ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΒΥΖΑΝΤΙΟ – ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ – ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 

 

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου* 

Για τον Ελληνισμό, ήδη από τον Όμηρο, πολιτική και θρησκευτική ζωή είναι αξεδιάλυτες έννοιες. Ο Έλληνας είναι ταυτόχρονα πατριώτης και θρησκευόμενος. Στη ζωή του δεν διακρίνει τις πράξεις, το πολιτικό του ήθος, τους αγώνες του για απελευθέρωση κ.λπ. από τα εκκλησιαστικά του ιδανικά, την προσευχή και τη λατρεία. Ο τεχνητός, ορθολογιστικός, ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη, διαχωρισμός, που επιχειρήθηκε από κάποιους ιστορικούς, θα σήμαινε διαχωρισμό σώματος και ψυχής, ύλης και πνεύματος, δέρματος από οστών, όπερ άτοπον.  Ο Ελληνισμός μεγαλούργησε μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, αλλά και η Εκκλησία δανείστηκε από τον Ελληνισμό, και προέκτεινε στο φως του Ευαγγελίου, την γλώσσα, τις φιλοσοφικές του έννοιες, την κοινωνική οργάνωση, την τέχνη, την επιστήμη, την παιδεία. Από τα χρόνια ήδη της Ρωμανίας-Βυζαντίου, η Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας (Αλ. Σαββίδη, «Ιστορία του Βυζαντίου», τ. α΄, εκδ. Πατάκη, έκδ. γ΄, Αθ. 2001, σελ. 67). Η πόλωση εθνικού και θρησκευτικού στοιχείου στην καθημερινή ζωή, αλλά και στους απελευθερωτικούς αγώνες για την ελευθερία και την κοινωνική καταξίωση, είναι σχιζοφρένεια, σύμφωνα και με την γραπτώς κατατεθείσα αυτή αλήθεια από έγκριτους ιστορικούς. Για τον Ρώσο  ιστορικό Ostrogorsky «ο ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντα το θεμέλιο της πνευματικής ζωής» στο Βυζάντιο (Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, «Μια τάξη γεμάτη απορίες», εκδ. Φωτοδότες, σελ. 63). Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το Πατριαρχείο ήταν που φρόντιζε για την παιδεία του Γένους. Έλληνες λόγιοι κληρικοί δίδαξαν, πρώτοι αυτοί, θετικές επιστήμες, αστρονομία, χημεία και φυσική σε χρόνια αμάθειας (Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Βενιαμίν Λέσβιος κ.α.).

Η Εκκλησία υπήρξε διαχρονικά η μάνα και η τροφός του Γένους. Η κιβωτός μέσα στην οποία διασώθηκε ο Ελληνισμός, σύμφωνα και με τον εθνικό μας ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (Δημ. Κωτσάκη, «Αστρονομία και Αστρολογία στο Βυζάντιο», εκδ. Ζωής, Αθ. 1983, σελ. 16). Το ίδιο έγινε και στην Τουρκοκρατία. Η Εκκλησία διαφύλαξε τα ιδανικά, την παράδοση, τη γλώσσα των Ελλήνων. Εμψύχωσε, παρηγόρησε, πρωτοστάτησε στους αγώνες για ανεξαρτησία. «Υπήρξε η κατευθυντήρια γραμμή του έθνους», συμμετείχε «σ’ όλες τις εξεγέρσεις», παρουσίασε σωρεία νεομαρτύρων, «που είναι ήρωες καί της χριστιανικής πίστης καί της εθνικής αντίστασης», κατά τον μαρξιστή ιστορικό Νίκο Σβορώνο (‘Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας’, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 49). Από όλους τους πατριάρχες που «ενθρονίστηκαν από την Άλωση και ως τον Αγώνα, μόνο 13 έκλεισαν ήρεμα τα μάτια τους. Όλοι οι άλλοι πέθαναν πνιγμένοι, μαχαιρωμένοι, κρεμασμένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι» (Μιχ. Περάνθη, «Το Εικοσιένα», εκδ. Εστίας, σελ. 72). Ο Πουκεβίλ, γάλλος πρόξενος, σημειώνει ότι 6.000 ρασοφόροι έπεσαν στον αγώνα για ελευθερία. Αλλά και ο Πρόξενος της Ιταλίας, Ντομένικο Οριγκόνο, αναφέρει ότι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να συλλάβουν τους περισσότερους ιερείς, θεωρώντας τους εμψυχωτές της επανάστασης. Το λάβαρο των οπλαρχηγών του ’21 δεν ήταν άλλο από το ύφασμα από την εικόνα της Θεοτόκου στη Μονή της Αγίας Λαύρας. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ήταν εκείνος που ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών στην πλατεία Αγίου Γεωργίου της Πάτρας. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, υποχρεώθηκε να εκδώσει αφορισμό κατά της επανάστασης, προκειμένου να προστατέψει από γενοκτονία τους Έλληνες. Αυτό επιβεβαιώνουν ιστορικές πηγές και μάλιστα επιστολή του ίδιου του Αλέξανδρου Υψηλάντη, πρωτεργάτη της επανάστασης. Άλλωστε, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους στις 10 Απριλίου 1821, Κυριακή του Πάσχα (μπορούσε να διαφύγει αλλά δεν το θέλησε). Τουλάχιστον 80 επίσκοποι ήταν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας». Πολυάριθμοι κληρικοί και 100 μητροπολίτες σφαγιάστηκαν στο όνομα της ελευθερίας (γνωστότεροι οι εξής: Γρηγόριος Ε΄, Κύπρου Κυπριανός, Σαλώνων Ησαΐας, Παπαφλέσσας, Αθανάσιος Διάκος κ.α.) [«Εκκλησία, Η Νέα Κοινωνία σε Πορεία», ΟΕΔΒ, σελ. 219,220].

Στα 400 χρόνια σκλαβιάς δίδαξαν 1.500 δάσκαλοι από τους οποίους οι 1.000 ήσαν κληρικοί (Ε. Πρωτοψάλτη, «Ειδικά θέματα ιστορίας», Αθ. 1973, σελ. 101). Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος γράφει: «Ο παπάς κάτω από το ράκος του ράσου του κρατεί το Ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά να διαβάζουν …. Ο κλήρος υπήρξεν καί ο οδηγός του Έθνους καί το στήριγμά του» (‘Ελληνική Επανάσταση’, τ. Α΄, Αθ. 1956, σελ. 25,37). Ο Ρήγας βροντοφώνησε: «Ελάτε μ’ ένα ζήλο σε τούτο τον καιρό, να κάμωμεν τον όρκο επάνω στο Σταυρό». Ο Κοραής τόνισε: «Μόνο του Ευαγγελίου η δύναμις ημπορεί να σώση την αυτονομίαν του γένους». Ο Εμμ. Ξάνθος ομολόγησε: «Την επανάστασιν εκίνησαν και ενεψύχωσαν οι κληρικοί… άνευ των οποίων ο λαός δεν ήθελε κινηθεί» (Τ. Κιλίφη, «Μιλούν τα Γεγονότα», σ. 32). Ο Αλ. Υψηλάντης στην προκήρυξή του έγραφε: «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε την ελπίδα του για τη λύτρωση του γένους στους Έλληνες και τον Ύψιστο Θεό (Ν. Μουτσόπουλου, Παραμονές του ’21, Θεσσαλ. 1982, σ. 27). Ο αγωνιστής Μακρυγιάννης έλεγε: «Χωρίς πίστη στη θρησκεία τους, έθνη δεν υπάρχουν» και «δυνατός ο Θεός όπου μας προστατεύει» (Λ. Φιλιππίδη, «Πνευματικά τα κίνητρα των Αγώνων της Ελλάδος», Αθ. 1962, σελ. 25 & Ηλία Οικονόμου, «Κείμενα Πίστεως και Ελευθερίας», Αθ. 1985, σ. 191). Ο ακαδημαϊκός Σπ. Μελάς (αλλά και ο σοφός Σπ. Ζαμπέλιος, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος κ.α.) προσυπέγραψαν στα έργα τους ότι μοναδική υπήρξε πάντοτε η σύνδεση  Ελληνισμού-Χριστιανισμού και η σωτηρία δια της Εκκλησίας. (Ε. Πρωτοψάλτη, όπου ανωτέρω, σ. 102).

Όσον αφορά την ύπαρξη «κρυφών σχολείων», αυτά λειτούργησαν στις περιοχές και περιόδους εκείνες όπου οι Τούρκοι «μάχονταν τους καλόγερους και τα γράμματα» (Μ. Χατζηφώτη, «Το κρυφό σχολειό», εκδ. Απ. Διακονίας, Αθ. 1978, σελ. 22). Ιδίως μεταξύ 1480-1530 δεν φαίνεται να λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία σε περιοχές υπό Οθωμανικό ζυγό, αλλά μαθήματα γίνονταν σε παιδιά από ορισμένους κληρικούς (Χρ. Κάτσικα- Κώστα Θεριανού, «Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης», εκδ. Σαββάλας, Αθ. 2004, σελ. 19). Μάλιστα, ο Κ. Κούμας (1777-1836), λόγιος δάσκαλος  του Γένους, πληροφορεί ότι ο Αλή Πασάς δεν επέτρεπε τη λειτουργία σχολείων σε περιοχές της δικαιοδοσίας του (Γ.Ν. Λεοντσίνη, «Ζητήματα Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Εκπαίδευσης», τ. β΄, σελ. 204). Διασώζεται και προφορική παράδοση (αλλά και αναγνωστικά παιδιών που ήταν βιβλία της Εκκλησίας) για μοναστήρια και ερημοκλήσια που κρυφά προσέφεραν στην παιδεία των Ελλήνων (όπως Μονή Προυσσού στην Ευρυτανία, Μονή Φιλοσόφου στην Αρκαδία, Μονή Φιλανθρωπινών στα Ιωάννινα, Μονή Πεντέλης στην Αττική κ.α.).

Όχι μόνο λοιπόν στο Σύνταγμα της Επιδαύρου αναφέρεται ότι «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικράτειας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισί Έλληνες» (1822), αλλά και μέχρι σήμερα η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία στάθηκε στο πλευρό του Έθνους στους αγώνες του (Μακεδονικός, Μικρασιατική εκστρατεία, 1940). Η Εκκλησία της Ελλάδος παρέσχε πλήθος μαρτύρων – κληρικών για τους οποίους καυχάται (βλ. Λ. Διαμαντοπούλου, «Τι προσέφερεν ο Χριστιανισμός», εκδ. Ο Σωτήρ, σελ. 85-164). Είναι κρίμα επομένως να διαστρέφεται η ιστορία και να ερμηνεύεται μονόπλευρα, κατά πως θέλουν ορισμένοι, και σύμφωνα με μυωπικά, ορθολογιστικά ή αθεϊστικά «γυαλιά». Κλήρος και λαός ήταν και είναι πάντα «ένα» στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το δέντρο της ελευθερίας ποτίστηκε από το αίμα χιλιάδων αγωνιστών, ιερωμένων και λαϊκών. Ο μάρτυρας και ο ήρωας είναι αδέλφια. Όπου υπήρξαν λάθη, διχόνοιες, αδυναμίες, προδοσίες, αυτά ήταν πάντα η εξαίρεση που ενδυνάμωνε τον κανόνα. Στην πνευματική ανασυγκρότηση των Ελλήνων, πολύ συνέβαλε η αλήθεια της Εκκλησίας. Η χριστιανική ζωή αγκαλιάζει όλους τους τομείς της καθημερινότητας και απέδειξε σ’ όλη την ιστορία ότι τα ιδανικά της θυσίας, του αλτρουισμού, της φιλοπατρίας, της έμπρακτης αγάπης, των αγώνων για έναν καλύτερο κόσμο, είναι πανανθρώπινες αξίες, που ως από πηγή ενισχύονται ουρανόθεν.

ΠΗΓΕΣ:

  1. «Μια τάξη γεμάτη απορίες», Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, εκδ. Φωτοδότες
  2. «25 Πανηγυρικοί Λόγοι», Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1975
  3. «Σταλαγματιές», Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1986

 

Εικόνα: www.sansimera.gr/articles/503#article-images

 

loading...