Η ωρολογιακή βόμβα της ανισότητας

Οι άνθρωποι της «μεταμοντέρνας» εποχής στη Δύση, της κοινωνίας της αφθονίας, συχνά με δανεικά χρήματα που ξεκίνησε ουσιαστικά μετά τη δεκαετία του 1980, υπόκεινται όλο και περισσότερο στον κοινωνικό καταναγκασμό – με την έννοια πως αφού οι υλικές ανάγκες τους για τροφή, κατοικία και ταξίδια καλύφθηκαν σε μεγάλο βαθμό, κυριάρχησαν, εμφανίσθηκαν καλύτερα στο προσκήνιο οι κοινωνικές τους ανάγκες. Με απλά λόγια, αντί να επιδιώκουν πλέον τη λήψη περισσότερων πρωτεϊνών, προτιμούν το μεγαλύτερο γόητρο – αυτό που τους διαφοροποιεί σήμερα από όλους τους άλλους (ενώ εδώ ακριβώς εμφανίσθηκε η woke agenda).
Σε αυτήν την καινούργια οικονομία τώρα, δεν κερδίζει πλέον εκείνη η επιχείρηση που παράγει προϊόντα ή υπηρεσίες με το χαμηλότερο κόστος συγκριτικά με τις υπόλοιπες, αλλά αυτή που καταφέρνει να έχουν τα αγαθά της μεγαλύτερο γόητρο – όπως στο παράδειγμα των i–phones. Το οικονομικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης αλλαγής είναι η ύπαρξη αγορών που δεν τείνουν πια προς το σημείο ισορροπίας, όπως διδάσκει η κλασσική θεωρία, ενώ ο ανταγωνισμός δεν είναι συνάρτηση του κόστους παραγωγής – με τελικό αποτέλεσμα ο εκάστοτε νικητής να τα παίρνει όλα (the winner takes it all).
Το γεγονός αυτό επεξηγεί την κλιμάκωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, η οποία είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας – ενώ είναι αυτή που προκαλεί την κατακόρυφη άνοδο των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, που θεωρείται πλέον ως μία θηριώδης ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας. Ερμηνεύει επίσης κοινωνικά φαινόμενα, όπως αυτά των διαμορφωτών της κοινής γνώμης (influencers) – οι οποίοι κερδίζουν εκατομμύρια, δείχνοντας μας από τα μέσα μαζικής δικτύωσης ή από τα ΜΜΕ πώς ζει κανείς και καταναλώνει καλύτερα.
Περαιτέρω, πλήθος ερευνών και στατιστικών τεκμηριώνουν πως ο παραπάνω νέος τρόπος ζωής συνδέεται στενά με την άνοδο των ψυχικών νοσημάτων – όπως στο παράδειγμα των Η.Π.Α., όπου ενώ το ποσοστό που πληθυσμού που υπέφερε το 1980 από τέτοιες διαταραχές ήταν μόλις στο 4%, έφτασε σήμερα στο 55%! Στη Γερμανία έχει εκτοξευθεί στο 33%, ενώ ακόμη και στην Κίνα είναι πλέον στο 18% – σημειώνοντας πώς όσο μεγαλύτερες είναι οι εισοδηματικές ανισότητες, τόσο πιο ευαίσθητη γίνεται η ψυχική υγεία (η φτώχεια είναι συγκριτικό μέγεθος, με την έννοια πως όσο πιο πλούσιος είναι ο γείτονας, τόσο πιο φτωχοί νοιώθουμε).
Η βασική αιτία αυτού του (παρακμιακού) φαινομένου είναι το ότι ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ον, δίνει μεγάλη σημασία στην κρίση των άλλων – στο πώς τον αξιολογούν οι συνάνθρωποι του. Ακόμη και τα μωρά δε αναγνωρίζουν με τη βοήθεια των εκφράσεων του προσώπου και τον τόνων της φωνής, εάν χαροποιούν ή εξοργίζουν τους γονείς τους – ενώ το ότι ακόμη και οι ματιές αποδοκιμασίας είναι τρόπον τινά «θανατηφόρες», αποτελεί μέρος των γονιδίων ή/και της στρατηγικής επιβίωσης μας.
Το πλέον επώδυνο όλων είναι το συναίσθημα να κατηγοριοποιηθούμε από τους άλλους ανθρώπους ως αποτυχημένοι – ενώ όσο πιο άνιση είναι μία κοινωνία και όσο πιο υψηλό είναι το κοινωνικό σημείο της πτώσης, με τόσο πιο μεγαλύτερη ευαισθησία αντιδρούν οι άνθρωποι στις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις ή ταξινομήσεις. Η ανισότητα έχει επί πλέον ως αποτέλεσμα να διαθέτει ο εκάστοτε «νικητής» περισσότερα μέσα, για να προβάλλεται απέναντι στους άλλους με πολυτελή ρούχα, με ακριβά χόμπι ή με το υψηλότερο «status» του – συμπεριφορές που αυξάνουν τις ψυχολογικές πιέσεις.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι το ότι, οι καταθλίψεις, τα μανιακά επεισόδια και οι κρίσεις πανικού εμποδίζουν την ευημερία μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί ποτέ να αντισταθμισθεί από τη μεγαλύτερη κατανάλωση – γεγονότα που σημαίνουν πως δεν είναι καθόλου σωστό να κρίνουμε την οικονομία σε σχέση μόνο με το τι παράγει (ΑΕΠ). Τουλάχιστον το ίδιο σημαντικό είναι το τι ακριβώς συμβαίνει εντός της παραγωγικής διαδικασίας – ποια είναι τα αποτελέσματα της παραγωγής στην κοινωνία και ποια της κοινωνίας στην παραγωγή.

Βασίλης Βιλιάρδος

loading...