Να ανατρέψουμε το δόγμα “δεν μπορεί να παραχθεί ό,τι εισάγεται”



Ηρακλής Γωνιάδης*


Κοινωνία και οικονομία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, καθώς η ύπαρξη της μιας προϋποθέτει εκείνη της άλλης. Θέτοντάς το προκλητικότερα, υφίσταται μεταξύ τους μια οιονεί “κβαντική διεμπλοκή” της οποίας οι συνέπειες είναι δύσκολο, πολλές φορές, να προβλεφθούν στην περίπτωση που πλήττεται κάποια από τις δύο. Η κοινωνία απαρτίζεται από τα οικονομικώς δρώντα άτομα προς χάρη της επιβίωσης και της εξέλιξής τους.


Η οικονομία είναι το σύστημα το οποίο διασφαλίζει τους όχι πάντα ισότιμους όρους δράσης προκειμένου να εκδιπλωθεί η δημιουργικότητα και η επινοητικότητα εμπλουτισμού των πόρων, η κατανομή των οποίων ορίζεται από την κοινωνία, όχι πάντα δίκαια. Σημαντικό ρόλο στη μόχλευση των περιορισμένων πόρων διαδραματίζει η επιχειρηματικότητα ως διαδικασία αποτελεσματικότερης και αποδοτικότερης αξιοποίησής τους. Ιδιαίτερα η έκβασή της σε μικρομεσαία επιχείρηση η οποία:


Δημιουργεί τις περισσότερες θέσεις εργασίας παντού στον κόσμο, συνδράμοντας στη μείωση της φτώχειας.

Δημιουργεί, μέσω της μαθητείας εξειδικευμένα στελέχη ή και τεχνίτες εξελιγμένων δεξιοτήτων και ιδεών ενισχυτικών της δυναμικότητας της οικονομίας και συνεπώς, της προτίμησης των επενδυτών.

Διαχέει καλύτερα τον πλούτο προς την κοινωνία αναπτύσσοντας μια εύρωστη μεσαία τάξη και συμβάλλοντας και στην προώθηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων.

Λειτουργεί σε πραγματικό καθεστώς ανταγωνισμού όπου η εφήμερη, συνήθως “ηγεσία αγοράς” επιτυγχάνεται με τη δημιουργία συγκριτικού πλεονεκτήματος μέσω καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών ή διαδικασιών μάνατζμεντ και μάρκετινγκ.

Θεωρείται φορέας και επιταχυντής αλλαγών, οι οποίες διασφαλίζουν την επιβίωσή της.

Δεν έχει την οικονομική ισχύ να επιβάλλει όρους μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου.

Αποτελεί τα “ξύλινα τείχη”, κυριολεκτικά, της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Αναδίπλωση πολιτικής

Ο αποδεκατισμός τους, συνεπεία της κρίσης που ταράζει συθέμελα κοινωνία και οικονομία με διακύβευμα την ανεξαρτησία της χώρας, αλλά και της αδυναμίας τους να σταθούν με αξιώσεις μέσα σε μια ασυνόρευτη αγορά λόγω της μικρής προστιθέμενης αξίας και της έλλειψης καινοτόμων προτάσεων επίλυσης προβλημάτων, οδήγησε στη μείωση της παραγωγής ή και στην εξαφάνισή της σε κάποιους τομείς.


Όταν όμως η εξαφάνιση αφορά σε τομείς στρατηγικής σημασίας, όπως αυτοί της υγείας και διατροφής ή του στρατιωτικού υλικού, τότε επιβάλλεται η αναδίπλωση και επαναθεώρηση της ακολουθούμενης πολιτικής που, αλίμονο, έχει αδυναμία στα μεγάλα έργα για να κρύψει τη μικρότητά της, εξυπηρετώντας αλλότρια συμφέροντα στα οποία εντάσσονται και εκείνα των αγάδων που μας κληροδοτήθηκαν από τους κάθε είδους Οθωμανούς.



Μια ελληνοκεντρική στρατηγική δεν κινείται στην περιφέρεια της στρατηγικής εκείνων που συμπεριφέρονται στη χώρα ως κατακτητική τους λεία ικανοποίησης των δικών τους συμφερόντων, αλλά επιδιώκει τη διασφάλιση της ύπαρξής της με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια, εν γνώσει του μεγέθους της το οποίο, βέβαια, σε ό,τι αφορά το διανοητικό της κεφάλαιο δεν υπολείπεται καθόλου, μολονότι παραβλέπεται από το δοτό εγχώριο σύστημα εξουσίας.


Ο ρόλος των μικρομεσαίων

Σημαντικός εταίρος στην υλοποίησή της μπορεί να αναδειχθεί η μικρομεσαία επιχείρηση, με ρόλο σε κλάδους στρατηγικής σημασίας, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η (έστω και σε μικρή κλίμακα) παραγωγή, μαζί με τις αναγκαίες της δεξιότητες που χάνονται όταν αυτή μεταναστεύει. Η αποξένωση της χώρας από τα μέσα παραγωγής την εκθέτει σε κινδύνους που δεν αντιμετωπίζονται μόνο με στρατιωτικούς εξοπλισμούς καθώς, όπως έδειξε και η κρίση του COVID-19, όταν χάνονται συνεχείς μάχες, είναι δύσκολο να κερδηθεί ο πόλεμος, υβριδικός ή με σφεντόνες!


Με καθιερωμένο το δόγμα «δεν μπορεί να παραχθεί στη χώρα ό,τι εισάγεται» προς εξυπηρέτηση των τοτέμ της εγχώριας “ελίτ” και τη μετατροπή της παραγωγής σε ταμπού ή άβατο, δεν θα μείνει κάτι στις ερχόμενες γενιές για να γιορτάσουν, έστω και με τον τρόπο που επέλεξαν για τα 200 χρόνια της παλιγγενεσίας οι βολεμένοι του συστήματος. Για την κυβέρνηση εκείνη η οποία, ορθώνοντας ανάστημα, θα επιχειρήσει την ανάσχεση των καθοδικών τάσεων κοινωνίας και οικονομίας και παρά τον κίνδυνο να εκληφθεί ως μια ακόμη “φωνή βοώντος εν τη ερήμω”, καταθέτουμε κάποιες προτάσεις.


Δεν διεκδικούμε την αυθεντία, κατά τον τρόπο που προβάλλεται στις μέρες μας, αλλά ελπίζουμε στην πρόκληση κάποιου προβληματισμού, συμπληρωματικού εκείνου των στρατιωτικών εξοπλισμών. Και τούτο προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα της στρατηγικής σημασίας παραγωγής για τη χώρα που, σε περιόδους κρίσεων, αδυνατεί να ικανοποιήσει ο εγχώριος μεταπράτης, πόσο μάλλον όταν τα προϊόντα καθίστανται “όπλα” στα χέρια των παραγωγών χωρών.


Τι προτείνουμε για την οικονομία

Συγκεκριμένα, προτείνουμε τη δημιουργία ενός προγράμματος επιδοτήσεων-επιχορηγήσεων, φορολογικών απαλλαγών και ένταξης στον χαμηλότερο δυνατό συντελεστή του ΦΠΑ (6%;) για μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποκλειστικής παραγωγής προϊόντων στρατηγικής σημασίας για τη διαχείριση κρίσεων, με σαφή προσδιορισμό των Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ), ώστε να μην παρεισφρέουν επιτήδειοι άσχετοι ή μόνο ημέτεροι. Κριτήρια ένταξης και παραμονής στο πρόγραμμα εκτός, βέβαια, από το επιχειρηματικό σχέδιο, θα μπορούσαν να είναι τα ακόλουθα:


Προστιθέμενη αξία σε ποσοστό άνω του 50%, αποδεδειγμένα, με τάσεις ενίσχυσης.

Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη σε συνεργασία με ιδρύματα, με προσκόμιση προγραμματικών συμφωνιών και στόχο την καινοτομία.

Διατήρηση ή επαναφορά δεξιοτήτων που κινδυνεύουν να χαθούν (πχ. ράφτες, υποδηματοποιοί κλπ.), απασχολώντας ακόμη και συνταξιούχους, χωρίς μείωση της σύνταξης και φορολογώντας το πρόσθετο εισόδημά τους στην πηγή.

Ομάδα διοίκησης και στελέχωση, δημιουργία και διατήρηση, αν όχι αύξηση, θέσεων εργασίας υψηλών προσόντων.

Η σύμπραξη ή συνέργεια, είτε ως εταιρίες είτε ως cluster.


Είναι ένα τρόπος αναζωογόνησης κάποιων δραστηριοτήτων, των οποίων το κόστος παραγωγής στην μικρή τους κλίμακα είναι αναμενόμενο ότι δε θα είναι και τόσο ανταγωνιστικό απέναντι στα εισαγόμενα· πρέπει να υποστηριχθεί για να παραμείνουν ενεργοί, όταν η κρίση θα ξεσπάσει. Η επιβίωση των επιχειρήσεων αυτών διευκολύνεται από το καθεστώς προτίμησης στις προμήθειες του δημοσίου, εκτός από τη διάθεση της παραγωγής τους, με την υποχρέωση διατήρησης ποσοτήτων ασφαλείας. Η δυσκολία βρίσκεται στη λήψη απόφασης εφαρμογής, παρά στο κόστος εκκίνησης και συντήρησης του καθεστώτος, το οποίο μπορεί να μην είναι υψηλότερο κάποιου ανάλογου εξοπλιστικού προγράμματος.

https://slpress.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια :