Κυλιόμενος Λίθος – Ο φοβερός διωγμός του 250 μ.Χ. και οι ομοιότητες με το σήμερα








Το 249-250 μ.Χ. ξέσπασε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο πιο άγριος, εκτεταμένος και συντονισμένος διωγμός εναντίον των Χριστιανών μέχρι εκείνη την εποχή, ο διωγμός του Αυτοκράτορα Δέκιου ο οποίος άφησε στο διάβα του χιλιάδες μάρτυρες και ομολογητές, μεταξύ άλλων ο Άγιος Μερκούριος, ο Άγιος ιερομάρτυρας Αλέξανδρος των Ιεροσολύμων, ο επίσκοπος Ρώμης (πάπας) Φαβιανός και άλλοι πολλοί, γυναίκες και άνδρες, που επικράτησαν του κόσμου τούτου, αγιάσθηκαν με το μαρτύριό τους και ενώθηκαν με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Ο διωγμός ενέσκηψε άξαφνα μετά από μια μεγάλη περίοδο σχετικής ειρήνης το οποίο είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια να ατροφήσει η πίστη των Χριστιανών και για αυτό προκάλεσε μεγάλη δυστυχία, αναστάτωση και τρόμο σε όλους τους Χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Έτσι, πολύ μεγάλος αριθμός βαπτισμένων Χριστιανών δυστυχώς υπέκυψε στην τρομοκρατία και τις απειλές βίας των διωκτών και αποστάτησε από την Εκκλησία, μεταξύ αυτών ιερείς και ενδεχομένως και ορισμένοι επίσκοποι οι οποίοι όπως έγραψε ο Άγιος Κυπριανός ο Καρχηδόνιος είχαν καλομάθει στις ανέσεις και στην κοινωνική αναγνώριση και είχαν μεθύσει από τα πλούτη και τις δωρεές των ενοριών τους. Παραδόξως όμως, η Εκκλησία αποκαθαρμένη από τα άρρωστα μέλη της φαίνεται να βγήκε ισχυρότερη από το διωγμό και έτσι στους εξίσου αδυσώπητους διωγμούς των επόμενων δεκαετιών μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου τα φαινόμενα αποστασίας ήταν σπανιότερα ενώ η Εκκλησία συνέχιζε να γιγαντώνεται ποτισμένη από το αίμα των μαρτύρων των απανωτών διωγμών που το κράτος ξαπολούσε εναντίον της.

Ο διωγμός του Δέκιου είναι αξιοσημείωτος καθώς είναι ο πρώτος που απλώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία συντονισμένα. Μέχρι την εποχή εκείνη οι διωγμοί ήσαν τοπικοί και εξαρτιόνταν κυρίως από τις διαθέσεις συγκεκριμένων έπαρχων και διοικητών απέναντι στον χριστιανικό πληθυσμό. Ο Χριστιανισμός γενικά αντιμετωπίζονταν σαν κάποιου είδους δεισιδαιμονία, ακόμη και ως μια μορφή αθεΐας, αφού οι Χριστιανοί αμφισβητούσαν την ύπαρξη των «θεών». Το πρόβλημα για τις ρωμαϊκές αρχές ήταν ότι με την αμφισβήτηση των ειδώλων εμμέσως αμφισβητούνταν και το πρόσωπο του αυτοκράτορα, αφού η παρουσία του στο θρόνο, και κατ’ επέκταση η ίδια η νομιμότητα της κρατικής ισχύος εξασφαλιζόταν από την εύνοια των «θεών» . Υπήρχε ο φόβος ότι εάν ο Χριστιανισμός επεκτεινόταν θα ετίθετο σε κίνδυνο η ακεραιότητα της αυτοκρατορίας και αυτό ωθούσε πολλές τοπικές αρχές να εξαπολύουν περιοδικά διώξεις ενάντια στους Χριστιανούς διάφορων επαρχιών οι οποίοι αναγκάζονταν είτε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να σωθούν είτε να υπομείνουν τα εκάστοτε βασανιστήρια και να αφήσουν πίσω τον μάταιο τούτο κόσμο. Σε καμία περίπτωση όμως οι διωγμοί δεν είχαν την έκταση και την ένταση αυτού που εξαπέλυσε ο Δέκιος. Και η έκταση αυτή οφειλόταν σε ένα παράδοξο χαρακτηριστικό που συνόδευε τον διωγμό: Σε δίωξη υπάγονταν μόνο όσοι αρνούνταν να υπακούσουν στις επιταγές ενός συγκεκριμένου διατάγματος. Ήταν ένα διάταγμα το οποίο όριζε ότι άπαντες οι Ρωμαίοι πολίτες θα έπρεπε να θυσιάσουν στους τοπικούς θεούς της περιοχής όπου ζούσαν (στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν υπήρχε μια ενιαία ευρέως διαδεδομένη θρησκευτική πρακτική αλλά τοπικές λατρείες με συχνά κοινά ονόματα θεών) και να φάνε τα ειδωλόθυτα. Ήταν μια εντολή η οποία μεταφέρθηκε σε όλες τις επαρχίες και τις τοπικές αρχές οι οποίες ανέλαβαν να την εκτελέσουν. Για την πλειοψηφία των κατοίκων της Αυτοκρατορίας ασφαλώς ήταν μια απλή τυπική διαδικασία, μάλιστα δεν απαιτούνταν καν θυσία προς κάποια συγκεκριμένη θεότητα επομένως για έναν τυπικό παγανιστή της εποχής δεν υπήρχε κάποιο ζήτημα θρησκευτικής σύγκρουσης.

Ωστόσο, η πράξη της θυσίας συνδεόταν άμεσα με την αναγνώριση της εξουσίας του αυτοκράτορα ο οποίος όριζε αυτή να πραγματοποιηθεί. Αξιοσημείωτη είναι η απαλλαγή των Εβραίων από την όλη διαδικασία και αυτό γιατί, όπως ιστορικοί υποστηρίζουν. η ιουδαϊκή θρησκεία καθώς ήταν ήδη πανάρχαια είχε έντονο το στοιχείο της παράδοσης και δεν επρόκειτο για μια νεωτεριστική «καινοτομία» όπως ο χριστιανισμός με πιθανώς απρόβλεπτη συνέπεια για τους θεσμούς της αυτοκρατορίας. Βέβαια, και οι Εβραίοι είχαν αποδειχθεί ουκ ολίγες φορές επικίνδυνοι για τη συνοχή της ρωμαϊκής εξουσίας τουλάχιστον στην Παλαιστίνη με τακτικές εξεγέρσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα την ισοπέδωση των Ιεροσολύμων αλλά ενδεχομένως το ευρύτερο κλίμα των σχέσεών τους με τις ρωμαϊκές αρχές πιθανώς την εποχή εκείνη είχε βελτιωθεί αρκετά καθώς πολλοί είχαν απορροφηθεί από το στρατό, άλλοι διαβιούσαν σε μεγάλες πόλεις ως εύποροι έμποροι κλπ.

Το ζήτημα είναι ότι σε όλη την αυτοκρατορία, οι μοναδικοί που είχαν πρόβλημα με τη διαδικασία της υποχρεωτικής θυσίας ήταν οι Χριστιανοί, οι οποίοι δεν αναγνώριζαν υψηλότερη αρχή στον κόσμο από τον Ζώντα Θεό και που για αυτούς η συμμετοχή σε μια τέτοια ενέργεια ήταν μια έμμεση αναγνώριση της εξουσίας του αυτοκράτορα επί των ζωών τους αν όχι επί των ψυχών τους, αφού θα αποδέχονταν έτσι μια αλλότρια αρχή από αυτή του Θεού η οποία θα όριζε το αν θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν και να εξασφαλίζουν έτσι τον «άρτο τον επιούσιο» τον οποίο μας χαρίζει μόνο ο Κύριος. Με άλλα λόγια, εάν τυχόν ένας Χριστιανός υπάκουε στο θέλημα του αυτοκράτορα τότε θα έθετε τον εαυτό του σε καθεστώς άμεσης κυριαρχίας του πρώτου επί της ζωής του δευτέρου αφού στο μέλλον θα μπορούσε να του ζητήσει επανειλημμένα το ίδιο προκειμένου να τον αφήσει να ζει ή έστω να ζει ανθρώπινα. Αυτή την εξουσία επί των βασικότερων παραμέτρων της ανθρώπινης διαβίωσης είναι που σιχαίνεται ο Χριστιανός καθώς ισοδυναμεί με ειδωλολατρία. Κάτι υψώνεται μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Ένας τρίτος παράγοντας που σφετερίζεται τις παροχές και τα δικαιώματα του Θεού και αποζητά από τον άνθρωπο σεβασμό, λύτρα, είτε σε αίμα, είτε σε χρήμα, είτε σε εμβόλιο. Ναι, η κατάσταση που βίωσαν την εποχή εκείνη οι Χριστιανοί ενδεχομένως δεν διαφέρει καθόλου από αυτή που καλούμαστε να ζήσουμε σήμερα με εξαίρεση του ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν απειλούμεθα με άμεσο σωματικό αφανισμό.

Οι ομοιότητες με το σήμερα γίνονται ακόμα πιο καταφανείς αν προσθέσουμε ότι η θυσία στους θεούς συνοδεύονταν από ένα πιστοποιητικό, τον λίβελο (libelus), (το οποίο αναλογεί ασφαλώς στο σημερινό πιστοποιητικό εμβολιασμού) ο οποίος υπογράφονταν από τους αντιπροσώπους των τοπικών αρχών (κάτι σαν τους σημερινούς νοσηλευτές που χορηγούν τη εμβολιαστική δόση) και τους άμεσα ενδιαφερόμενους όπου δήλωναν μετ’ όρκου ότι η πράξη – η θυσία – είχε τελεστεί. Τούτο το πιστοποιητικό ο πολίτης όφειλε να το κουβαλάει συνεχώς πάνω του προκειμένου να μπορεί να το επιδείξει εάν παρίσταντο ανάγκη. Ένα αντίγραφο του πιστοποιητικού κρατούνταν από τις αρχές προκειμένου να μπορεί να υπάρχει διασταύρωση και επειδή ενδεχομένως φοβούνταν την κυκλοφορία πλαστών πιστοποιητικών. Πράγματι, ορισμένοι Χριστιανοί είχαν κατορθώσει να προσκομίσουν πιστοποιητικά χωρίς να πραγματοποιήσουν θυσία όπως γίνεται ασφαλώς και στις μέρες μας με τα μουσαντένια πιστοποιητικά εμβολιασμού. Ας δούμε ένα παράδειγμα πιστοποιητικού όπου φέρει έγγραφη δήλωση του εμβολιασμένου… ε… του συμμετέχοντος στη θυσία, από τα ουκ ολίγα που διασώθηκαν στις μέρες μας, όπου αναγράφονται τα εξής:

«Τοῖς ἐπὶ τῶν θυσιῶν ἡρημένοις π(αρά) Αὐρηλίας Ἀμμωναρίου ἀπό κώ(μης)
Θεαδελφείας καὶ ἀεὶ μὲν θύουσα καὶ εὐσεβοῦσα τοῖς θεοῖς σὺν τοῖς τέκ(νοις)
Αὐρηλ(ίοις) Διδύμου και Νουφίου καὶ Ταᾶτος διατετελέκαμεν καὶ νῦν ἐπὶ παρόντων ὑμῶν κατὰ τὰ προσταχθέντα ἐσπίσαμεν καὶ ἐθύσαμεν καὶ τῶν ἱερείων ἐγευσάμεθα καὶ ἀξιῶ ὑμᾶς ὑποσημειώσασθαι μοι. Διευτυχεῖται. Αὐρήλιοι Σερῆνος καὶ Ἑρμῆς εἴδαμεν ὑμᾶς θυσιάσοντες. Α’ Αὐτοκράτορος Καίσαρος Γαΐου Μεσσίου Κυίντου Τραϊανοῦ Δεκίου Εὐσεβοῦς Εὐτυχοῦς Σεβαστοῦ Παῦνι Κ’»

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην παράδοξη τούτη θρησκευτική «απογραφή» συμμετείχαν με το στανιό οι πάντες, ακόμη και τα παιδιά, όπως δηλώνεται στο παραπάνω διασωθέν απόσπασμα. Η μητέρα, η Αυρηλία, μαζί με τα τέκνα θυσίασαν και έφαγαν από τα θυσιασμένα. Το ίδιο πιθανότατα έκαναν και πολλοί Χριστιανοί που υπέκυψαν στον εκβιασμό και συν γυναιξί και τέκνοις συμμετείχαν στην ειδωλολατρική θυσία, κάτι για το οποίο τους κατηγορεί έντονα ο Άγιος Κυπριανός ο επίσκοπος Καρχηδόνας (ο οποίος γλίτωσε τον διωγμό του Δέκιου καταφεύγοντας σε ασφαλές μέρος όχι από δειλία αλλά για να μη μείνει ακέφαλο το ποίμνιό του και που εν τέλει μαρτύρησε το 258 στον επόμενο διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Βαλέριος) ότι με αυτόν τον τρόπο δολοφονούσαν και τα παιδιά τους αφού τα απέκοπταν από το Χριστό. Οι ομοιότητες με το σήμερα αρχίζουν να γίνονται τρομακτικές. Όπως και τότε έτσι και σήμερα μια ανθρώπινη αρχή, μια κρατική εξουσία, απαιτεί από τους πολίτες μια συγκεκριμένη πράξη προκειμένου να τους επιτρέψει να συνεχίσουν να ζούνε απρόσκοπτα τις ζωές τους. Άρνηση να προβεί κανείς σε αυτή την συγκεκριμένη πράξη επιφέρει συνέπειες. Εάν κανείς δεχθεί καθίσταται αυτόματα έρμαιος του κράτους το οποίο αποκτά δικαιώματα επί των βασικότερων διεργασιών της καθημερινότητας, αυτή της κοινωνικής συναναστροφής, της εργασίας, της θρησκευτικής συμμετοχής και οσονούπω της τροφής.

Είναι όμως τα παραπάνω αυτοσκοπός; Γίνονται απλά και μόνο για να δεσμευθεί ψυχή τε και σώματι ο πολίτης και να μετατραπεί σε όμηρο του Ηγεμόνα ο οποίος θα του παρέχει δικαιώματα όποτε ο πολίτης ικανοποιεί συνθήκες τις οποίες θα καθορίζει ο πρώτος; Σε πνευματικό επίπεδο δε φαίνεται να υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση. Σε πρακτικό ωστόσο κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει. Στην περίπτωση του διωγμού του Δέκιου η εξήγηση απ’ ότι φαίνεται ήταν η θέληση των αρχών να εντοπίσουν τους Χριστιανούς και να τους αποκόψουν από το πλήρωμα της Εκκλησίας με την αποστασία τους και να αφαιρέσουν έτσι έναν θεωρητικά τουλάχιστον επικίνδυνο παράγοντα για την αυτοκρατορική συνοχή. Στην περίπτωσή μας ποια είναι η πρακτική αιτιολόγηση του υγειονομικού φασισμού; Η απάντηση ενδεχομένως να κινείται στα ίδια πλαίσια και να καθορίζεται από τα ίδια αισθήματα ανασφάλειας με αυτά της ρωμαϊκής ελίτ του 250 μ.Χ., τουτέστιν να επιδιώκεται η εγκατάσταση ενός πλέγματος ελέγχου και επιτήρησης οποιασδήποτε πτυχής της καθημερινής ζωής προκειμένου να αποκτάται πρόσβαση και γνώση στην ουσία της σκέψης και της προσωπικότητας κάθε ατόμου, έτσι ώστε οι πιο ελεύθερα σκεπτόμενοι, οι αμφισβητίες του συστήματος και οι ωθούμενοι από αισθήματα αγάπης προς την ελευθερία (όπως είναι ακόμη στις μέρες μας πολλοί Χριστιανοί) να γνωσθούν στην εντέλεια από το κράτος και να περιορισθεί έτσι ο κίνδυνος να ανατρέψουν κάποια στιγμή τους εξουσιαστικούς πυλώνες των σύγχρονων δυτικών «δημοκρατιών». Μια γεύση αυτής της δυναμικής ήδη δόθηκε με την εκλογή «λαϊκιστών» ηγετών, όπως ο Τραμπ ή ο Μπολσονάρο. Τα συγκεκριμένα άτομα δεν είναι απαραίτητα ηγέτες μεγάλης ιστορικής εμβέλειας ή υψηλών ικανοτήτων αλλά χαρακτηρίζονται από αντισυστημικότητα και η επιλογή τους από το εκλογικό σώμα επιβεβαιώνει την ανάγκη ελέγχου των πολιτικά απείθαρχων μαζών. Η σημαντικότερη διαφορά που μπορώ εγώ τουλάχιστον να εντοπίσω είναι ότι αντικείμενο ελέγχου στην περίπτωση του Δέκιου ήταν σχεδόν αποκλειστικά οι Χριστιανοί ενώ στην περίπτωση του σύγχρονου υγειονομικού απαρτχάιντ το σύνολο των πολιτών, με έμφαση φυσικά στην κοινωνική ομάδα που ψηφίζει αντισυστημικά.

Ο Δέκιος ο ίδιος κυβέρνησε για λίγο, το πολύ δύο χρόνια (249 – 251) και μεγάλο μέρος της διακυβέρνησής του το αφιέρωσε στα πολεμικά πράγματα και κυρίως στην αντιμετώπιση των Γότθων που απειλούσαν τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας πάνω από τον Δούναβη όπου και εν τέλει σκοτώθηκε σε μια από τις μάχες. Ο ίδιος ήταν έμπειρος στρατιωτικός και αναρριχήθηκε στην εξουσία αφότου ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας από τις λεγεώνες του Δούναβη. Στην περιοχή είχε σταλθεί από τον προηγούμενο αυτοκράτορα Φίλιππο τον Άραβα προκειμένου να καταστείλει μια τοπική εξέγερση. Η καταστολή υπήρξε επιτυχής αλλά είτε με είτε χωρίς τη θέλησή του ήρθε αντιμέτωπος με τα στρατεύματα του αυτοκράτορα ο οποίος έσπευσε να τον αντιμετωπίσει μετά τον εθελούσιο ή μη σφετερισμό του θρόνου. Ο Δέκιος φυσικά αναδείχθηκε νικητής.

Πολλοί ιστορικοί του αποδίδουν αντιχριστιανικό μένος αλλά και μια έντονη φιλία προς την αυτοκρατορική παγανιστική παράδοση και απέχθεια προς τα νεωτεριστικά φαινόμενα αποπειρώντας έτσι να δικαιολογήσουν ιστορικά την άμεση ενασχόλησή του – σχεδόν με το που ανέβηκε στον θρόνο – με το «πρόβλημα» των Χριστιανών. Αλλού βέβαια επικρατεί η άποψη ότι η έντονα ισχυρή θέλησή του να αναδειχτεί ως προστάτης των ρωμαϊκών θεοτήτων δεν ευσταθεί με βάση αρκετές ενδείξεις, με βασικότερη ανάμεσά τους την απουσία θρησκευτικών συμβόλων, ακόμη και του χαρακτηρισμού pontifex maximus – κάτι σαν ανώτατος αρχιερέας, εξ ου και το «ποντίφηκας» των ρωμαιοκαθολικών παπών» – στα νομίσματα που κυκλοφόρησαν επί της ηγεμονίας του, πεδίο όπου η σχεδόν «θεία» φύση του αυτοκράτορα εκφράζονταν συχνότατα. Άποψή μου είναι ότι με βάση την ολιγόχρονη παρουσία του στο θρόνο – κάτι που δεν επέτρεπε την κατάρτιση εκτεταμένων σχεδίων διακυβέρνησης – την προσήλωσή του στα στρατιωτικά θέματα και την απουσία έντονων φιλοπαγανιστικών ενδείξεων γύρω από το πρόσωπό του, πιθανότατα ο διωγμός δεν ήταν αποτέλεσμα της εχθρότητας μόνο του αυτοκράτορα και πως ακόμα και εάν ο Δέκιος μισούσε τους Χριστιανούς πιθανόν το μίσος του οφειλόταν στον διαλυτικό ρόλο που υποτίθεται διαδραμάτιζαν επί της συνοχής της αυτοκρατορίας, φόβος ο οποίος ήταν εύλογο να τον στοίχειωνε λόγω του στρατιωτικού, υπερασπιστικού της αυτοκρατορίας ρόλου του στη διοικητική του καριέρα.

Ακόμη, η ομοιότητα των πιστοποιητικών θυσίας με αυτά φορολογικών απογραφών που έχουν διασωθεί την ίδια περίοδο στις ίδιες περιοχές υποδεικνύει ότι οι μαζικές θυσιαστικές τελετές είχαν ένα έντονο γραφειοκρατικό στοιχείο. Η γραφειοκρατία ως γνωστόν δεν έχει σχέση με την λατρεία ούτε διακρίνεται από ιδεολογικές αγκυλώσεις περί παγανιστικής θρησκευτικής συνοχής. Την ενδιαφέρει η εύρυθμη λειτουργία και εν τέλει η συνοχή του κράτους και απεχθάνεται την αμφισβήτηση των πυλώνων νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας – η οποία στο κάτω-κάτω της γραφής την θρέφει και τη συντηρεί – όπως αυτή του αυτοκράτορα. Αυτή η απέχθεια προς το ελεύθερο πνεύμα των Χριστιανών από τη μεριά του Δέκιου και, το κυριότερο ενδεχομένως, από τη μεριά των γραφειοκρατών οδήγησε στο ξέσπασμα του διωγμού και όχι κάποια ιδεολογία περί παρελθοντικού αυτοκρατορικού παγανιστικού μεγαλείου. Για αυτό ίσως και δεν είχε καμία σημασία σε ποιον θεό θα θυσίαζε ο εκάστοτε πολίτης. Αυτό που είχε σημασία ήταν να αποδεχθεί την άνευ όρων διαταγή της αυτοκρατορικής εξουσίας να το πραγματοποιήσει και να συνδέσει έτσι τη θυσία με την τιμή προς το πρόσωπο του αυτοκράτορα και επομένως την υποταγή στην εξουσία.

Έχει ειπωθεί μάλιστα η υπόθεση ότι η θρησκευτική «απογραφή» είχε το χαρακτήρα μαζικής πράξης λατρείας, η οποία παρά την απώλεια συνοχής και τον άπειρο αριθμό θεοτήτων που θα συμμετείχαν σε αυτή (αντίστοιχα τον σχετικά μεγάλο αριθμό εμβολίων στις μέρες μας) θα λειτουργούσε ως μια ενιαία θρησκευτική πράξη, μόνο που η τιμή δε θα αποδίδονταν στην πραγματικότητα στους εκάστοτε τοπικούς θεούς αλλά στον αυτοκράτορα. Ήταν στην ουσία μια πανθρησκειακή εκδήλωση η οποία ίσως να μην απέχει εξαιρετικά από τα σύγχρονα πανθρησκειακά και οικουμενιστικά πρότυπα. Η εξίσωση όλων των θρησκευμάτων και η λατρεία σε έναν υποτίθεται ενιαίο ομοιόμορφο θεό αποκρύπτει ότι στην ουσία λατρεία και τιμή και υποταγή απευθύνονται σε έναν τρίτο αφανή παράγοντα, έναν ανθρώπινο θεσμό, την αυτοκρατορία με προσωπίδα τον αυτοκράτορα Δέκιο τότε, και την παγκόσμια διακυβέρνηση με «μπροστινό» κάποιον κυβερνήτη, ενδεχομένως στο μέλλον.

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με έναν αντίχριστο ο οποίος υψώνεται πάνω απ’ όλες τις θρησκείες και τα δόγματα και υφαρπάζει όλη την τιμή και τη λατρεία. Έτσι και σήμερα η πράξη μαζικού εμβολιασμού είναι μια μορφή λατρείας προς την επιστήμη και τεχνολογία, η οποία σαν ανθρώπινο κατασκεύασμα είναι γεμάτη από λάθη, παραλείψεις και ακόμη εγκληματικές αστοχίες. Όμως το κρεμμύδι έχει πολλές μεμβράνες. Και έτσι όπως πίσω από τη λατρεία του παγκόσμιου κυβερνήτη – Αντίχριστο κρύβεται ένα αντίχριστο εξουσιαστικό σύστημα – το Θηρίο έτσι και πίσω από το Θηρίο κρύβεται ο Διάολος ο ίδιος ο οποίος είναι και ο προαιώνιος σκλαβωτής του ανθρώπινου θελήματος και της θεόδοτης ελευθερίας και επιδιώκει μονομανώς να υψώνεται σαν μαύρος πύργος μεταξύ ανθρώπου και Θεού φορώντας διάφορους μανδύες ανά εποχή. Σήμερα έχει ενδυθεί τον πιο πονηρό και παραπλανητικό μανδύα, αυτόν του υποτίθεται ορθολογισμού, της «ψυχρής» επιστήμης, της προστασίας της ζωής ακόμη και του υποτιθέμενου αλτρουισμού προς τον συνάνθρωπο.

Όπως οι Χριστιανοί του 3ου αιώνα έτσι και εμείς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα, με την ίδια πρόκληση. Ο Θεός να μας δώσει δύναμη και θάρρος να αγωνιστούμε και να Τον ομολογήσουμε. Θεωρώ πως κάποιος δε θα πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να βαυκαλίζεται ότι δεν υποκύπτει με τίποτε σε εκβιασμούς και σε εξαναγκασμούς. Όλοι χρειαζόμαστε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στις καρδιές μας να μας στηρίζει και να μας δίνει ψυχικό σθένος, βέβαια πίστη και αγάπη προς Αυτόν και προς τον συνάνθρωπο για να αντέξουμε και τις δυσκολότερες των ψυχικών και σωματικών δοκιμασιών. Ελπίζω και εγώ, ο τελευταίος και καταϊδρωμένος των μελών της Εκκλησίας, να μην Τον προδώσω και να σταθώ αντάξιος της Αγάπης Του και του θείου Ελέους Του.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σκέπε ἡμᾶς.

ΙC XC NIΚA

Κυλιόμενος Λίθος

Δεν υπάρχουν σχόλια :