Η λέσχη των «Πέντε» κατασκοπεύει την Κίνα






 Philippe Leymarie

Ελίνα Βέτση (μετάφραση) -  

Για πολύ καιρό, επρόκειτο για μια αόρατη συμμαχία, κρυφή ακόμη και από τους ηγέτες των μελών της. Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Γκαφ Ουίτλαμ ανακαλύπτει την ύπαρξή της το 1973, με αφορμή το ξέσπασμα μιας συνταγματικής κρίσης. Ο ηγέτης των Εργατικών που ανέλαβε να εκσυγχρονίσει τη χώρα, κατάργησε την White Australia Policy (τη φυλετική πολιτική που επέτρεπε τη μετανάστευση μόνο λευκών Ευρωπαίων), απέσυρε τα αυστραλιανά στρατεύματα από το Βιετνάμ και αναγνώρισε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, έμαθε ότι η Αυστραλία συνδέεται μέσω ενός μυστικού δικτύου αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, συνήθως αποκαλούμενου Five Eyes («Πέντε Μάτια» ή FVEY), με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία. Πληροφορήθηκε επίσης ότι η αυστραλιανή βάση παρακολούθησης Pine Gap είχε ουσιαστικά τεθεί υπό τον έλεγχο της CIA… η οποία πιθανώς να ενορχήστρωσε την καθαίρεσή του δύο χρόνια μετά.


Οι απαρχές του δικτύου τοποθετούνται στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: εκείνη την εποχή, η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο μοιράζονται πληροφορίες δυνάμει μιας μεταξύ τους συμφωνίας που υπογράφηκε το 1943 και κυρώθηκε επισήμως το 1946, γνωστή και ως Συμφωνία Ασφαλείας Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ (UKUSA). Το περιεχόμενό της, που παρέμεινε μυστικό, ευνοεί ιδιαίτερα τον Αμερικανό εταίρο. Συνέδεε άμεσα τα συστήματα υποκλοπής σημάτων της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA, National Security Agency) με τα συστήματα του βρετανικού ομολόγου της, του Κυβερνητικού Αρχηγείου Επικοινωνιών (GCHQ, Government Communications Headquarters). Στη συμφωνία θα προσχωρήσουν αργότερα ο Καναδάς (1948), η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία (1956). Στόχος της συμμαχίας, στις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου, ήταν η παρακολούθηση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να αποδοθεί σε «κομμουνιστικό δάκτυλο»: τα αντιμπεριαλιστικά ή αντικαπιταλιστικά κινήματα στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Από τη δεκαετία του 1950, τα «Πέντε Μάτια» άνοιξαν έναν δεύτερο κύκλο συνεργασιών –χωρίς όμως την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών – με τη Νορβηγία, τη Δανία και τη Δυτική Γερμανία.


Έως τη δεκαετία του 2000 –ακόμη και μετά την ανακάλυψή της από την Αυστραλία– η ύπαρξη της συμμαχίας σπανίως γινόταν παραδεκτή δημοσίως. Το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας UKUSA αποκαλύφθηκε από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου μόλις στις 25 Ιουνίου 2010, δηλαδή πάνω από εξήντα χρόνια μετά την υπογραφή της και θεωρήθηκε τότε από το περιοδικό«Time» ως ένα από τα σημαντικότερα έγγραφα του Ψυχρού Πολέμου1. Η συμφωνία, η οποία συνέβαλε στην ισχυροποίηση της «ειδικής σχέσης» μεταξύ Ουάσιγκτον και Λονδίνου, προέβλεπε μια προνομιακή ανταλλαγή πληροφοριών προερχόμενων από τη συλλογή και την ανάλυση επικοινωνιών στο εξωτερικό, καθώς και την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με τους φορείς εκμετάλλευσης των επικοινωνιών, τις πρακτικές, τον εξοπλισμό και τις διαδικασίες τους.


Η Νέα Ζηλανδία αντιτίθεται στην επέκταση

Τον Ψυχρό Πόλεμο διαδέχθηκε ο οικονομικός πόλεμος: το σύστημα παρακολούθησης Έσελον (Echelon), το οποίο αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1990 ως ατόφιο προϊόν της συμφωνίας UKUSA, στρέφεται κυρίως κατά μη στρατιωτικών στόχων –κυβερνήσεων, οργανώσεων, επιχειρήσεων ή ιδιωτών. Επιτρέπει στις υπηρεσίες πληροφοριών τη διασύνδεση των συστημάτων υποκλοπών –ιδίως των σταθμών λήψης δορυφορικών δεδομένων– και την ανταλλαγή «λεξικών» αποτελούμενων από λέξεις-κλειδιά και διευθύνσεις που αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες κάθε φορά ανησυχίες τους2. Ο μηχανισμός αυτός επέτρεψε την παράκαμψη των εθνικών νομοθεσιών, που εμπόδιζαν έως τότε την παρακολούθηση των πολιτών τους από υπηρεσίες πληροφοριών. Ο Τζέιμς Γούλσεϊ, πρώην διευθυντής της CIA, δικαιολόγησε την κατασκοπεία σε βάρος των «Ευρωπαίων φίλων» επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας των αμερικανικών επιχειρήσεων, θυμάτων μιας ενδημικής διαφθοράς «σε χώρες όπου η δωροδοκία εκπίπτει από τον φόρο»3.



Μετά τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον το 2001 και την επακόλουθη θέσπιση σωρείας νόμων για την ασφάλεια σε Αμερική και Ευρώπη, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και οι σύμμαχοί τους επέκτειναν το φιλτράρισμα πληροφοριών σε παγκόσμια κλίμακα. Το 2013, οι αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν4, πρώην πράκτορα της CIA και συμβασιούχου της NSA, μας έδωσαν μια ιδέα για το εύρος αυτού του «διχτυού» συλλογής πληροφοριών (συμπεριλαμβανομένων και προσωπικών δεδομένων), που υποκλέπτει μαζικά πακέτα μηνυμάτων διαμέσου δορυφόρων ή υποθαλάσσιων καλωδίων, κυρίως στα σημεία διασύνδεσης με το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, χάρη στο πρόγραμμα Prism, οι κυριότερες αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών απέκτησαν άμεση πρόσβαση στους διακομιστές εννέα κορυφαίων παρόχων υπηρεσιών πληροφορικής που έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ: Microsoft, Apple, Yahoo, Google, Facebook, AOL, Paltalk, Skype.


Η συμμαχία «Πέντε Μάτια» δεν έχει ούτε διεύθυνση ούτε έδρα ούτε επίσημο προσωπικό. Η άτυπη και μυστική λειτουργία της κατάφερε να δίνει την εντύπωση μιας σχεδόν οικογενειακής συμφωνίας με περίπου αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, βασισμένης σε δεκαετίες αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών μερικών χωρών που τις ενώνει η ιστορία, η γλώσσα, οι αξίες και τα γεωπολιτικά συμφέροντα, μέσα σε ένα πλαίσιο συναινετικής εξάρτησης από τον Βρετανό εξάδελφο και κυρίως από τον μεγάλο Αμερικανό προστάτη. Ένας διαμοιρασμός χωρίς προηγούμενο, ακόμα και εντός του ΝΑΤΟ.


Κάθε ένας από τους «Πέντε» θεωρείται πως κατευθύνει τα δικά του συστήματα ακρόασης και υποκλοπής ηλεκτρονικών σημάτων στην προνομιακή ζώνη δράσης του. Η Αυστραλία επιτηρεί τη Νότια και την Ανατολική Ασία. Ο Καναδάς το εσωτερικό της Ρωσίας και της Κίνας. Η Νέα Ζηλανδία τη Νοτιοανατολική Ασία και τον Δυτικό Ειρηνικό. Το Ηνωμένο Βασίλειο ελέγχει το Χονγκ Κονγκ, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ, εκτός από τη Λατινική Αμερική, την Καραϊβική και την Αφρική, καλύπτουν επίσης την Κίνα, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.


Η όξυνση των εντάσεων στις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ είχε ως αποτέλεσμα την ενδυνάμωση του παραδοσιακού αυτού δικτύου, που πλέον έχει στραφεί κυρίως προς την παρακολούθηση και τη συγκράτηση της ανταγωνιστικής Κίνας. Η σφαίρα του Ινδο-Ειρηνικού έχει αναχθεί σε υπ’ αριθμόν ένα περιοχή στρατηγικής σημασίας, με τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν να ακολουθεί τα χνάρια του προκατόχου του5 –και αυτή τη φορά, σε κοινή θέα (ή σχεδόν σε κοινή θέα). Ως εκ τούτου, οι υπουργοί Εξωτερικών των πέντε χωρών έχουν πολλαπλασιάσει τις κοινές πολιτικές τοποθετήσεις τους. Τον Αύγουστο του 2020, κάλεσαν δημόσια την κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ να προγραμματίσει άμεσα εκλογές και στη συνέχεια, τον Νοέμβριο του 2020, το Πεκίνο να σταματήσει την καταστολή των εκλεγμένων αντιπροσώπων αυτής της ειδικής διοικητικής περιοχής, προκαλώντας την καυστική απάντηση του εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας: «Δεν έχει σημασία αν έχουν πέντε ή δέκα μάτια. Εάν τολμήσουν να προσβάλουν την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και την ανάπτυξη της Κίνας, πρέπει να προσέξουν, διότι μπορεί να τους βγουν τα μάτια και να καταλήξουν τυφλές»6.


Φέτος, οι «Πέντε» συμμετείχαν από κοινού σε διπλωματικό μποϋκοτάζ των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Πεκίνο (4-20 Φεβρουαρίου 2022). Οι κυβερνήσεις του Καναδά, των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Αυστραλίας είχαν ήδη προσχωρήσει στις κυρώσεις που αποφασίστηκαν τον Απρίλιο του 2021 από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως διαμαρτυρία για τη μεταχείριση των Ουϊγούρων της Σιντζιάνγκ.


Προηγουμένως, η Ουάσιγκτον τούς είχε ζητήσει να περιορίσουν την παρουσία του κινεζικού γίγαντα τηλεπικοινωνιών Huawei στα εδάφη τους. Πρόκειται για έναν εταίρο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί σε τεχνικό επίπεδο, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη του δικτύου 5G, ύποπτο όμως για βιομηχανική κατασκοπεία. Η πρόταση δεν έγινε ομόφωνα δεκτή, προς μεγάλη απογοήτευση του Αμερικανού προστάτη.


Αν και η Νέα Ζηλανδία, όπως και η Αυστραλία, είχε ήδη κλείσει την πόρτα στον κινεζικό όμιλο από το 2018, ήταν η πρώτη που εκδήλωσε την επιφύλαξή της απέναντι στη βαθμιαία παρέκκλιση και εντέλει πολιτικοποίηση της συμμαχίας, η οποία θεωρείται πλέον ως ένα προνομιακό εργαλείο για την παρακολούθηση και την άσκηση κριτικής στην Κίνα. «Δεν αισθανόμαστε άνετα με τη διεύρυνση της εντολής των Five Eyes»7 σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μειονοτήτων ή εμπορικών διαφορών, δήλωσε σχετικά η υπουργός Εξωτερικών της χώρας Νανάια Μαχούτα τον Απρίλιο του 2021, υπενθυμίζοντας ότι οι στόχοι της συμμαχίας θα πρέπει να περιορίζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών. Η Νέα Ζηλανδία είναι η μόνη από τις «Πέντε» που έχει συμβληθεί άμεσα με την Κίνα, με μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου η οποία απορροφά το ένα τρίτο των εξαγωγών της. Οι επιφυλάξεις της Νέας Ζηλανδίας ερμηνεύτηκαν από ορισμένους εταίρους της ως ένδειξη της αυξανόμενης κινεζικής επιρροής στον Νότιο Ειρηνικό, ιδίως στα νησιωτικά μικρο-κράτη. Υποψιάζονται ότι το Πεκίνο επιδιώκει να αποκτήσει συμμάχους και υποστηρικτές στην περιοχή και ότι στο μέλλον ελπίζει να εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις σε κάποιο νησί –ένας φόβος που εντάθηκε μετά την πρόσφατη συμφωνία ασφαλείας της Κίνας με τα Νησιά Σολομώντα.


Η επαναπολιτικοποίηση των «Πέντε Ματιών» και η μονόπλευρη επικέντρωσή τους στην Κίνα δεν γίνονται ομόφωνα αποδεκτές. Έτσι, ο Χιου Ουάιτ, πρώην αναπληρωτής υπουργός στρατηγικής και πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας της Αυστραλίας, δηλώνει «ιδιαίτερα επιφυλακτικός στην ιδέα ότι μια συνεργασία που για πολύ καιρό και πολύ αποτελεσματικά καλλιέργησε την ανταλλαγή ηλεκτρομαγνητικών πληροφοριών μπορεί να μεταστραφεί έτσι, με μόνο στόχο να απαντήσει στην κινεζική πρόκληση»8. Από την πλευρά του, ο Τζόναθαν Έγιαλ, της βρετανικής δεξαμενής σκέψης Royal United Services Institute, κάνει λόγο για «ενός είδους επιστροφή στον Ψυχρό Πόλεμο» και θλίβεται για το γεγονός ότι η αναζήτηση πληροφοριών και οι άλλες πρωτοβουλίες των Five Eyesπλέον γίνονται καταναγκαστικά κάτω από το «κινεζικό πρίσμα», που παίζει τον ίδιο ασφυκτικό ρόλο με τον στόχο «Σοβιετική Ένωση» εκείνης της εποχής. Αντίθετα, ο Ρίτσαρντ Φάντεν, πρώην διευθυντής της Καναδικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CSIS), διαβεβαιώνει πως η ροπή προς την Κίνα, πέρα από την αναζωογονητική επίδραση που έχει στη συμμαχία, δικαιολογείται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το Πεκίνο «αυτή τη στιγμή θεωρείται μείζων απειλή για όλη τη συμμαχία των “Πέντε Ματιών” και για τη Δύση γενικότερα»9.


Από την πλευρά της, η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να διευρύνει τον κύκλο της συμμαχίας. Στο πλαίσιο της εξέτασης του αμυντικού προϋπολογισμού για το 2022, η υποεπιτροπή Πληροφοριών και Ειδικών Επιχειρήσεων του Κογκρέσου συνέστησε, τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, τη σύσφιξη των δεσμών της συμμαχίας και το άνοιγμα σε χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Ινδία και η Γερμανία. Και άλλες χώρες έπονται: το Ισραήλ, του οποίου η εγγύτητα με τη Ουάσιγκτον είναι γνωστή, είναι από καιρό ένα «μάτι» καρφωμένο στη Μέση Ανατολή, και η Ιαπωνία, επίσης στενά συνδεδεμένη με το αμερικανικό σύστημα ασφαλείας, ήδη έχει στρέψει τους υπερσύγχρονους αισθητήρες της προς την Κίνα, τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα. Συνεπώς, η συμμαχία θα μπορούσε τελικώς να περάσει από τα πέντε στα εννέα,ακόμη και στα δέκα «μάτια», όπως υποστηρίζει λόγου χάρη ο Αμερικανός ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού των ΗΠΑ και πρώην ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, για τον οποίο «οι Δυτικοί σύμμαχοι έχουν ανάγκη από περισσότερα μάτια στον κόσμο»10.


Εν αναμονή των εξελίξεων, τα βαριά ονόματα της συμμαχίας –Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ– συνήψαν αιφνιδίως, τον Σεπτέμβριο του 2021, μια νέα τριμερή συμφωνία με το όνομα AUKUS, που προβλέπει την προμήθεια πυρηνοκίνητων υποβρυχίων αγγλοαμερικανικής τεχνολογίας στην Αυστραλία, σε βάρος της σύμβασης που είχε υπογραφεί με τη Γαλλία το 2016 για την παράδοση ενός στόλου συμβατικών υποβρυχίων. Ο Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό απέδωσε τη σύναψη της συμφωνίας στη «νευρικότητα» της Αυστραλίας, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η Καμπέρα «παραμένει πυλώνας των Πέντε Ματιών» και ότι η συμμαχία παραμένει «άθικτη». Η πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας Τζασίντα Άρντερν επαναβεβαίωσε τη θέση αρχής της χώρας της: όπως τα υποβρύχια οποιουδήποτε άλλου έθνους, έτσι και τα μελλοντικά πυρηνοκίνητα υποβρύχια της Αυστραλίας (δεν θα βρίσκονται στη θάλασσα πριν από τη δεκαετία του 2040) θα απαγορεύεται να βρίσκονται στα ύδατα της.


Συνωμοσία της «Αγγλόσφαιρας»

Αυτή η θεαματική γεωπολιτική μετατόπιση της Αυστραλίας, από μια στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία σε μια συμφωνία με πυρηνικές βλέψεις, γίνεται λιγότερο εντυπωσιακή αν αναλογιστούμε τη μακροχρόνια εμπλοκή της χώρας τόσο στα «Πέντε Μάτια» όσο και στην (πρώην Βρετανική) Κοινοπολιτεία. Για τον καθηγητή Τζον Μπλάξλαντ, ειδικό σε θέματα ασφαλείας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας, το σύμφωνο αυτό αποτελεί πάνω απ’ όλα απόδειξη μιας ριζικής μεταβολής της γεωστρατηγικής δυναμικής στον Ινδο-Ειρηνικό, που συνδέεται με την επανεμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου στην περιοχή μετά το Brexit, με την πιο απειλητική στάση του προέδρου Σι Τζινπίνγκ, αλλά και με μια «μεγαλύτερη ανησυχία όσον αφορά την ευπάθεια του αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού και την ικανότητά του να εμποδίσει ή να κερδίσει μια ενδεχόμενη σύγκρουση στον Ειρηνικό»11.


Τα τελευταία χρόνια, η γαλλική κυβέρνηση προσπαθούσε να αναπτύξει τη δική της στρατηγική στην περιοχή, με τη φιλοδοξία να ενσαρκώσει ένα τρίτο δρόμο, που θα έδινε τη δυνατότητα στην πλειονότητα των παράκτιων χωρών να αποφύγουν το δίλημμα Πεκίνο-Ουάσιγκτον12. Ως η μεγάλη χαμένη αυτής της διελκυστίνδας, δεν της είναι δύσκολο να υποπτευθεί μια συνωμοσία της «Αγγλόσφαιρας» στην καρδιά των «Πέντε Ματιών», η οποία προσπαθεί να απομακρύνει τον Γάλλο παρείσακτο από τα χωράφια της.


Μια απογοήτευση που γίνεται ακόμα πιο οδυνηρά αισθητή καθώς το Παρίσι, έχοντας εντείνει τις ανταλλαγές πληροφοριών με τις ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις του 2015 και 2016 στη Γαλλία, είχε εκ των πραγμάτων καταστεί το έκτο μέλος της συμμαχίας. Είχε αναπτύξει στενή συνεργασία στα στρατιωτικά μέτωπα (Αφγανιστάν, Περσικός Κόλπος, Ιράκ, Συρία, Σαχέλ), όπως και έναν κυκεώνα εμπιστευτικών διευθετήσεων (το παλαιότερο πρόγραμμα ανταλλαγής πληροφοριών με κωδικό όνομα «Lustre», τις συμφωνίες SPINS που συνήφθησαν το 2016 ή τις περιοδικές συνεδριάσεις της Επιτροπής Λαφαγιέτ), που συνέβαλαν στη διεύρυνση του πεδίου ανταλλαγής πληροφοριών των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών με τις αντίστοιχες αγγλοαμερικανικές.


Σύμφωνα με τη Φλοράνς Παρλί, πρώην υπουργό Άμυνας της Γαλλίας, επρόκειτο για την ανταλλαγή μιας «εντατικής ροής» πληροφοριών, με τη Γαλλία να συνεισφέρει κυρίως στοιχεία από τις αφρικανικές επαφές της13. Μια «γόνιμη» συνεργασία, που όμως δεν συνεπαγόταν την ενσωμάτωση της χώρας σε αυτό το «ιστορικό και κλειστό κλαμπ, η οποία εγκυμονεί (…) κινδύνους όσον αφορά τα ζητήματα κυριαρχίας», διευκρίνιζε. Ωστόσο, ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας τόνιζε: «Θέλουμε να έχουμε με τη Γαλλία το ίδιο επίπεδο βαθιάς συνεργασίας» με τα «Πέντε Μάτια», όμως με έναν τρόπο «παράλληλο και μοναδικό»14. Μια πολιτική στάση που τηρήθηκε απαρέγκλιτα από τις κυβερνήσεις Ομπάμα, Τραμπ και Μπάιντεν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :