Η επικίνδυνη εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. σε σχέση με την Ρωσία


 




Tου Αντώνη Μοσχοβάκη*


Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν είχε τους λίγους, σαφείς άξονες προέλασης ή την αριθμητική υπεροχή (3:1) υπέρ του επιτιθέμενου που περιμένει κανείς από πολεμικές επιχειρήσεις. Ο μικρός σχετικά αριθμός των εισβολέων και τα πολλά σημεία επίθεσης θύμιζαν περισσότερο αστυνομική επιχείρηση με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος του Κιέβου με το μικρότερο δυνατό κόστος για όλους τους εμπλεκόμενους. Ωστόσο, οι Δυτικές κυβερνήσεις δεν συνεργάστηκαν με αποτέλεσμα οι Ρώσοι να αναδιπλωθούν σε μια μορφή σύγκρουσης που αξιοποιεί το σημαντικότερο όπλο που διαθέτουν, το πυροβολικό τους. Το Κίεβο παραδέχεται τώρα ότι η σύγκρουση κοστίζει στην Ουκρανία 100-200 νεκρούς την ημέρα, ρυθμός που σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές είναι 60 φορές ταχύτερος από εκείνον των Η.Π.Α. στο Βιετνάμ.


Ωστόσο, οι Η.Π.Α. δεν επιθυμούν διπλωματική λύση του πολέμου στην Ουκρανία και συνεπώς η σύγκρουσή τους δια αντιπροσώπου με την Ρωσία μπορεί να κρατήσει πολλούς μήνες ή χρόνια. Και μας φέρνει κοντύτερα σε έναν τρίτο, αυτή τη φορά πυρηνικό, παγκόσμιο πόλεμο. Ο φόβος μου αυτός πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο Η.Π.Α. και Ρωσία σκέφτονται τα πυρηνικά όπλα που κατέχουν. Όπως εξηγούσε με εξαιρετική διαύγεια ο Στιβ Κοέν, Ομότιμος Καθηγητής Ρωσικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο Πρίνστον, στην στήλη του στο The Nation της 7ης Μαρτίου 2018 (https://www.thenation.com/article/archive/how-washington-provoked-and-perhaps-lost-a-new-nuclear-arms-race/) οι δύο υπερδυνάμεις έχουν υιοθετήσει τρεις εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης των διηπειρωτικών πυρηνικών κεφαλών που διαθέτουν:


(1) Απόσυρση και καταστροφή τους, προσέγγιση που δεν φαίνεται ρεαλιστική στο ορατό μέλλον αν και υιοθετήθηκε, άπαξ, για ένα μέρος του πυρηνικού οπλοστασίου. Το ευτυχές αυτό γεγονός συνέβη προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 όταν ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν και ο τελευταίος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, έδειξαν να καταλαβαίνουν ότι κάθε στρατηγικό πλεονέκτημα της μίας πλευράς θα εκλαμβάνονταν ως απειλή από την άλλη πλευρά που θα ελάμβανε τα κατάλληλα μέτρα για να ενισχύσει τις δυνάμεις της.


Συμφώνησαν λοιπόν να διακόψουν αυτήν την επικίνδυνη κούρσα εξοπλισμών και το 1987 κατάργησαν τα πυρηνικά όπλα που μεταφέρονται από πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς.


(2) Επιδίωξη πυρηνικής υπεροχής που θα επέτρεπε στην μία πλευρά να εξαπολύσει ένα εξοντωτικό πρώτο κτύπημα, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο μιας εξ ίσου εξοντωτικής απάντησης.


(3) Αμοιβαία Ασφάλεια βασισμένη στην ιδέα της “Σίγουρης Αλληλοκαταστροφής” (MAD, Mutual Assured Destruction) και την αρχή της “στρατηγικής ισοτιμίας”. Που σημαίνει ότι και οι δύο πλευρές διαθέτουν περίπου την ίδια πυρηνική ισχύ και καμία δεν επιδιώκει υπεροχή που θα της επέτρεπε ένα πρώτο κτύπημα.


Στην διάρκεια του προηγούμενου Ψυχρού Πολέμου, τις δεκαετίες 1960-1980 οι δύο υπερδυνάμεις προτίμησαν την τρίτη από αυτές τις στρατηγικές. Αποδέχτηκαν την λογική της “Σίγουρης Αλληλοκαταστροφής” σαν την ασφαλέστερη προσέγγιση, μαζί με την ανάγκη να διατηρηθεί χονδρικά ένα είδος στρατηγικής ισοτιμίας. Εξ ου και μια σειρά από συνθήκες περιορισμού πυρηνικών όπλων Η.Π.Α.-Σοβιετικής Ένωσης.


Η επιλογή αυτή έληξε με ευθύνη των Η.Π.Α. όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση στις αρχές της δεκαετίας 1990. Την εποχή εκείνη η Βόρειο-Ατλαντική συμμαχία (ΝΑΤΟ) απέκτησε σημαντική υπεροχή έναντι της Ρωσίας σε συμβατικά όπλα. Σειρά διαδοχικών Προέδρων (Μπιλ Κλίντον, Τζορτζ Μπους νεώτερος, Μπαράκ Ομπάμα) επιχείρησαν να εξασφαλίσουν και πυρηνική υπεροχή των Η.Π.Α. έναντι της Ρωσίας. Με τον αέρα του νικητή, και επειδή η Ρωσία φαινόταν πολύ αδύναμη για να αποτρέψει οτιδήποτε, το επιχείρησαν με τρεις τρόπους:


(1) Κατασκευάζοντας όλο και πιο καταστροφικά, εύχρηστα και μεγάλης ακριβείας πυρηνικά όπλα.


(2) Με την μονομερή απόσυρση το 2002 από την Αντιβαλλιστική Πυραυλική Συνθήκη (ΑΠΣ) του 1972. Η Συνθήκη αυτή, απαγόρευε την ευρεία ανάπτυξη αντιβαλλιστικών συστοιχιών, και αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής αμοιβαίας ασφάλειας. Η απόσυρση του νεώτερου Μπους από την ΑΠΣ ισοδυναμούσε με αλλαγή στρατηγικής: σηματοδότησε την επιθυμία της Ουάσιγκτον να εξασφαλίσει την πυρηνική υπεροχή των Η.Π.Α. απέναντι στην Ρωσία. Στις μέρες μας, υπάρχουν πλείστες αμερικανικές αντιβαλλιστικές συστοιχίες σκορπισμένες σε διάφορα σημεία του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων εδαφών και υδάτων που συνορεύουν με την Ρωσία και που επισήμως ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Μέχρι σήμερα, η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι η αντιβαλλιστική αυτή ασπίδα δεν στοχεύει την Ρωσία αλλά το Ιράν και άλλες χώρες του άξονα του κακού, αλλά κανείς δεν πιστεύει αυτό το παραμύθι και σίγουρα όχι η Μόσχα.


(3) Επεκτείνοντας το ΝΑΤΟ μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας: αντί να διαλύσει το ΝΑΤΟ, όπως είχε προτείνει ο Πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν, η Δύση αθέτησε τις περί του αντιθέτου υποσχέσεις που είχαν δοθεί στον Γκορμπατσόφ, και το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε προς τα ανατολικά σε δύο φάσεις (1999: Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, 2004: Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) φτάνοντας έτσι στα σύνορα της Ρωσίας. Η επέκταση αυτή συνιστά υπαρξιακό πρόβλημα για την Ρωσική Ομοσπονδία καθότι επιτρέπει την τοποθέτηση αντιβαλλιστικών συστοιχιών κοντά στις βάσεις εκτόξευσής τους, υπονομεύοντας και με αυτόν τον τρόπο την λογική της αμοιβαίας ασφάλειας. Μάλιστα, η απόσταση αυτή θα μίκραινε ακόμη περισσότερο με την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ καθιστώντας ευεξήγητη αρχικά την διατύπωση αντιρρήσεων και εν συνεχεία την βίαιη αντίδραση της Ρωσίας. Για να αντιληφθείτε γιατί είναι πολύ πιο αποτελεσματική η καταστροφή ενός βαλλιστικού πυραύλου κοντά στην εκτόξευσή του από ότι κοντά στη πρόσκρουσή του στον στόχο, σκεφτείτε για παράδειγμα, ότι ένας πύραυλος RS-24 (επονομαζόμενος Yars) μεταφέρει 10 κεφαλές ανεξάρτητης στόχευσης (MIRV) και 60 πλασματικές, άρα το αντιπυραυλικό σύστημα θα είχε να αντιμετωπίσει κάπου 70 στόχους κοντά στο τέλος της τροχιάς ενός Yars αντί για έναν κοντά στην αρχή της.


Πύραυλοι σαν τον RS-24 είναι προϊόν πολυετούς προσπάθειας της Ρωσίας να εξασφαλίσει και πάλι πυρηνική ισοτιμία με τις Η.Π.Α. Αυτήν την προσπάθεια περιέγραψε ο Πρόεδρος Πούτιν σε ομιλία του της 1ης Μαρτίου 2018 στο Ρωσικό κοινοβούλιο. Το τελευταίο μέρος της ομιλίας του ήταν αφιερωμένο σε εξελίξεις σχετικά με τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα της Ρωσίας. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι η Ρωσία είχε καταφέρει να κατασκευάσει πυραύλους που θα μπορούσαν να διαπεράσουν αλώβητοι από την αντιπυραυλική ασπίδα των Η.Π.Α. ματαιώνοντας έτσι την προσπάθεια των Η.Π.Α. να εξασφαλίσουν πυρηνική υπεροχή και βιώσιμο πρώτο κτύπημα κατά της Ρωσίας Οι πολιτικοί (και τα ΜΜΕ) των Η.Π.Α. θεωρούν ότι ο Πούτιν μπλοφάρει. Έχουν εξηγήσει στους πολίτες στους οποίους λογοδοτούν τι μπορεί να συμβεί αν πέφτουν έξω;


Επιτρέψτε μου να κλείσω με δύο σχόλια για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας σε σχέση με την Ουκρανία. Αφήνω κατά μέρος την συμμετοχή στην εξουσία της Ουκρανίας ακροδεξιών μορφωμάτων που προκρίνουν τον φυλετικό ρατσισμό όπως το Τάγμα Αζόφ, ο Δεξιός Τομέας, κλπ. Ούτε είμαι αισιόδοξος ότι θα προχωρήσει γρήγορα ο εκδημοκρατισμός της Ουκρανίας. Οι ελεύθεροι σκοπευτές του Μαϊντάν δεν έχουν συλληφθεί και η πυρπόληση δεκάδων ανθρώπων στο εργατικό κέντρο της Οδησσού δεν έχει διαλευκανθεί μολονότι έχουν παρέλθει σχεδόν δέκα χρόνια από τα εγκλήματα αυτά. Αυτό που δυσκολεύομαι να καταλάβω είναι γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να σταθεί στο πλευρό μιας χώρας που δεν έχει καμία διάθεση να σταθεί στο πλευρό του ελληνισμού αν κρίνω από το γεγονός ότι μετά το πέρας της τηλεοπτικής ομιλίας του στην Κυπριακή Βουλή, και μόλις η πρόεδρος της Βουλής άρχισε να σχολιάζει τις ομοιότητες ανάμεσα στην Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας έκλεισε (κατά κυριολεξία) την μετάδοση. Με τέτοιους συμμάχους σκοπεύει η Ελλάδα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του μέλλοντος;


Σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική πολιτική δημοκρατιών αποφασίζεται από τους πολίτες τους. Μολονότι θα διαφωνούσα με την επιλογή τους, αναγνωρίζω το δικαίωμά των Ελλήνων να προκρίνουν την εξαγωγή δημοκρατίας στην Ουκρανία από την αναζήτηση τρόπων συμβίωσης με την Ρωσία. Ωστόσο η Ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να δρα εναντίον των εκφρασμένων επιθυμιών των πολιτών που την εξέλεξαν. Για παράδειγμα, ευρεία πλειοψηφία Ελλήνων πολιτών διαφωνεί με την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, την μεταφορά οπλισμού, κλπ. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις φανερές μεταφορές οπλισμού η Ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δρα στα πλαίσια διεθνών υποχρεώσεων της χώρας ή ότι πρόκειται για υλικό που δεν είναι απαραίτητο για την άμυνά της. Ο πρώτος ισχυρισμός έχει διαψευσθεί αρμοδίως σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο για τον δεύτερο, αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να βοηθήσει την άμυνα της Ουκρανίας υλικό άχρηστο για την άμυνα της Ελλάδας. Αν μη τι άλλο, η δράση της Ελληνικής Κυβέρνησης ενισχύει το επιχείρημα του κ. Κωσταντακόπουλου που θεωρεί την πρόσφατη Ελληνική εξωτερική πολιτική ασυνάρτητη, καθότι έρμαιο της εξυπηρέτησης ξένων, ανομολόγητων και ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενων, συμφερόντων.


(*)Αντώνης Μοσχοβάκης, M.D., Ph.D., μέλος του ΙΗΑ

https://professors-phds.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια :