Οἰκουμενισμός καί: ἀλήθεια‒ἐλευθερία‒ἀγάπη Ἡ δυσανασχέτηση τῶν πιστῶν γιά τό «ποιεῖν καί ἀληθεύειν»!






Ἡ ἀντίσταση στόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου, τόν Οἰκουμενισμό,μᾶς κάνει δυνατούς γιά νά ἀντισταθοῦμε στόν ἴδιο τόν Ἀντίχριστο

 

Τοῦ Παναγιώτη Σημάτη - 

 

Στήν οὐσία του ὁ ἀνθρωπος εἶναι φτιαγμένος ἀπό τόν Θεό γιά τό «ποιεῖν δίκαια καί ἀληθεύειν» (Παρ. Σολ. 21, 3). Καί αὐτό τό κατόρθωμα ἐπιδιώκουν, καί ἐν πολλοῖς ἐπιτυγχάνουν, ἰδιαιτέρως οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, καθόσον ἔχουν ὡς κριτήριο καί στηρίζονται στήν μοναδική Ἀλήθεια, τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Περισσότερο ὅμως ἀπό τό «ποιεῖν δίκαια», ἔχει γιά τό Χριστιανό ἰδιαίτερη βαρύτητα τό «ἀληθεύειν», διότι ἀναφέρεται σέ δογματικά θέματα καί ὡς ἐκ τούτου στήν ὀρθή Πίστη, ἀφοῦ ἡ ὀρθή Πίστις στόν Χριστό εἶναι ἡ εἰδοποιός διαφορά, βάσει τῆς ὁποίας ἀξιολογεῖται ὁ βίος τοῦ Χριστιανοῦ.

Γι' αὐτό ἀποτελεῖ παράξενο φαινόμενο τό γεγονός ὅτι ὀρθόδοξοι πιστοί δυσανασχετοῦν καί θεωροῦν ὡς βάρος, ἤ ἀκόμα καί ὡς ὕβρη, αὐτή τήν ἀναμφισβήτητη ἁγιοπατερική ἀλήθεια. Τήν διδασκαλία δηλαδή τῶν Ἁγίων ὅτι, δέν εἶναι δυνατόν νά βρίσκεται κανείς στό χῶρο τοῦ «ποιεῖν  δίκαια καί ἀληθεύειν», ὅταν ἀδιαφορεῖ (δηλ. δέν ποιεῖ δίκαια) καί δέν ἀντιδρᾶ (δηλ. δέν ἀληθεύει), καθ' ὅν χρόνο βλέπει νά καταλύεται ἡ Χριστοπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Πίστεως ἀπό μιά αἵρεση.

Συγκεκριμένα: Εἶναι θεία Ἐντολή οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας πρωτίστως, ἀλλά καί κάθε πιστός, νά ἀγρυπνοῦν ἐπιμελῶς καί νά φροντίζουν νά τηρεῖται ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου μέ τόση ἀκρίβεια, ὥστε «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία» νά μήν ἀλλοιωθεῖ. Αὐτή τήν Ἐντολή φύλαξαν μετά σχολαστικότητος οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας καί ὑπακούοντας σ' αὐτούς τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὑλοποίησαν στή ζωή τούς ‒κυρίως πολεμώντας τήν αἴρεση‒ καί μᾶς ἄφησαν ἱερή Παρακαταθήκη τά συγγράμματά τους καί τούς Ἱερούς Κανόνες, ὥστε, ὅταν καί σέ ἐμάς ἐμφανιστεῖ μία αἵρεση, νά πράξουμε ἀναλόγως (δίκαια καί ἐν ἀληθείᾳ).

Οἱ παραπάνω διαπιστώσεις ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ σήμερα, ἐποχή τῆς ἄκρατης ἐκκοσμικεύσεως, τῆς Νεοορθοδοξίας καί τῆς Μεταπατερικότητος, συστατικά στοιχεῖα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού γιγαντώνεται ἀνεξελεγκτα.

Καί τί παρατηροῦμε; Ἀπό τήν μιά μεριά οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι ἔχουν ἐπιβάλει τήν Παναίρεση, καί μάλιστα Συνοδικά, μέ τήν Κολυμπάρια Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά οἱ θεωρούμενοι ὡς εὐσεβεῖς Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς καί Λαϊκοί, πού ἰσχυρίζονται πώς δέν συμφωνοῦν μέ τούς Οἰκουμενιστές, παρά ταῦτα κοινωνοῦν μέ τούς ἀρχηγούς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τούς παρουσιάζουν στούς πιστούς ὡς ποιμένες, στούς ὁποίους ὀφείλεται  σεβασμός ὑπακοή καί ὄχι "ἀντάρτικο"!

Ἐτσι οἱ πιστοί δέν ἀντιδροῦν στήν παραχάραξη καί ἀλλοίωση τῆς Πίστεως, ἄν καί ἡ ἀλλοίωση δέν ἔχει γίνει σέ «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία», ἀλλά καί σέ πολλά μέρη τῆς Εὐαγγελικῆς διδασκαλίας, καί σέ πλείστους Ι. Κανόνες, καί σέ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, καί στίς Ι. Παραδόσεις.

Καί τί θά ἔπρεπε οἱ Ὀρθόδοξοι νά κάνουν γιά νά διαφυλάξουν τήν ἀκεραιότητα τῆς Πίστεως; Ἀσφαλῶς ὅ,τι ἐντέλλεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ὅ,τι διδάσκουν οἱ Ἅγιοι, κι ὄχι ὅ,τι ἰδιοτρόπως ἀποφαίνεται κάθε Γέροντας,  εἴτε "Οἰκονομία" τό βαπτίζει αὐτό, εἴτε "Ἀκρίβεια". Διότι δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι, ἡ ἀντίσταση στόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου, τόν Οἰκουμενισμό, μᾶς κάνει δυνατούς γιά νά ἀντισταθοῦμε στόν ἴδιο τόν Ἀντίχριστο.

Ἐξ ἄλλου εἶναι ἀδιάψευστη ἱστορική ἀλήθεια τό ὅτι: ποτέ καί πουθενά δέν ἐξαφανίστηκε κάποια αἵρεση ἀπό ...μόνη της, χωρίς τήν σθεναρή ἀντίσταση τῶν Ὀρθοδόξων ‒καί τίς περισσότερες φορές‒ χωρίς τίς θυσίες τῶν πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν.

Ἔτσι βλέπουμε ὅτι:

(Α)

«Οἱ τὰ πάντα» «καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες» ἔγραψαν, ἐφάρμοσαν καὶ δίδαξαν στοὺς πιστούς, ποιά στάση ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἀπέναντι σὲ κάθε καινοτομία καὶ κάθε αἵρεση. Ὁ χρόνος ἀνοχῆς (ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς καταγγελίας τῆς αἱρέσεως) ἦταν πάντα μικρὸς καὶ ἀποσκοποῦσε στὴν ἐνημέρωση τῶν πιστῶν καὶ στὴν διόρθωση τῶν αἱρετιζόντων (ἀλλὰ καὶ ὅσων τοὺς ἀκολουθοῦσαν). 

Ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς αἱρέσεως, τὴν καταγγελία της καὶ τὴν ἐπιχείρηση ἀναιρέσεώς της, καθ’ ὃν χρόνον δηλαδή οἱ αἱρετικοὶ ἦσαν μέλη ἀκόμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελοῦσαν ἔγκυρα μυστήρια, οἱ πιστοὶ ἐφάρμοζαν πάντοτε τὴν Διακοπὴ Μνημοσύνου τῶν αἱρετικῶν Ποιμένων, ὡς ἕνα ποιμαντικὸ μέτρο σωτηριολογικῆς σημασίας. Μέτρο ποὺ εἶναι τὸ μόνο ἀποτελεσματικὸ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν “ψευδοποιμένων” καὶ “λύκων” καὶ τῶν συνεπειῶν της τῆς αἱρέσεως. 

Ἀπόδειξη 1: Τὸν 5ο μ.Χ. αἰῶνα Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι ἤλεγξαν γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα τὸν αἱρετικὸ Νεστόριο. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἐπέμενε στὴν αἵρεση τὸν προειδοποιοῦν ὅτι, ἂν «ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀριθμουμένων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπομνήσεως ταύτης» δὲν ἀποκηρύξη τὴν αἵρεση, θὰ τὸν καθαιρέσουν. [Σκόπελος (κι ὄχι ...ἀφανής ὕφαλος) γιά τούς ὀπαδούς τῶν ἀκύρων μυστηρίων ἡ ΠΡΑΞΗ τῆς Ἐκκλησίας  (ἐδῶ κι ἐδῶ), τήν ὁποία μέ ὀρθολογικούς ἀκροβατισμούς καί "μαγικές" ταχυδακτυλουργίες οἱ τῶν ἀκύρων ξεπερνοῦν καί αἰσθάνονται καί δικαιωμένοι!]. Στὴν περίπτωση τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου (ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ὅπως τοῦ Καλέκα), οἱ ἅγιοι Κελεστῖνος‒Κύριλλος (καὶ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀντίστοιχα), θεωροῦσαν μὲν τὰ μυστήριά τους ἔγκυρα (τὸ αὐτὸ συμβαίνει σήμερα τὰ μυστήρια τῶν Οἰκουμενιστῶν), ἀλλὰ αὐτοὺς τοὺς θεωροῦσαν “ψευδοποιμένες”, “μισθωτούς” και “λύκους”. Ὁ Πάπας Ρώμης Κελεστῖνος γράφει πρὸς τὸν ἅγιο Κύριλλο: «Ὥσπερ σὺ ποιμὴν ἀγαθός, οὕτως ἐκεῖνος (Νεστόριος) οὐδὲ ὡς κακὸς μισθωτὸς κατηγορεῖσθαι ἄξιος, ὃς οὐ διὰ τοῦτο διαβάλλεται ὡς τὰ ἑαυτοῦ καταλιπὼν πρόβατα, ἀλλ’ ὅτι ηὑρέθη αὐτὸς διασπαράττων αὐτά» (Concilia Oecumenica (ACO): Concilium universale Ephesenum anno 431: Tomëvolumëpart 1,1,1, page 11, line 74). 

Ἀπόδειξη 2: Ὅταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ρώμη στὴν Ἀλεξάνδρεια, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ὡς κανονικός, ἀλλ' αἱρετίζων ἐπίσκοπος, ὁ Λεόντιος. Μὲ αὐτὸν ἀπέφυγε νὰ κοινωνήσει ὁ Μ. Ἀθανάσιος («ἐξετρέπετο»). Ἦλθε ὅμως σὲ κοινωνία μὲ Ὀρθοδόξους, ποὺ τελοῦσαν τὴν Θ. Λειτουργία σὲ σπίτια: «ἐν ἰδιωτῶν οἰκίαις ἐκκλησιάζουσιν ἐκοινώνει» (Νικοφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 317D, 320Α).

Ἀπόδειξη 3: «Οἷς τὸ μνημόσυνον καὶ ἡ κοινωνία ἀπωλείας πρόξενα, τούτοις ἡ παῦσις καὶ ἡ διάστασις γίνεται σωτηρίας ὑπόθεσις» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος). 

Ἀπόδειξη 4: «Κρεῖσσον γάρ ἐστιν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ θεῷ προσεύχεσθαι κατά μόνας, ἤ ἐπ’ ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετά τῶν λατινοφρόνων· εἰ δ’ οὖν, τήν αὐτήν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν» (Ἰωσήφ Βρυεννίου, Τά Εὑρεθέντα,  τόμ. Β΄, σελ. 26).

(Β)

Ἄλλη ἐπιδίωξη τῶν Ὀρθοδόξων Ποιμένων ἦταν ἡ ἀποτροπὴ τῶν ὀλέθριων συνεπειῶν ποὺ ἔχουν οἱ φθοροποιὲς ἰδέες τῆς αἱρέσεως στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Γιατὶ ἡ αἵρεση ἀλλοιώνει τὴν “ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστιν”, μολύνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἀποκόπτει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ Θεό καὶ τὸν προσεγγίζει στὸν διάβολο! 

Ἀπόδειξη 1: «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ κοινωνοῦντες μὲ αἱρετικούς» (Ἅγιος Ι. Χρυσόστομος, PG.99, 1048). 

Ἀπόδειξη 2: Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι ὁ συμφυρμὸς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ἀδιαφορία στὰ θέματα ἐπικοινωνίας μαζί τους «μᾶς στερεῖ τὴν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ»: «Διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν ...νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰς αὐτὰ ἀδιαφορία μᾶς στερεῖ τὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ» (Οὐρβικίῳ μονάζοντι, ἐπιστ. σξβ΄).

Ἀπόδειξη 3: Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος χάνεται ἐφ’ ὅσον κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς: «Οἱ μὲν τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411,68). 

Ἀπόδειξη 4: Ἀλλὰ καὶ ὁ 1ος ψαλμὸς μακαρίζει τὸν πιστὸ ποὺ δὲν «ἐκάθισεν ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν», στὶς συντροφιὲς δηλαδὴ αὐτῶν ποὺ μολύνουν φανερά ή ἀνεπαίσθητα τὶς ψυχὲς ὅσων κοινωνοῦν μαζί τους: «Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν» (Ψαλ. 1,1). 

Ἀπόδειξη 5: Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης πάλι γράφει: «Τὸ γὰρ κοινωνεῖν παρὰ αἱρετικοῦ ἢ προφανῶς διαβεβλημένου κατὰ τὸν βίον ἀλλοτριᾶ Θεοῦ καὶ προσοικειοῖ τῷ Διαβόλῳ» (Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου PG 99, c. 1668C).

Ἀπόδειξη 6: Ὁ ἅγ. Μάξιμος ἔφυγε ἀπό τά ἀνάκτορα γιά νά μήν ἔχει καμμία ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς. Τήν ἐπικοινωνία μέ τούς Μονοθελήτες θεωροῦσε μολυσμό τῆς ψυχῆς. Στή συνέχεια διακόπτει καί τήν κοινωνία μέ τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων: «καταλείπει μέν ἅπαντα, ψυχῆς ὥσπερ κοίνωσιν (=μολυσμόν) τό τοῖς τοιούτους ἀνεστράφθαι οἰόμενος» (Εἰς τόν βίον καί τήν ἄθλησιν τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Μαξίμου,  P.G. 90).

Ἀπόδειξη 7: Ἀλλά καί στήν «Ἐπιστολή ἁγιορειτῶν πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον» διαβάζουμε: «πλὴν ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων”. καὶ ὁ Θεὸς τοῦτο ἐσήμανεν οὕτως εἰπών· “ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου, καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου”· πῶς; ὅτι βεβήλοις καὶ ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά  (Ἰεζεκιήλ 22,26)». 

(Γ)

Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀσφαλῶς εἶναι ἐλεύθερος νά ἐπιλέξει, ἄν θά εἶναι πιστός ἤ ἄπιστος. Στό θέμα πού συζητοῦμε ὅμως, δέν τίθεται θέμα ἐλευθερίας, ἀφοῦ ὁμιλοῦμε γιά πιστούς, οἱ ὁποῖοι «ἰδίᾳ προαιρέσει» ἔχουν παραδώσει (ἤ παραδίδουν) τήν ἐλευθερία τους ὁλοκληρωτικά στόν Θεό γιά νά γίνουν ὄντως ἐλεύθεροι. 

Εἶναι ἐπίσης δεδομένο ὅτι ὁ πιστός ἐπιδιώκει τήν πνευματική του πρόοδο, τήν ἁγιότητα, τήν θέωση. Καί ἀγωνίζεται κατά τῶν παθῶν, ἀγωνίζεται νά κάνει πιό δυνατή, πιό θερμή τήν προσευχή του, νά αὐξάνει τήν ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Εἶναι σαφές ὅτι δέν χωράει σ' ὅλα αὐτά τό ἐρώτημα: Εἶναι δυνητική ἤ ὑποχρεωτική ἡ ἐπιδίωξη νά τά ἀποκτήση;

Μέ τήν ἴδια λογική, πῶς νά σταθεῖ τό ἐρώτημα: Εἶναι δυνητική ἤ ὑποχρεωτική ἡ ὁμολογία γιά τόν Χριστό, ἀφοῦ πράξη ὁμολογίας εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τούς αἱρετικούς; Διά τῆς ὁμολογίας ὁ πιστός δείχνει τήν ἀγάπη του στόν Χριστό, ἀφοῦ ὑπερασπίζεται τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας Του, καί φροντίζει γιά τή σωτηρία του -ὅπως τήν φροντίζει μέ ὅλα τά παραπάνω. Καί εἴδαμε ὅτι ἡ ἀδιαφορία γιά τά τῆς Πίστεως καί ἡ κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς «μᾶς στερεῖ τὴν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ».

Μόνο δυό βασικές δικαιολογίες, νομίζω, θά μποροῦσαν νά διατυπωθοῦν ἐδῶ: 

α) ἡ ἄγνοιά μας γιά τό θέμα (μεγάλη εὐθύνη γι' αὐτό ἔχουν κυρίως οἱ Ποιμένες) καί

β) ἡ συναίσθηση ὅτι ὁ σύνδεσμος μέ τίς «τοῦ κόσμου πραγματεῖες», μᾶς δυσκολεύουν νά κακοπαθήσουμε γιά τόν Χριστό, νά ἀπομονωθοῦμε, νά στερηθοῦμε τίς ἱερές ἀκολουθίες ‒αὐτές πού τελοῦνται ἀπό ἱερεῖς πού κοινωνοῦν μέ Οικουμενιστές‒ ἡ συναίσθηση δηλαδή ὅτι δέν εἴμαστε ἕτοιμοι γι' αὐτό τό ἀγώνισμα. Αὐτό ὅμως δέν μᾶς δίνει τό δικαίωμα νά χαρακτηρίσουμε τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τούς αἱρετικούς πράξη δυνητική. Ὀφείλουμε νά ἀποδεχθοῦμε τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἁγιοπατερικῆς ἀποτείχισης καί τήν δυσκολία ἐφαρμογῆς της. Αὐτή ἡ ταπεινή τοποθέτηση μᾶς κάνει εἰλικρινεῖς ἀπέναντι στό Θεό καί τούς ἀνθρώπους.

Ἀπόδειξη 1: Τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τήν ἀλήθεια ὡς αἰτία ἀπομάκρυνσης ἀπό τούς αἱρετικούς (=χωρίζομαι, ἀποδιΐσταμαι) συναντᾶμε σέ ἕνα καθοδηγητικό κείμενο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: 

«Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς» γράφει, «ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι τούτου (τοῦ ἑνωτικοῦ πατριάρχου) καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῷ Θεῷ καί πᾶσι τοῖς ἁγίοις, καί ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καί τοῖς ἁγίοις πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας» (Ν. Βασιλειάδη, Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, σελ. 201).

Ἀπόδειξη 2: Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, μᾶς διδάσκει τό ἴδιο: Εἶναι «ἑνωμένος μὲ τὸν Θεόν» ὅποιος ἀπομακρύνεται ἀπό ὅσους κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς. Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: Ὁ κανονικός τότε πατριάρχης Καλέκας (ὅπως ὁ Βαρθολομαῖος σήμερα), ἐπειδή διαστρέφει τὸν Τόμον τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἀποκεκομμένος ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ πλήρωμα τῶν ὀρθοδόξων». Διὰ τοῦτο «εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν εὐσεβῶν ὁ μὴ ἀποχωρισμένος ἀπὸ αὐτόν, ἐνῶ ὅποιος διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ αὐτὸν ἀνήκει πράγματι εἰς τὸν κατάλογον τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸν κατὰ τὴν εὐσεβῆ πίστιν» (Χρήστου Π., Γρ. Παλαμᾶ, Ἔργα 3, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “Γρ. ὁ Παλαμᾶς”, σελ. 693). 

Βλέπουμε στά κείμενα αὐτά ὅτι τό ἐνδιαφέρον γιά τήν ἀλήθεια (τό «ποιεῖν  δίκαια καί ἀληθεύειν») καί ἡ ἀγάπη γιά τό Χριστό, ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό, κυριαρχοῦν. Γιά τούς Ἁγίους δέν ὑφίσταται κανένα δίλημμα ὑποχρεωτικοῦ ἤ δυνητικοῦ Κανόνα, ἀλλά μόνο ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό.

Απόδειξη 3: Γράφει σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: Η Ἐκκλησίαν “εἶναι στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας”, ἡ ὁποία μένει διηνεκῶς ἀσφαλής, ἐστηριγμένη εἰς ὅσα στηρίζεται ἡ ἀλήθεια· καὶ οἱ μὴ ὄντες τῆς ἀληθείας δὲν εἶναι οὔτε τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ... Πράγματι ἡμεῖς δὲν ἐδιδάχθημεν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ πρόσωπα ἀλλὰ διὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκριβείας τῆς πίστεως» (ὅπ. παρ., σελ. 607-609). 

* * *

Εἶναι φανερὸ λοιπόν, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς (ἡ Διακοπὴ Μνημοσύνου ἢ ἡ ἀποτείχιση), δὲν εἶναι μιὰ δυνητικοῦ χαρακτῆρος στάση ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς, ἀλλά, γιὰ ὅποιον ἔχει λάβει σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὴν πίστη του καὶ τὴν σωτηρία του, εἶναι ὑποχρέωση, καθῆκον, στάση σωτήριος, στάση αγάπης στο Χριστό. Ὅποιος δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σωτηρία του, δύναται νὰ μὴν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· δύναται νὰ μένει “ἄχρι καιροῦ” σὲ κοινωνία μαζί τους ἢ καὶ πάντα· ὅπως καὶ κάποιος ἄλλος βέβαια, δύναται νὰ μὴν ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, νὰ μὴν ἐφαρμόζει τὶς Ἐντολές Του! Αλλά τότε μιλάμε για Χριστιανό;

Γιὰ τοὺς «τὰ πάντα καλῶς διαταξαμένους θείους Πατέρας», ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μοιάζει μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν “προβάτων” ἀπὸ τοὺς “λύκους”, τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ φίδι, τῶν ὑγιῶν ἀνθρώπων ἀπὸ μιὰ λοιμώδη ἀσθένεια καὶ κολλητικὴ πανδημία· ἔξοδος καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ ἕνα σπίτι ποὺ καίγεται· ἡ ἀποτείχιση πραγματοποιεῖται γιὰ νὰ μὴν καεῖ κι αὐτὸς μαζὶ μὲ ὅσους θεληματικά (=δυνητικά!) παραμένουν μέσα στὴ φωτιὰ τῆς Παναιρέσεως!

Γιατὶ πράγματι, ὁ πιστὸς καίγεται ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς αἱρέσεως, ὅταν μένει σὲ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἐπηρεάζεται ἀνεπαισθήτως καὶ αἰσθητῶς, καὶ μολύνεται καὶ ἔτσι κινδυνεύει να χαθεί. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἔχει προειδοποιήσει ὅτι τοῦτο συμβαίνει καὶ γιὰ μικρότερης σημασίας συνομιλίες καὶ συναναστροφές: “μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί” (Α΄ Κορ. ιε΄ 33). Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψις τοῦ θέματος.

Ταυτόχρονα ὁ κάθε πιστός, ποὺ θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία, Σῶμα Χριστοῦ καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς,  μέλη τοῦ Σώματος αὐτοῦ, ὅταν βλέπει πὼς τὰ μέλη τοῦ Σώματος ἔχουν μολυνθεῖ ἢ κινδυνεύουν νὰ μολυνθοῦν ἀπὸ τὶς μολυσματικὲς ἀσθένειες ποὺ περικλείονται στὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, τὴν Ἐκκλησία (τὸ σπίτι του), τοὺς ἀδελφούς του καὶ τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀληθινὴ Πίστη, ἀγωνίζεται θυσιαστικὰ ἐναντίον κάθε ἐπιβουλῆς κατὰ τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, κρούοντας καὶ γι’ αὐτοὺς τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἔστω κι ἂν μένει μόνος, ὡς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρεται κάποιος  γιὰ τοὺς Πατέρες καὶ ἀδελφούς του, νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν αὐτοτέλεια καὶ τὴν διατήρηση τῆς Μίας Ἐκκλησίας τοῦ Ἰησοῦ καὶ αὐτό του τὸ ἐνδιαφέρον νὰ εἶναι (ὅπως κάποιοι ἀνοήτως τὸ χαρακτηρίζουν καὶ μάλιστα ἐπαινετικά) δυνητικό!

Ἢ ἐνδιαφέρεται κανεὶς ἢ δὲν ἐνδιαφέρεται. Ἢ ἀγαπᾶ ἢ δὲν ἀγαπᾶ. Ἢ πιστεύει ἢ δὲν πιστεύει. Δὲν ὑπάρχουν δυνητικὸ ἐνδιαφέρον, δυνητικὴ πίστη, δυνητικὴ ἀγάπη καὶ δυνητικὴ ὁμολογία! Ἀκόμα κι ἂν ἡ πίστη μας εἶναι ἀδύναμη, ἡ ἀγάπη μας μικρή, ὡς πιστοὶ προσπίπτουμε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί, ὅπως ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου κράζουμε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». Δὲν εἶμαι ἱκανὸς Κύριε, ὅπως οἱ Ἅγιοί σου, ποὺ ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν διατήρηση ἀλωβήτου τῆς Πίστεως, ποὺ ἀγωνίστηκαν μὲ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀδελφούς τους, ποὺ ἀγωνίστηκαν μὲ σταθερότητα, ἀταλάντευτοι καὶ ἄφοβοι, ἀφοῦ μοῦ στεροῦν τὰ πάθη μου αὐτὴ τὴν δυνατότητα. Ἀλλ’ ὅμως, ἀκολουθῶ τοὺς Ἁγίους Σου, τὴν Πάναγνο Μητέρα Σου, γιὰ νὰ μὴ μὲ συνεπάρει καὶ μένα ἡ λαίλαπα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀφανίσει τοὺς ἀδελφούς μου, τὰ παιδιά μου, τοὺς γύρω μου.

Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι τὴν δυνητικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν αἵρεση, οἱ πρῶτοι ποὺ τὴν ἐπιθυμοῦν καὶ τὴν σιγοντάρουν εἶναι οἱ αἱρετικοί. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς Ποιμένες καὶ ὅσοι τοὺς μνημονεύουν καὶ κοινωνοῦν μαζί τους, ἕνα πράγμα φοβοῦνται, τὴν διακοπὴ μνημοσύνου. Γι’ αὐτὸ καὶ προβαίνουν σὲ ἀπειλές, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ διωγμοί, καὶ ἡ παρερμηνεία καὶ διαστρέβλωση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων, ποὺ τὴν πραγματοποιοῦν μὲ ἐξοργιστικὴ φυσικότητα, σὰν νὰ κάνουν τὴν πιὸ ἅγια πράξη, θυμίζοντας τὸ τοῦ Κυρίου· «πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ» (Ἰω. 16, 2).

Ὡς ἐκ τούτων καταδεικνύεται ὅτι οἱ αἱρετικοί, ἢ οἱ κοινωνοῦντες μὲ τοὺς αἱρετικούς, εἶναι (μεταφορικὰ καὶ κυριολεκτικά)  “μισθωτοὶ” ποιμένες (Ἰω. 10,12) καὶ “κακοὶ” ποιμένες, καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐκεῖνο ποὺ φοβοῦνται καὶ τρέμουν εἶναι νὰ μὴ χάσουν τὴν ἐξουσία τους, τὴν κοινωνία-ἀναγνώριση-ἀλληλοϋποστήριξη ἀπὸ συναδέλφους ἱερωμένους, τὸ κύρος ποὺ τοὺς δίδει τὸ ἀξίωμά τους κι ὄχι ἡ κοινωνία τους μὲ τὸν Θεό. Τὸν Θεὸ ἐγκαταλείπουν καὶ προσβάλλουν, ἀφοῦ δὲν ἀγωνίζονται γιὰ νὰ ἀποδιώξουν τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ λυμαίνονται τὴν Ἐκκλησία Του! Γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ ἡ διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματός τους, τοὺς δαιμονίζει· δὲν διανοοῦνται τὴν φανερὴ τουλάχιστον ἀμφισβήτηση τῆς ἐξουσίας τους. Τὸ νὰ μείνουν μόνοι γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, τοὺς τρελαίνει. Κι ἔτσι προχωροῦν σὲ συμβιβασμούς, τὶς ἐκπτώσεις, τὴν προδοσία τῆς Πίστεώς μας.

Τὸ ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα εἶναι ὁλοφάνερο ἀπὸ ἕνα καὶ μόνο γεγονός: Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἔχουν προβεῖ καὶ προβαίνουν καθημερινῶς καὶ χωρὶς προσχήματα πιά, ΟΧΙ σὲ μία μόνο, ἀλλὰ ἑκατοντάδες προδοσίες τῆς Πίστεως· προσθέτουν τὴν μία προδοσία κοντὰ στὴν ἄλλη· ἔφτασαν νὰ νομιμοποιήσουν τὶς προδοσίες τους μὲ τὴν Κολυμπάριο Σύνοδο (ποὺ δὲν ντράπηκαν νὰ τὴν ὀνομάσουν “Ἁγία”)! Καὶ οἱ Ποιμένες (Ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, διάκονοι, μοναχοί) συγκοινωνοῦν σὰν μὴν ἔχει συμβεῖ ΤΙΠΟΤΕ μὲ ὅλους αὐτούς. Κι ὄχι μόνο, ἀλλὰ τοὺς τιμοῦν κιόλας!!!

Οἱ ψευδεῖς διαβεβαιώσεις τῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι “ὅλα πᾶνε καλά”, ἢ ὅτι “δὲν προδίδουμε τὴν πίστη”, ἢ ὅτι ὅλα αὐτὰ “τὰ κάνουμε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἑτερόδοξους”, παρότι διαψεύδονται καθημερινῶς ἀπὸ τὶς νέες προδοσίες, ἀπὸ τὴν σιωπηρή (ἢ καὶ φανερή) ἀποδοχὴ νέων κακοδοξιῶν (λεκτικῶν ἢ πρακτικῶν), οὐδόλως προβληματίζει τοὺς ποιμένες αυτούς, κι αὐτὸ εἶναι ποὺ τοὺς κατατάσσει στοὺς ψευδοποιμένες. Συνεχίζουν νὰ ἔχουν τὰ μάτια κλειστὰ στὴν ἀλλοίωση τῆς Πίστεως, στὸ ξεπούλημά της!

Τοὺς ἀφήνει ψυχρὰ ἀδιάφορους τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ αἵρεση μὲ τὴν μεσοβέζικη τακτικὴ ἀντιμετωπίσεώς της, τὴν ἀδιαφορία καὶ τὸν στρουθοκαμηλισμὸ δὲν ὀπισθοχωρεῖ, δὲν μειώνεται, δὲν ἐξαλείφεται, ἀλλ’ ἀντίθετα μεγαλώνει, ἀνδρώνεται, ἐπεκτείνεται, ἐπικρατεῖ.

Δὲν διανοοῦνται νὰ στρέψουν τὰ μάτια τους στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων –παρότι κάθε μέρα τοὺς ἐπαινοῦν σὲ πανηγυρικὰ συλλείτουργα– καὶ νὰ τοὺς μιμηθοῦν. Νὰ μιμηθοῦν τὴν ὁμολογία τους, τὸν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῆς αἱρέσεως. Κι ὅμως, ὁ καλὸς στρατηγός, ὅταν βλέπει ὅτι ἡ τακτικὴ ποὺ ἐφαρμόζει στὴν καταπολέμηση τοῦ ἐχθροῦ δὲν ἀποδίδει, τὴν ἀλλάζει. Αὐτοὶ ὅμως ἀμετανόητοι καὶ ἀνεπίδεκτοι μαθήσεως παραμένουν στὴν ἴδια ὀλέθρια τακτική τους. Γιατὶ δὲν θέλουν τὴν συμπόρευση μὲ τὸν νικητὴ Χριστό, ποὺ μόνος, καθήμενος σὲ ἵππο λευκὸ «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2), ἀλλὰ τοὺς ἐνδιαφέρει, τοὺς δίνει ἀσφάλεια ἡ συμπόρευση μὲ τοὺς πολλούς.

Ὑπάρχουν, βέβαια, κι ἐκεῖνοι ποὺ προτρέπουν τὰ πνευματικά τους παιδιὰ νὰ προσβλέπουν στὸν Νυμφίο Χριστό, ἀλλὰ τοὺς προτρέπουν νὰ κάνουν προσευχή, κλείνοντάς τους τὰ μάτια καὶ μὴ ἐπιτρέποντάς τους νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἅγιοι, μαζὶ μὲ τὴν προσευχή, καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ὁλόθερμης καὶ ὑγιοῦς προσευχῆς, ἐφωτίζοντο, ἐνδυναμώνοντο καὶ προχωροῦσαν δίπλα στὸν Νικητὴ Χριστό, ἔδιναν μάχη στὰ ἀμφιθέατρα γιὰ τὴν ἀγάπη Του, δὲν τὸν ἄφηναν μόνο, δὲν ἄφηναν τὴν νύμφη του Ἐκκλησία νὰ πληγώνεται ἀπὸ τὴν αἱρετικὴ μανία. Ἦσαν πρῶτοι στὴν ἀναίρεση τῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ πρῶτοι, κυρίως, στὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἀφοῦ ἀπὸ μόνη της ἡ ἐξακρίβωση καὶ ὁ χαρτο-πόλεμος κατὰ τῆς αἱρέσεως, δὲν ἐνοχλεῖ ἰδιαίτερα τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζονται πάντα καὶ ἀπὸ πανίσχυρα κέντρα ἐξουσίας. Αὐτὸν τὸν χαρτο-πόλεμο οἱ αἱρετικοὶ τὸν ἀγνοοῦν· τὸν ἀντιπαρέρχονται. Στὶς μὲν παλαιότερες ἐποχές, ἐπειδὴ ἐπέμεναν στὸν ἑωσφορικὸ ἐγωϊσμό τους ὅτι αὐτοὶ κατάλαβαν καλὰ τὴν Πίστη, ὅτι αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἀλήθεια. Στὸ σήμερα δέ, ἐπειδὴ συνειδητὰ ξεπούλησαν τὴν ψυχή τους στὶς νεοταξικές-ἑωσφορικὲς δυνάμεις, ποὺ προετοιμάζουν τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου!

Τελευταία, πολλές φορές ἀναφέρεται ἡ φράση «ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν». Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅμως, ὅτι αὐτή φράση τοῦ Κυρίου, πού ἀναφέρεται γιά τήν περίοδο τῶν ἐσχάτων, συνδέεται μέ τήν ἐμφάνιση πολλῶν ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλανήσουν πολλούς. «Καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς, καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. 24, 11-12). «Ψευδοπροφῆτες» εἶναι καί οἱ αἱρετικοί Ποιμένες. Ἔτσι ἡ ὕπαρξη πολλῶν ψευδοπροφητῶν-αἱρετικῶν, συνεπάγεται τήν χαλάρωση καί ἀλλοίωση τῆς Πίστεως, τήν ἔξαρση τῆς «ἀνομίας» καί τό πάγωμα τῆς ἀγάπης στό συνάνθρωπο καί στό Χριστό. Νά, γιατί οἱ πιστοί ἀδιαφοροῦν γιά τήν ὁμολογία τῆς Πίστεως· νά, γιατί κάνουν ὑπακοή στούς Ποιμένες πού ὑποτάχθηκαν στήν φατρία τῶν Οἰκουμενιστῶν.

Ἔτσι ποιμένες καὶ ποιμαινόμενοι ἔχουν προσβληθεῖ (καὶ σ’ ἕνα βαθμὸ συμβαίνει αὐτὸ μὲ ὅλους μας, ἀφοῦ ζοῦμε μέσα στὴν πνιγηρὴ μολυσματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ) ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστικὸ ἰό. Κι ὅσο περισσότερο παραμένει ὁ πιστὸς σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, τόσο περισσότερο τὸ ἀνοσοποιητικό μας σύστημα θὰ ἀδυνατίζει, θὰ προσβάλλεται, θὰ ναρκώνεται, ὥσπου νὰ φτάσουμε σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο, ποὺ ἡ ἀντίδρασή μας θὰ εἶναι μηδενική.

Κι ἄν δέν ἀντιδράσουμε τώρα πού τό κόστος τῆς θυσίας εἶναι μικρό, ἄν βολευτοῦμε στήν συναναστροφή-κοινωνία μέ τούς Οἰκουμενιστές, πῶς θά ἀντιδράσουμε τότε, στήν σκληρή περίοδο τοῦ Ἀντιχρίστου; Ἀντίθετα, ἡ ἀντίσταση στόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμό, θά μᾶς κάνει δυνατούς γιά νά ἀντισταθοῦμε στίς ἀντίχριστες κακοποιές δυνάμεις, πού ἤδη προοδευτικά γευόμαστε τήν κακία τους, ἀλλά καί στόν ἴδιο τόν Ἀντίχριστο.

Ὅσο λοιπὸν  εἶναι ἀκόμα καιρός, ἂς ἐφαρμόσουμε μὲ ὁμόνοια, ἑνότητα, ταπείνωση καί, βέβαια, ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΟ πνεῦμα τὶς συγκεκριμένες Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Τὸ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ τῶν Ἁγίων εἶναι εὔκολα καὶ γρήγορα ψηλαφήσημο καὶ μποροῦμε νὰ τὸ συγκρίνουμε μὲ τὸ ΑΝΤΙΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ποὺ μᾶς συνιστοῦν οἱ σύγχρονοι ψευδοποιμένες.

Αὐτὸ ζητᾶ κι ἀπὸ μᾶς ὁ Κύριος:

 «Ἐξέλθετε», λοιπὸν ἀδελφοί «ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος», καὶ παντὸς «ἀκαθάρτου» Οἰκουμενιστικοῦ πράγματος «μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (Β΄ Κορ. 6,18-7,1).

Σημάτης Παναγιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια :