. Κι ούτε κι αυτός ο σοσιαλισμός θα είναι σε θέση να μη προκαλεί το μίσος, γιατί δεν υπάρχει κοινωνική ζωή που να μπορεί να στηριχθεί πάνω στο μίσος. Κι αυτοί που χρόνια τώρα, φλέγονταν από μίσος, πως μπορούν, απ’ τη μια μέρα στην άλλη, να πουν: τέλειωσε! Από σήμερα παύω να μισώ και στο εξής μόνο θ’ αγαπώ. Όχι, το μίσος θα φωλιάζει πάντα μέσα τους και θα βρουν κάποιον πιο κοντά τους για να μισήσουν. Δεν το ξέρετε, αυτό το ποίημα του Χέρβεγκ; 

«Αρκετά ως τώρα αγαπήσαμε.»

Και ο Όλεγκ συνέχισε:

  • «Θέλουμε επιτέλους να μισήσουμε.» Και πως μας το μάθαιναν στο σχολείο;
  • Ασφαλώς, ασφαλώς το μαθαίναμε στο σχολείο. Αλλά εδώ ακριβώς είναι το τερατώδες! Σας το μάθαιναν στο σχολείο, ενώ έπρεπε να σας μαθαίνουν ακριβώς το αντίθετο:

Αρκετά ως τώρα μισήσαμε 

Θέλουμε επιτέλους ν’ αγαπήσουμε.

Κι ας πάει στο διάβολο το μίσος σας! Θέλουμε ν’ αγαπήσουμε επιτέλους! Να, πως θάπρεπε να είναι ο σοσιαλισμός. 

  • Χριστιανοί τότε; ρώτησε ο Όλεγκ.
  • «Χριστιανοί» πολλά τα ζητάμε. Τα κόμματα που πήραν αυτή την ονομασία, στα καθεστώτα που είχαν σαν βάση τα συστήματα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, δεν βλέπω πάνω σε τι και με ποιους θα μπορούσαν να οικοδομήσουν αυτού του είδους τον σοσιαλισμό. Και ο Τολστόη, που στα τέλη του περασμένου αιώνα, θέλησε να εισαγάγει στην κοινωνία έναν πρακτικό χριστιανισμό, απέτυχε, γιατί οι ξεπερασμένες αυτές ιδέες φάνηκαν ανυπόφορες στους συγχρόνους του, οι ομολογίες της πίστης του δεν είχαν καμμιά σχέση με την πραγματικότητα. Εγώ πάλι νομίζω πως ειδικώς για μας τους Ρώσους με τις κατανυκτικές μας καταστάσεις, με τις ομολογίες της πίστης μας και τις εξεγέρσεις μας, με τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόη και τον Κροπότκιν, δεν υπάρχει παρά μόνον ένας σοσιαλισμός, ο ηθικός σοσιαλισμός. Και αυτός είναι ο πιο ρεαλιστικός απ’ όλους.

Ο Κοστογκλότωφ συνοφρυώθηκε:

  • Μα πως πρέπει να τον πάρει κανείς και να τον φαντασθεί, αυτόν τον «ηθικό σοσιαλισμό»; 
  • Δεν είναι τόσο δύσκολο να τον καταλάβει κανείς, είπε ο Σουλούμπιν, φουντώνοντας πάλι. Αλλά δεν ήταν εκείνο το αψύ φούντωμα, όπως πριν, και φαινόταν καθαρά ότι είχε τώρα όλη τη διάθεση να πείσει τον Κοστογκλότωφ. Μιλούσε καθαρά, σα να του έκανε μάθημα: Να δώσει κανείς στον κόσμο μια κοινωνία, όπου όλες οι σχέσεις, όλες οι αρχές κι οι νόμοι, να στηρίζονται σε ηθικές απόψεις, και μόνο σ’ αυτές. Όλοι οι αντικειμενικοί σκοποί, όπως: Πως ν’ αναθρέφουμε τα παιδιά; Για τι πράγμα να τα προετοιμάζουμε; Προς που να κατευθύνομε την εργασία των ενηλίκων; Με τι να τους απασχολήσουμε τις ώρες που δεν δουλεύουν; Ολ’ αυτά θα πρέπει να στηρίζονται μόνον σε ηθικές αρχές. Και οι επιστημονικές ανακαλύψεις; Αξία θα έχουν μόνον εκείνες που δεν αντιτίθενται στην ηθική, και πρωτ’ απ’ όλα στους ίδιους τους ερευνητές. Το ίδιο και με την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις μας με όλα τα Κράτη: να μη μας απασχολεί το πόσο τα τάδε ή τάδε μέτρο θα μας πλουτίσει, θ’ αυξήσει τη δύναμή μας ή το γόητρό μας, αλλά μόνον κατά πόσον είναι ηθικό.»
  • Ναι, αλλά αμφιβάλλω αν είναι εφαρμόσιμο! Χρειάζονται τουλάχιστον διακόσια χρόνια! Άλλα για σταθείτε, είπε ο Κοστογκλότωφ, υπάρχει κάτι που δεν κατάλαβα. Που πάει τότε η υλιστική βάσις; Δεν έπρεπε το οικονομικό να είναι… να είναι σαν βάση;
  • Σαν βάση; Εξαρτάται για ποιον. Ο Βλαδήμηρος Σολόφιεφ, παραδείγματος χάρη, αναπτύσσει κατά τρόπο αρκετά πειστικό ότι είναι δυνατόν και χρήσιμο να στηρίξουμε την οικονομία σε μια βάση ηθική.
  • Και πως;… πρώτα η ηθική κι έπειτα το οικονομικό; Είπε ο Κοστογκλότωφ σα χαμένος.
  • Ναι, ακούστε, άνθρωπε της Ρωσίας, δεν θάχετε ασφαλώς διαβάσει ούτε μια λέξη από τον Βλαδίμηρο Σολόφιεφ;

Ο Κοστογκλότωφ έγνεψε αρνητικά.

  • Αλλά ακούσατε τουλάχιστον τόνομά του;
  • Ναι.
  • Και από Κροπότκιν, διαβάσατε καμμιά σελίδα; «Η αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους ανθρώπους…»

Ο Κοστογκλότωφ έγνεψε πάλι όχι.

  • Ε, φυσικά, αφού ανεγνώρισε το λάθος του, γιατί να τον διαβάζουμε; Και Μιχαηλόφσκι; Ούτε κι αυτόν βέβαια, διότι αφού τον επανεξέτασαν, τον απαγόρευσαν και τον έβγαλαν από τις βιβλιοθήκες.
  • Και πότε θα διάβαζα; Και ποιον; Είπε τσαντισμένος ο Κοστογκλότωφ. Πέρασα μια άθλια ζωή και με ζαλίζουν με τις ερωτήσεις τους: Δεν διάβασες τούτο; Δεν διάβασες εκείνο; Στο στρατό; Δεν άφησα το φτυάρι απ’ τα χέρια μου και στα στρατόπεδα, το ίδιο. Πότε θέλατε να διαβάσω;

Αλλά μέσα στα ολοστρόγγυλα μάτια του Σουλούμπιν έλαμπε τώρα μια έκφραση ανησυχίας και θριάμβου.

  • Να λοιπόν, τι είναι ο ηθικός σοσιαλισμός: Να μην ωθούμε τους ανθρώπους να ψάχνουν την ευτυχία, γιατί κι η ευτυχία είναι είδωλο του εμπορίου, αλλά να τους προτείνουμε σαν τελικό σκοπό την αμοιβαία καλοσύνη. Ευτυχισμένο είναι και το ζώο την ώρα που κατασπαράσσει τη λεία του, ενώ μόνον ο άνθρωπος μπορεί να νοιώσει καλοσύνη για τον συνάνθρωπό του. Κι αυτό είναι το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο.
  • Η ευτυχία, δεν τ’ αφήνετε αυτά! πετάχθηκε ο Όλεγκ. Αφήστε την ευτυχία, εκτός αν είναι μόνο για τους λίγους μήνες που μου μένουν να ζήσω. Αλλιώς, προς τι;
  • Η ευτυχία είναι μια οφθαλμαπάτη, επέμενε, λαχανιασμένος, ο Σουλούμπιν. Είχε χλομιάσει. Εγώ, λόγου χάρη, μεγάλωσα τα παιδιά μου, και ήμουνα ευτυχισμένος. Κι αυτά με κλώτσησαν. Γι’ αυτή την ευτυχία εγώ υποχρεώθηκα να κάψω μέσα σε μια σόμπα κάτι μικρά βιβλία που περιείχαν την αλήθεια. Και πόσο μάλλον, ποιος μπορεί να ξέρει τι είναι αυτό που ονομάζουμε «ευτυχία των μελλοντικών γενεών»; Ποιος μπόρεσε να μιλήσει μ’ αυτές τις μελλοντικές γενεές; Ποιος γνωρίζει τι είδωλα θα λατρεύουν; Η έννοια της ευτυχίας έχει τόσο πολύ αλλάξει, από αιώνα σε αιώνα, που μας είναι αδύνατον να προβλέψουμε ποια θα είναι η μελλοντική. Έστω κι αν θα περπατάμε πάνω σε ψωμιά ή θα κολυμπάμε στο γάλα, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είμαστε ευτυχισμένοι. Αλλά αν μοιραστούμε τα λίγα που έχουμε, θα γίνουμε από σήμερα ευτυχισμένοι. Αν μόνη μας έννοια είναι η «ευτυχία» και η τεκνοποιΐα, θα παραφορτώναμε άδικα τη γη και θα δημιουργούσαμε μια κοινωνία τρομακτική… Νομίζω πως δεν αισθάνομαι και τόσο καλά… Θα πρέπει να πάω να ξαπλώσω…

Ο Όλεγκ δεν είχε προσέξει ότι το πρόσωπο του Σουλούμπιν είχε γίνει κατάχλομο.

  • Επιτρέψτε μου, επιτρέψτε μου, Αλέξη Φιλίπποβιτς, να σας κρατήσω.

Δεν ήταν και τόσο εύκολο για τον Σουλούμπιν ν’ αλλάξει στάση. Και ο γυρισμός έγινε με μικρά, αργά βήματα. Η ατμόσφαιρα ήταν ελαφριά και ανοιξιάτικη, αλλά κι οι δυο τους ένοιωθαν το σώμα τους βαρύ. Τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους, ως κι οι ακτίνες του ήλιου που έπεφταν απάνω τους, όλα τους βάραιναν και τους κούραζαν.

Προχωρούσαν αμίλητοι, εξαντλημένοι από τη μακριά συζήτηση.

Μονάχα σαν έφθασαν στα σκαλοπάτια της πτέρυγας των καρκινοπαθών ο Σουλούμπιν ακούμπησε πάνω στον Όλεγκ, σήκωσε τα μάτια προς τις λεύκες, κοίταξε το χαρούμενο κομμάτι τ’ ουρανού και είπε:

  • Φτάνει να μη μείνω κάτω απ’ το μαχαίρι. Φοβάμαι… Όσα χρόνια κι αν έζησε κανείς, όσο άσχημα κι αν έζησε, θέλει πάλι να ζήσει κι’ άλλο…

Έπειτα προχώρησαν στο διάδρομο κι ανάπνευσαν την πνιγερή μυρουδιά της κλεισούρας. Και αργά-αργά, σκαλοπάτι-σκαλοπάτι, έφτασαν απάνω.

Ο Όλεγκ τον ρώτησε:

  • Δε μου λέτε, ολ’ αυτά τα σκεφθήκατε μέσα σ’ αυτά τα είκοσι-πέντε χρόνια που σκύβατε το κεφάλι, που είχατε αποτραβηχθεί;
  • Ναι, ζούσα αποτραβηγμένος και συλλογιζόμουν, απάντησε ο Σουλούμπιν, με πρόσωπο ανέκφραστο. Έχωνα τα βιβλία στη σόμπα και συλλογιζόμουν. Μα, τι πια; Όλο αυτό το μαρτύριο, όλη αυτή η προδοσία, δεν θα μούδινε τουλάχιστον το δικαίωμα να σκέφτομαι;»

*** 

(Αντί επιλόγου)

«Ο Όλεγκ σηκώθηκε κι αυτός και πριν πάει να κοιμηθεί, πήρε την σκάλα που οδηγούσε κάτω. 

Στο διάδρομο, έπρεπε να περάσει μπροστά απ’ την πόρτα, όπου είχαν βάλει τον Ντιόμκα, μαζί μ’ ένα άλλον εγχειρισμένο. Εκείνος πέθανε την Δευτέρα και στην θέση του ξάπλωσαν τον Σουλούμπιν, 

μετά την εγχείρησή του.

Η πόρτα αυτή έκλεινε καλά, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν μισάνοιχτη. Μέσα ήταν σκοτάδι. Κι άκουγε κανείς, μες’ στην σκοτεινιά, ένα δυνατό ρόγχο. Δεν υπήρχαν εκεί κοντά νοσοκόμες. Ίσως να ήταν στο προσκέφαλο άλλων αρρώστων, ίσως και να κοιμόντουσαν.

Ο Όλεγκ άνοιξε περισσότερο την πόρτα και γλίστρησε μεσ’ στο δωμάτιο. 

Ο Ντιόμκα κοιμόταν. Ο Σουλούμπιν ανάσαινε βαριά.

  • Αλέξη Φιλίπποβιτς;

Ο ρόγχος σταμάτησε.

  • Αλέξη Φιλίπποβιτς, αισθάνεσθε άσχημα;
  • Ε; μισοπρόφερε εκείνος και μιλούσε ακόμη μέσ’ απ’ τον ρόγχο.
  • Δεν είστε καλά; Έχετε τίποτα ανάγκη;… θέλετε ν’ ανάψω το φως;
  • Ποιος είναι; Το είπε αυτό μετά από μια βαθειά εκπνοή που κατέληξε σε βήχα.
  • Ο Κοστογκλότωφ. Ο Όλεγκ. Βρισκόταν δίπλα του, είχε σκύψει επάνω του και διέκρινε πάνω στο μαξιλάρι το χοντρό κεφάλι του Σουλούμπιν. Θέλετε να σας δώσω τίποτα; Να φωνάξω την νοσοκόμα;
  • Τί – ποτα, είπε ο Σουλούμπιν ανάμεσα σε δυο εκπνοές. 

Δεν έβηχε πια, δεν μούγκριζε. Ο Όλεγκ διέκρινε τώρα ως και τις μικρές μπούκλες των μαλλιών του πάνω στο μαξιλάρι.

  • Δεν θα πεθάνω τελείως, μουρμούριζε ο Σουλούμπιν. Δεν θα πεθάνω τελείως.

Παραληρούσε λοιπόν.

Ο Κοστογκλότωφ βρήκε ψηλαφώντας, το χέρι του που έκαιγε και το έσφιξε μαλακά…

  • Αλέξη Φιλίπποβιτς, κουράγιο, θα ζήσετε… Κουράγιο.
  • Μια λάμψη, ε;… Μια λάμψη… μουρμούρισε ο άρρωστος, συνεχίζοντας τον δικό του συλλογισμό. 

Κι ο Όλεγκ κατάλαβε ότι ο Σουλούμπιν δεν παραληρούσε. Τον είχε μάλιστα αναγνωρίσει και του θύμιζε την τελευταία τους συζήτηση πριν απ’ την εγχείρηση. Του είχε πει τότε: «Καμμιά φορά αισθάνομαι πολύ καθαρά, ότι αυτό που υπάρχει μέσα μου δεν είμαι ολόκληρος εγώ. Υπάρχει ακόμη κάτι, κάτι πολύ λεπτό, που βρίσκεται πολύ ψηλά! Κάτι σαν μια λάμψη του Παγκόσμιου Πνεύματος. Εσείς, δεν το νοιώθετε αυτό;»»

ληξουριώτισσα

 

 

loading...