«Βγήκεν ο ήλιος κόκκινος…»










Του Ηλία Σιαμέλα*

Τούτες τις ώρες της φωτιάς, της συφοράς και της απόγνωσης, τι να γράψεις και τι να μολογήσεις.

Ας αφήσουμε λοιπόν, όπως γινότανε παλιά, τα κλέφτικα τραγούδια, μέσα βαθιά, στις δύσμοιρες ψυχές μας να μιλήσουν, κι ας πάμε μετά στους ποιητές:

Έτσι λοιπόν σαν είδα τον ήλιο ν’ ανηφορίζει κόκκινος, μέσα απ’ τους καπνούς και τις φωτιές, της κόλασης τη λάβρα, εκεί ήταν που αναθυμήθηκα το γέρο μου τον έρμο, σαν τραγουδούσε με πίκρα και με δάκρια το πένθιμο της κλεφτουριάς τραγούδι:

«Βγήκεν ο ήλιος κόκκινος

Και το φεγγάρι μαύρο

Κι ο λαμπερός Αυγερινός

Πάει να βασιλέψει…»

Κι εκεί ήταν που βαριοκάρδισα κι εγώ, με πήρανε τα δάκρια.

Κι όσο κοιτάζω τις φλόγες και του καπνού τα σύννεφα που τα σηκώνει ο άνεμος , σ ’ ένα άγριο ανασάλεμα να καίγονται χωριά, σπίτια πετροπελεκημένα, να αφανίζεται του δάσους η πνοή, στης στάχτης τον τάφο να οδηγείται. ..

Έτσι λοιπόν ανασκουμπώθηκα , λίγο του χάροντα τον τρόμο ν’ αποδιώξω , μήπως και πάλι σταθώ στα πόδια μου, με σκέψεις, μ’ ακόμη και με όργητα και πάλι να γεμίσω. Να δω στο βάθος της ανήλιαγης σπηλιάς, του εφιάλτη τ’ όνειρο , ν’ ακούσω του νεοδικτάτορα το συφεροντοκουβεντολόι. Κι αφού σιχαθώ απ’ το πολύ νταβατζιλίκι και πάλι να βάλω το μάτι μου πέρα και πάνω από τις βίγλες τις ανεμόδαρτες , βουνά που λαμπαδιάζονται , για να στηθούνε ανεμπόδιστες των Γερμανών οι ανεμογεννήτριες.

Κι όσο να καίει η φωτιά , το ίδιο να συδαυλίζει μέσα μου του θρήνου η αντάρα κι ένα πικρό ειρωνικό τραγούδι στον ίδιο κλέφτικο σκοπό, να κυκλοβόσκει γύρω μου, μέχρι να κάτσει σαν πέτρα στα στήθη μου αποπάνου.

Πέρα, ένα καρβουνιασμένο δεντρόφυλλο σα να ηχεί παράταιρα , το μαύρο ίσκιο μου πάει να συνοδέψει, και τότε σαν άμορφος δούλος τους κι εγώ αρχίζω να ψέλνω και να μυριολογάω:

«Βγήκεν ο ήλιος κόκκινος

κι ο Μητσοτάκης Μαύρος

κι ο Σκοτεινός Αλέξης μας

πάει να βασιλέψει…».

Σαν όλα, τούτες οι άχαρες στιγμές κάποια στιγμή τελειώσανε, πάλε κοιτάζω την αχόρταγη φωτιά, βλέπω πέρα μακριά τη μαύρη γη νεκρή, κοκαλωμένη, ακούω του

σκύλου το ουρλιαχτό και τα πουλιά από δίπλα μου, και τα κοράκια τρομαγμένα, κι εκείνα φτεροκοπώντας φεύγουνε μακριά, μαζί και το γοργό γεράκι.

Είναι αξεδιάλυτη η μοίρα της πατρίδας μας.

Στα ζάρια των πολιτικών η ίδια η ζωή μας. Δεν είναι τραύμα αυτό με τις φωτιές, είναι ΚΡΙΜΑ:

Κρίμα, ω πολιτικέ, τι κρίμα!

Κι εσύ κάποια μέρα:

«Θα φύγεις απ’ το σάπιο το κορμί,

Ω ψυχή παραδαρμένη απ’ το κρίμα,

Και δε θα ΄βρει το κορμί μια σπιθαμή

Μες τη γη για να την κάνει μνήμα,

Κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,

Να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,

Κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη

Κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά…» *

Ηλίας Σιαμέλας

Απ’ τ’ αψηλά διάσελα του Μαίναλου, (Αρκαδίας)

όπου στον ουρανό ανάμεσα,

οι αετοί φωλιάζουν.

11.8.21

* Κωστής Παλαμάς

Δεν υπάρχουν σχόλια :