Μία πραγματική ιστορία που θα σε καθηλώσει...






 Απρίλιος 2020. Κατερίνη, καραντίνα

Στην πρώτη καραντίνα του κορωνοϊού συμφώνησα με τον Γρηγόρη να μείνω στην Ελλάδα μαζί με τη μητέρα μας, για να μπορώ να είμαι και κοντά στην κόρη μου, δουλεύοντας από απόσταση. Αυτός έμεινε στη Ρουμανία για να είναι παρών στις δουλειές μας. 


Ένα από τα βράδια που επιλέξαμε να μη δούμε Netflix αλλά να συζητήσουμε, με αφορμή κάτι που είδε στο twitter η μητέρα μου μονολόγησε…


Σ: «Πάλι λέει για εμάς αυτός ο Ερντογάν… τι θέλει πια; Γιατί δεν σταματά; Που τον πειράξαμε;». Προτού απαντήσω, συνέχισε «… και διαβάζω εδώ στο twitter πόσοι είναι οι δικοί μας οι παλικαράδες που είναι έτοιμοι να πολεμήσουν, μιλάνε για την πατρίδα και λένε μεγάλα λόγια».


– «Είναι κακό; Δεν είναι λογικό να αγαπάμε την πατρίδα μας και να θέλουμε να την υπερασπιστούμε;»


Σ: «Καλό είναι, το καλύτερο μπορώ να σου πω. Όμως αυτή η προστασία δεν είναι όπως τη φαντάζεσαι εσύ και οι περισσότεροι. Την πατρίδα την αγαπάς, θυσιάζεσαι για αυτή και δεν περιμένεις κάτι πίσω. Μπορεί να δώσεις και τη ζωή σου για αυτή, χωρίς κανείς να νοιαστεί. Πόσοι είναι έτοιμοι να το κάνουν αυτό;»


– «Πολλοί, πάρα πολλοί. Αν εξαιρέσεις τους εθνομηδενιστές κλπ, όλοι οι υπόλοιποι».


Σ: «Και την κρίσιμη στιγμή δεν θα ψάξουν δικαιολογίες για να λακίσουν;»


– «Όχι, μαμά, αν χάσουμε την πατρίδα μας τι άλλο έχουμε;»


Σ: «Παιδί μου είσαι, με αυτές τις ιδέες μεγαλώσατε και οι τρεις σας. Αλλά να ξέρεις ότι δεν υπάρχει πιο δύσκολη και επώδυνη αγάπη στη ζωή από την αγάπη για την πατρίδα. Θυμήσου τι τράβηξε ο παππούς σου ο Νίκος…»


– «Θα ήθελα να μου τα πεις ξανά, έχουμε χρόνο απόψε, δεν θα δουλέψω άλλο» είπα βλέποντας την ώρα που είχε φτάσει 11 και κλείνοντας τον υπολογιστή μου για να την ακούσω με προσοχή.


1966. Βρυξέλλες, Βοτανικός Κήπος

Σ: «Τα τελευταία χρόνια του παππού σου στις Βρυξέλλες είχα την ευκαιρία να μιλήσω πολύ μαζί του, ειδικά αφού αρρώστησε και μετά. Τον φροντίζαμε οι δυο μας με τη θεία σου τη Νίτσα. Στην πρωτεύουσα του Βελγίου είχε πάει πρώτα η Νίτσα για να σπουδάσει και μετά ακολουθήσαμε ο πατέρας μας και εγώ, πριν έρθουν στη συνέχεια η μητέρα μας και ο θείος σου ο Γιώργος. Εμείς τα παιδιά φύγαμε από την Ελλάδα νιώθοντας ότι ουσιαστικά δεν μας έδινε ευκαιρία να προκόψουμε στη ζωή μας, ότι ήταν άδικη μαζί μας, όπως έλεγε και το τραγούδι του Γρηγόρη Μπιθικώτση. 


Ο πατέρας μου όμως δεν μας άφησε να μισήσουμε την Ελλάδα, την πατρίδα μας. «Την Ελλάδα θα την αγαπάς χωρίς να περιμένεις να σε αγαπήσει και αυτή» μου έλεγε συχνά στους περιπάτους μας. Μία Κυριακή, μετά από μία εβδομάδα που δούλεψα καθημερινά 12 ώρες επί 6 μέρες, είχα την ευκαιρία να είμαι μαζί του. Όταν μίλησα πάλι για όλα τα άσχημα που συνέβαιναν στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’60, με διέκοψε και μου πρότεινε να μου πει για πρώτη φορά με λεπτομέρειες το περαστικό που σημάδεψε τη ζωή του πριν από 25 χρόνια… Περπατούσαμε στον Βοτανικό Κήπο και επιτέλους θα μάθαινα λεπτομέρειες για αυτή την ιστορία που σημάδεψε όντως τη ζωή του και τη δική μας. Ρούφαγα με λαιμαργία κάθε λέξη του, ήταν τόσο παραστατικός στην περιγραφή του».


Χειμώνας 1940. Πίνδος και Αλβανία (αφηγείται ο Νίκος Παπαδόπουλος)

«Περιμέναμε ότι κάτι κακό θα γινόταν και θα ερχόταν πάλι ο πόλεμος, όμως άλλο πράγμα είναι να λες ότι κάποια στιγμή θα έρθει και εντελώς διαφορετικά νιώθεις όταν αυτή η στιγμή φτάσει. Είναι αυτό που λένε «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος». Ξυπνήσαμε την 28η Οκτωβρίου του 1940, μάθαμε για το ΟΧΙ του Μεταξά και ξαφνικά σε λίγες ώρες αλλάξαμε ως άνθρωποι. Ήμουν 30 χρονών, παντρεμένος με ένα παιδί, με όνειρα και φιλοδοξίες. Το ίδιο ήταν οι περισσότεροι, απλοί άνθρωποι που δεν είχαν πειράξει στη ζωή τους ούτε κουνούπι. Για κάποιους στις μεγάλες πόλεις λέγαμε ότι ήταν και τεμπέληδες, ότι θα προτιμούσαν να υποδεχθούν τους κατακτητές όταν θα έφτανε η ώρα του πολέμου. Πόσο λάθος είχαμε! Σε λίγες ώρες, άντε σε δύο – τρεις μέρες, ένα ασκέρι ανθρώπων ταλαιπωρημένών και φτωχών μετατράπηκε σε στρατό…


Ήμουν νοσοκόμος και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή. Θα σου μιλήσω άλλη φορά για τις εμπειρίες μου εκεί, διαφορετικές από τις πολεμικές ταινίες που βλέπουμε στον κινηματογράφο στις μέρες μας. 


Αφού κρατήσαμε γερά τις πρώτες μέρες, σιγά σιγά ξεμυτήσαμε και αρχίσαμε να προωθούμαστε. Πίστεψέ με, κάθε μέτρο γης που κερδίσαμε μας κόστισε πόνο, αίμα και ζωές. Ήμουν εκεί, περιποιούμουν τους τραυματίες… Προχωρήσαμε και μπήκαμε στη Βόρεια Ήπειρο. Την ίδια ώρα όμως η διοικητική μέρμινα, η υποστήριξη του στρατού, ήταν ανύπαρκτη. Απλές γυναίκες που έκαναν ό,τι μπορούσαν, λίγοι φαντάροι που δούλευαν για χίλιους, τεράστιες ελλείψεις και προβλήματα. Κάποια στιγμή τα ρούχα μας πάλιωσαν, τα κουμπιά έπεσαν και τα κρατάγαμε πάνω μας με σύρματα… 


Χωρίς φαγητό και χωρίς υγεία…

Περίπου δύο μήνες πριν γυρίσω πίσω άρχισαν οι ελλείψεις στο φαγητό. Νικούσαμε στις μάχες, μα δεν είχαμε να φάμε! Ξέρεις, στον πόλεμο λένε ότι οι κατακτητές παίρνουν το φαγητό των ντόπιων, κλέβουν, σκοτώνουν, βιάζουν και ρημάζουν. Εμείς όμως ήμασταν απλοί άνθρωποι που παλεύαμε για την πατρίδα μας και είχαμε και άλλους τρόπους, μεγαλώσαμε αλλιώς. Από ποιον να ζητήσεις στην Κορυτσά φαγητό, όταν δεν έχει ούτε ο ίδιος; Μία φορά θυμάμαι ότι μου έδωσαν ένα παγωμένο ξεροκόματο ψωμί και προσπάθησα να το βάλω στο στόμα μου γρήγορα, είχα να φάω τέσσερις μέρες. Δεν πρόλαβα… Είδα ένα παιδί να με κοιτάει με παράπονο, κατάλαβα ότι είχε να φάει και αυτό πολλές μέρες και του το έδωσα. Να δεις τι χαρά έκανε… μου πέρασε και εμένα η πείνα βλέποντας τη χαρά του… 


Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα φθαρμένα μου ρούχα μαζί με τα διαλυμένα μου άρβυλα δεν μου παρείχαν πια προστασία από το κρύο. Τα πόδια μου πάγωναν και χειροτέρευαν μέρα με τη μέρα, εγώ δεν τους έδινα σημασία και φρόντιζα αρρώστους, τόσο δικούς μας στρατιώτες όσο και πολίτες από τα μέρη που είχαμε φτάσει. Μέχρι που ένα πρωί δεν μπορούσα πια να περπατήσω… βαρειά κρυπαγήματα… 


Έκανα 12 μέρες να μεταφερθώ από τη Βόρεια Ήπειρο στη Θεσσαλονίκη, σε ένα κτήριο που είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο… 12 μέρες χωρίς φάρμακα, μιας και δεν υπήρχαν πια. Είχαν τελειώσει όλα…


1941, Θεσσαλονίκη

Νοσοκομείο το έλεγαν αλλά ο Θεός να το έκανε τέτοιο… Γιατροί χωρίς πολλά υλικά και φάρμακα, εξουθενωμένοι από τα ατελείωτα 24ωρα δουλειάς, βρωμιά παντού, θάλαμοι γεμάτοι αρρώστους με κάθε είδους βαρειά τραύματα, που συχνά τη νύχτα ούρλιαζαν από τον πόνο. Όμως και έτσι καλά ήταν, άλλοι δεν είχαν ούτε αυτή την τύχη, να μπουν σε ένα τέτοιο «νοσοκομείο». Δεν μας πείραζε ούτε το ότι συχνά μέναμε νηστικοί μια δυο μέρες. Τα πόδια μου ήταν σε απερίγραπτο χάλι. Τις πρώτες μέρες μου έδωσαν κάποια φάρμακα και η κατάσταση καλυτέρεψε, μετά σιγά σιγά αυτά τα αραίωσαν μέχρι που τα σταμάτησαν τελείως και προσπαθούσα να γίνω καλά δια της υπομονής και ακινησίας… 


Όμως ένα απόγευμα Παρασκευής επρόκειτο να αλλάξουν όλα. Το θέμα ξεκίνησε από έναν διάλογο που είχα με τον φίλο μου στο διπλανό κρεβάτι. 


Η συζήτηση

– «Ξέρεις, Νίκο, έμαθα κάτι νωρίτερα και νιώθω ότι πρέπει να το μοιραστώ μαζί σου».


– «Τι έγινε, Πέτρο; Πες μου».


– «Πέρασα κοντά από εκεί που είχαν σύσκεψη οι γιατροί και κρυφάκουσα τη συζήτησή τους…»


– «Και; Λέγε, βρε άνθρωπέ μου, με έσκασες!»


– «Φάρμακα δεν υπάρχουν αρκετά για να μας φροντίσουν όλους. Η Αθήνα δεν έχει απόθεμα να στείλει, η πατρίδα δεν μπορεί να μας προσφέρει κάτι άλλο».


– «Πέτρο, η πατρίδα είναι πάνω από όλα, για αυτή πήγαμε στα βουνά της Αλβανίας, για αυτή πάθαμε κρυοπαγήματα, για αυτή αφήσαμε γυναίκες και παιδιά…»


– «Ε λοιπόν επειδή δεν έχει να σου προσφέρει τίποτε άλλο αυτή η πατρίδα σου, άκου να ξέρεις: Διάλεξαν ποιοι μπορούν να γίνουν καλά και ποιοι δεν έχουν πολλές ελπίδες. Στους δεύτερους θα τους κόψουν χέρια ή πόδια, ανάλογα με το πρόβλημα, και θα τους στείλουν στα σπίτια τους για να κάνουν οικονομία στα λίγα φάρμακα που έχουν, για να σώσουν αυτούς που μπορούν μέχρι να φέρουν τους επόμενους. Στους άτυχους θα πουν ότι θα τους χειρουργήσουν για να τους θεραπεύσουν και όταν ξυπνήσουν θα καταλάβουν ότι τους έχουν κόψει τα μέλη. Άκουσα το όνομά σου καθαρά. Νίκος Παπαδόπουλος. Αυτό έχει να σου προσφέρει η πατρίδα, Νίκο…»


– «Δηλαδή ενώ έχω ελπίδες, θα μου κόψουν τα πόδια μου και θα πάω πίσω στην Ήρα μου σε καροτσάκι;»


– «Έχεις κάτι με τους ανάπηρους;»


– «Τίποτε απολύτως, τόσους φρόντισα αυτούς τους μήνες στο μέτωπο. Αλλά δεν είναι λογικό να προσπαθήσει κάποιος να αποφύγει την αναπηρία πριν φτάσει εκεί;»


– «Λογικό είναι, αλλά δεν υπάρχουν φάρμακα. Ορίστε, κοίτα τους εκεί στον διάδρομο. Συζητάνε και σε λίγο θα σε φωνάξουν να σου ανακοινώσουν τι θα κάνει η πατρίδα σου για σένα».


– «Βρε ηλίθιε, άσε την πατρίδα ήσυχη. Για αυτή θα δίναμε και τα πόδια μας και τα χέρια μας και τη ζωή μας. Άλλο είναι το θέμα εδώ, μην το γυρνάς πάλι στα πολιτικά σου. Πρέπει να σκεφτώ…»


– «Σκέψου γρήγορα, μεγάλε πατριώτη. Να, δες, έρχεται προς το μέρος μας…»


Έλειπα από το σπίτι μου επί μήνες, είχα φύγει για τον πόλεμο ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου του 1940. Τώρα δεν ήμουν πια ο «νοσοκόμος Νίκος Παπαδόπουλος» που έσωσε τόσες ζωές στο μέτωπο και είχε ανάγκη φροντίδας για τη δική του. Τώρα ήμουν πλέον ένα πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί γρήγορα.  Έπρεπε να συγκεντρωθώ. Αγνόησα το βρώμικο δωμάτιο όπου βρισκόμουν μαζί με τους άλλους αρρώστους, ξέχασα τις μυρωδιές του αίματος και της σήψης που με συντρόφευαν κάθε μέρα, για μια στιγμή αγνόησα και τους πληγωμένους συμπολεμιστές μου που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Επικέντρωσα το βλέμμα μου στον γκρι διάδρομο και τους ανθρώπους που μιλούσαν εκεί με άσπρες ποδιές πιτσιλισμένες με αίμα. Η ματιά μου διασταυρώθηκε με αυτή της κουρασμένης νοσοκόμας που άρχισε να περπατά προς τον θάλαμο. 


Κοίταξα τα εξαθλιωμένα πόδια μου, γεμάτα πληγές και υγρά ξεραμένα. Με το ζόρι μπορούσα να περπατήσω μέχρι την τουαλέτα. Έπρεπε να σκεφτώ και μάλιστα γρήγορα. Η ζωή μου θα άλλαζε δραστικά τις επόμενες ώρες και έπρεπε να πάρω μία απόφαση…


Η παράτολμη απόφαση

Δεν είχα παράπονο από τη νοσοκόμα, ούτε από τους γιατρούς. Κανέναν δεν κατηγορούσα. Ίσως και εγώ στη θέση τους να έκανα το ίδιο. Αντί να θυμώσω, σχεδόν τη λυπήθηκα όταν την είδα να μπαίνει στην αίθουσα με κουρασμένα βήματα, να ξεροβήχει και να μας ανακοινώνει ότι έφτασαν νέες προμήθειες και αποφασίστηκε να ξεκινήσουν τα χειρουργεία για να γίνουν καλά οι πιο βαρειά άρρωστοι από εμάς, έτσι ώστε να μπορέσουμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Στη συνέχεια πήγε σε κάθε έναν που θα έμπαινε στο χειρουργείο. Ήρθε και σε εμένα προσπαθώντας να μου χαμογελάσει…


– «Έλα Νίκο μου, ετοιμάσου, απόψε θα σε γιατρέψουμε. Θα είσαι ο τέταρτος που θα μπει στο χειρουργείο».


– «Τι θα μου κάνετε;» τη ρώτησα


– «Θα δούμε πώς μπορούμε να σε κάνουμε καλά για να σε στείλουμε πίσω στη γυναίκα σου» μου είπε και έφυγε γρήγορα, μιας και ούτε η ίδια δεν πίστευε στα λόγια της.


Ενώ πήραν με χαμόγελα τον πρώτο, εγώ συλλογιζόμουν τις επιλογές μου… 


– Να μείνω και να ξυπνήσω χωρίς πόδια; Να αποδεχτώ τη μοίρα μου; 


– Να φύγω; Και που να πάω; Πώς να φτάσω στο σπίτι μου στην Κατερίνη; Συγκοινωνίες δεν υπήρχαν, να περπατήσω δεν μπορούσα, ρούχα σωστά δεν είχα, ούτε παπούτσια. Είχα όμως μία ευκαιρία, μου ήρθε μία ιδέα… 


Τελικά αποφάσισα ότι μπροστά στο κορίτσι μου, στη γυναίκα της ζωής μου, στην Ήρα μου, θα προσπαθούσα να παρουσιαστώ όρθιος. Τι θα γινόταν μετά θα το αποφάσιζε ο Θεός…


Μαραθώνιος λίγων εκατοντάδων μέτρων

Δεν μπορώ να πω ότι ήταν τόσο δύσκολο να φύγω, δεν μας φύλαγαν, μόνοι μας θέλαμε και μέναμε στο νοσοκομείο. Ντύθηκα με τα κουρέλια και τις διαλυμένες κάλτσες μου, έψαξα και βρήκα κάτι σα μπαστούνι. Ένα κομμάτι ξύλο ήταν, ντρέπομαι να πω ότι το έκλεψα, αλλά έπρεπε να κρατηθώ από κάπου και να προσπαθήσω να περπατήσω. Έκανα πως θα πάω στο αποχωρητήριο, αλλά έσφιξα τα δόντια και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Νομίζω ότι βγαίνοντας είδα με την άκρη του ματιού μου έναν γιατρό να με βλέπει να φεύγω, αλλά δεν είπε τίποτε. Ήξερε γιατί.


Ήταν βράδυ, είχε πολύ κρύο και φύσαγε ο Βαρδάρης. Το κτήριο ήταν σχετικά κεντρικό και το σχέδιό μου ήταν να κατέβω στο λιμάνι, εκεί τα Σάββατα έρχονταν ψαράδες από την Παραλία Κατερίνης για να πουλήσουν ψάρια. Δεν έρχονταν κάθε εβδομάδα, από ό,τι ήξερα πήγαιναν αλλού οι περισσότεροι. Δεν είχα όμως άλλη επιλογή. 


Μπροστά μου έβλεπα μόνο τη γυναίκα και την κόρη μου. Ίσως και να παραμιλούσα. Αλλά σκέφτηκα και το μέτωπο, τον πόλεμο, τότε που κάθε μέρα λέγαμε πως δεν θα αντέχαμε άλλο και κάθε μέρα αγωνιζόμασταν άλλες 20 ώρες για την Ελλάδα και για την ελευθερία. Δύο μέρες πεινασμένος ήμουν, αλλά είχα πάρει απόφαση ότι θα έφτανα στο λιμάνι. Ο μαραθώνιος έχει 42 χιλιόμετρα, αλλά εκείνο το βράδυ τα μέτρα που έπρεπε να διανύσω ήταν ο δικός μου μαραθώνιος σε αυτή τη ζωή. Μου πήραν μέχρι το πρωί για να τα περπατήσω, ή καλύτερα να συρθώ ως εκεί. 


Όταν ένας άνθρωπος μοιάζει με άγγελος σταλμένος από τον Θεό

Ήταν ξημερώματα Σαββάτου και εγώ έφτασα επιτέλους στο λιμάνι. Προσπαθούσα να συρθώ εκεί που ήταν οι βάρκες. Νόμιζα ότι φώναζα «Κατερίνη», αλλά όσο το σκέφτομαι μάλλον ψιθύριζα ή το απλά το σκεφτόμουν. Είχα αρχίσει να νιώθω το κορμί μου να παγώνει και ένιωθα ότι οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν. Δεν σταμάτησα. Κοιτούσα τα πρόσωπα των ανθρώπων ψάχνοντας να βρω κάποιον γνωστό, ψάχνοντας «τον ψύλο στα άχυρα», με την Ήρα στο μυαλό μου. 


Τότε ήταν που με είδε ο Γιώργος, ένας γνωστός μου από την Παραλία της Κατερίνης.


– «Νίκο; Νίκο; Κατερίνη; Νίκο; Εσύ είσαι;»


Του έκανα ένα καταφατικό νεύμα και τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου. Στα μάτια μου ήταν σαν ένας άγγελος που έστειλε ο Θεός για να με σώσει… Σωριάστηκα στα χέρια του. 


Ο Γιώργος μου έδωσε να πιω νερό και να φάω το κολατσιό που είχε μαζί του, με έβαλε στη βάρκα του, τελείωσε τις δουλειές με τα ψάρια που είχε να παραδώσει και ξεκίνησε για πίσω. Κοιμήθηκα για λίγη ώρα και όταν ξύπνησα τον άκουσα να μονολογεί κοιτάζοντάς με… 


– «Άλλαξες, Νίκο, άλλαξες…». Τότε συνειδητοποίησα αυτό που δεν είχα σκεφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η εμφάνισή μου δεν είχε σχέση με αυτή που είχα μόλις λίγους μήνες πριν. Στον πόλεμο και στο νοσοκομείο δεν το είχα σκεφτεί και τόσο, άλλωστε όλοι ήταν σαν εμένα… 


Ο Γιώργος με γύρισε πίσω και με χαρά δέχτηκε να με φιλοξενήσει ένα βράδυ στο σπίτι του, να ξεκουραστώ, να κάνω μπάνιο και να φάω πριν πάω στη γυναίκα μου. Δεν ήθελα να με δει η Ήρα μου σε μαύρο χάλι. Όχι πως ο Γιώργος είχε κάποια χλιδή, αλλά για μένα μετά από μήνες στον πόλεμο και το νοσοκομείο όλα ήταν πολυτέλειες.


Κοιμήθηκα όσο δεν είχα κοιμηθεί επί μήνες. Έκανα μπάνιο, ξυρίστηκα, μέχρι και μία κολώνια μου έδωσε ο Γιώργος να φορέσω. Μου δάνεισε και ρούχα, που υποσχέθηκα να επιστρέψω το συντομότερο δυνατό και βρήκε στο χωριό κάποιον που πήγαινε στην Κατερίνη για να με πάει με το κάρο. 


Όταν η μαμά σου, η Ήρα μου, άνοιξε την πόρτα και με είδε, όρμησε στην αγκαλιά μου και μείναμε αγκαλιασμένοι για πολλή ώρα, κλαίγοντας και οι δύο».


Την πατρίδα την αγαπάμε χωρίς ανταλλάγματα…

 – «Μπαμπά, μετά από όλα αυτά που πέρασες, ταλαιπωρήθηκες πολλά χρόνια ακόμη την περίοδο του πολέμου και της Κατοχής και η υγεία σου ποτέ δεν επανήλθε 100%…»


– «Και πάλι θα το έκανα, κόρη μου, πήγα και πολέμησα για την Ελλάδα, για την πατρίδα μας. Είμαι πολύ περήφανος για αυτό και κανείς δεν μπορεί να μου το στερήσει».


– «Ναι, αλλά και κανείς δεν σου το αναγνώρισε»


– «Μα δεν το έκανα για να το αναγνωρίσει κάποιος, την πατρίδα την αγαπάμε χωρίς ανταλλάγματα, όπως αγαπάμε και τους ανθρώπους μας».


Απρίλιος 2020, Κατερίνη

Σ: «Σας έχω πει πόσο δύσκολο ήταν για τη γιαγιά σας να κρατήσει ζωντανό και αρτιμελή τον άντρα της εν μέσω πολέμου…»


– «Ναι… αν και θα ήθελα να μου το πεις ξανά κάποια στιγμή».


– «Για σήμερα κράτα αυτο που μου έμαθε ο πατέρας μου, να αγαπάμε την Ελλάδα μας χωρίς να της ζητάμε κάτι. Πέρασε τα πάνδεινα στον πόλεμο και μέχρι την τελευταία στιγμή έλεγε πως θα το έκανε και πάλι, για να προστατεύσει την πατρίδα μας». 


Χώρα είναι ο γεωγραφικός χώρος που ορίζει τα όρια της επικράτειας ενός κράτους. Αυτά υπερασπιζόμαστε, αλλά το κάνουμε πάνω από όλα για την Πατρίδα μας. Αυτή, η Πατρίδα, είναι κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο και σημαντικό, ίσως ό,τι πιο σημαντικό έχουμε μαζί με την οικογένειά μας. Μία είναι η πατρίδα καθενός από εμάς και ό,τι και να κάνουμε, πάντα αυτή θα μας προσδιορίζει ως ανθρώπους και θα είναι ο φάρος της ζωής μας. 


Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στις οικογένειες όλων όσων έχουν στείλει ανθρώπους τους να πολεμήσουν για την Ελλάδα, για την πατρίδα μας. Μόνο τιμή αξίζει σε αυτούς… 


Εσύ τι γνώμη έχεις;


https://iliaspapageorgiadis.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια :