ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΚΑΙ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΣΟΦΟΙ ΟΜΙΛΟΥΝ. ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΝΑ ΣΙΩΠΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΝ.











Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ  ΓΡΑΦΕΙ :

Πλάτων: γνώμην δύνανται νά ἔχουν ἄπαντες, γνῶσιν διά νά ἔχουν γνώμην, ἔχουν;

Ὁ Ἀντισθένης μᾶς λέγει: «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις».

Καί πράγματι ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, εἶναι ἡ γλῶσσα πού κάθε της λέξη ἔχει περιεχόμενον καί νόημα. Εἰς τό Ἑλληνικόν λεξιλόγιον ὑπάρχει καί μία λέξις, ἡ ἰθαγένεια, ἡ ὁποία εἶναι σύνθετος ἀπό τό ἰθύς+γίγνομαι. Ἰθύς ἀπό τό ῥῆμα ἰθύνω= καθιστῶ εὐθύ, καί τό γίγνομαι, παράγωγα τοῦ ὁποίου εἶναι γένεσις, γενεά, γένος. Δηλ ὁ ἀπ' εὐθείας προερχόμενος ἀπό τό ἴδιον γένος. Ὅσον ἀφορᾶ τούς Ἕλληνας, Ἕλλην εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’εὐθείας ἀπό τό γένος τῶν Ἑλλήνων, διαδέχοντας ἡ μία γενεά τήν ἄλλην.

Ἀλλά ἀς ἀφήσομεν τούς γνώστας τῆς ἀληθείας, δηλ. τούς φιλοσόφους μας, νά μᾶς μιλήσουν περί αὐτῶν.

Ὁ Ἰσοκράτης 436-338 π.Χ. Οἱ Ἕλληνες πρός τιμήν τῆς 100ης Ὀλυμπιάδος τοῦ ἀναθέτουν νά κάμη μίαν ὁμιλίαν, γράφει τόν ἐπονομαζόενον ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΝ του καί λέγει: «ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ᾽ ἐρήμην καταλαβόντες οὐδ᾽ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ᾽ οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ᾽ ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν, αὐτόχθονες ὄντες»

Δηλ. «Εἰς αὐτήν τήν χώραν κατοικοῦμεν χωρίς νά ἐκδιώξωμεν ἄλλους, οὔτε ἤταν ἔρημος καί τήν καταλάβαμεν, οὔτε ἀπό πολλά ἔθνη ὡς μιγάδες ἐδῶ συγκεντρωθήκαμεν, ἀλλ΄ οὕτως καλῶς καί γνησίως ὑπάρχομεν, ὥστ΄ἐξ αὐτῆς ἀκριβῶς γεννηθήκαμεν, ταύτην κατέχοντες καθ΄ὅλον τόν χρόνον ἐξακολουθοῦμεν νά ζῶμεν, καθ΄ὅτι εἴμαστε αὐτόχθονες».

Τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος τό ὁποῖον ἐψηφίσθει τήν 01/01/1822 ἔλεγεν: «ὄσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσίν Έλληνες».

Μέ μία ἀπλήν παρατήρησιν διαπιστώνομεν ὅτι, τό πρῶτον Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος καί Ἰσοκράτης μετά παρέλευσιν περίπου τῶν 2.500 ἐτῶν, κάμουν χρήσιν τῆς ἰδίας λέξεως», «αὐτόχθονες»

Ὁ Πλάτων εἰς τήν <ΠΟΛΙΤΕΙΑ> του διά στόματος Σωκράτους γράφει:

«Φημί γάρ τό μέν Ἑλληνικόν γένος αὐτό αὑτῶ οἰκεῖον εἶναι καί συγγενές, τῶ δέ βαρβαρικῶ ὀθνεῖον καί ἀλλότριον».

Ὁ Περικλῆς εἶναι ή μεγαλυτέρα πολιτική προσωπικότης ὅλων τῶν ἐποχῶν, τοῦ ὁποίου ἡ περίοδος λέγεται «χρυσοῦς αἰών», καί τοῦ ὁποίου τά ἔργα ἔρχονται νά θαυμάσουν ἀπό ὅλον τόν Πλανήτη Γῆ μέ ἀποκορύφωμα τόν Ἱερόν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως . Διά νά ἀποδώση τιμάς εἰς τούς νεκρούς πού ἔπεσαν εἰς τά πεδία τῶν μαχῶν προσφωνεῖ τόν «ἐπιτάφιον» του, μεταξύ τῶν ἄλλων λέγει: «τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾽ ἀρετὴν παρέδοσαν». Δηλ. «Εἰς αὐτήν τήν χώραν κατοικοῦν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι διαδέχοντας ἡ μία γενεά τήν ἄλλην, ἐλευθέραν δέ καί μέ ἀρετήν μᾶς τήν παρέδοσαν». Ἀλλά ἐπί πλέον νομοθετεῖ καί ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τήν πραγματείαν του περί «Ἀθηναίων Πολιτεία» γράφει: « Καὶ τρίτῳ μετὰ τοῦτον ἐπὶ Ἀντιδότου διὰ τὸ πλῆθος τῶν πολιτῶν Περικλέους εἰπόντος ἔγνωσαν μὴ μετέχειν τῆς πόλεως, ὃς ἂν μὴ ἐξ ἀμφοῖν ἀστοῖν ᾖ γεγονώς». Δηλ. διά νά συμμετάσχῃ κάποιος εἰς τά κοινά τῆς πόλεως πρέπει καί οἱ δύο του γονεῖς νά εἶναι Ἀθηναῖοι Πολῖται. Ἀλλά καί ὁ Αἰσχίνης εἰς τό ἔργον του κατά Τιμάρχου τό ἴδιον περιγράφει: «Μηδένα μετέχειν τῆς πόλεως ἀν μή ἄμφω γονέας ἀστούς ἐπιδείξεται» δηλ. εἰς οὐδένα ἐπιτρἐπεται νά συμμετάσχη εἰς τά κοινά τῆς πόλεως ἀν δέν δύναται νά ἀποδείξῃ ὅτι καί οἱ δύο γονεῖς του εἶναι Ἀθηναῖοι πολῖται. Ὁ Περικλῆς ἐθέσπισεν νόμον πού ὅριζεν ὅτι διά νά ἀποκτήσης τό δικαίωμα Ἀθηναίου πολίτη θά πρέπη καί οἱ δύο γονεῖς νά εἶναι Ἀθηναῖοι πολῖται, ἀντικαθιστώντας τόν προηγούμενον πού ὅριζεν ὅτι διά νά εἶσαι Ἀθηναῖος πολίτης ἀρκεῖ ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο γονέων νά εἶναι Ἀθηναῖος πολίτης καί ὁ ἄλλος βεβαίως Ἕλλην πολίτης. Ὁ Περικλῆς εἶχεν νυμφευθεῖ τήν Ἀσπασία ἡ ὁποία ἦτο Ἑλληνίς ἐκ Μιλήτου. Ἀπέκτησεν παιδιά τά ὁποία δέν ἀνεγνώρισεν ὡς Ἀθηναίους πολίτας, παραμένοντας πιστός εἰς τον νόμον πού ἐθέσπισεν.

Ἰδού ἕνα τμῆμα ἀπό τήν μνημειώδην ἀπάντησιν τῶν Ἀθηναίων πρός τούς Λακεδαιμονίους ὅταν αὐτοί φοβούμενοι μήπως ὑποκύψουν εἰς τούς Πέρσας μετά τόν ὄλεθρον καί τήν καταστροφήν πού ὑπέστησαν αἱ Ἀθῆναι ἀπό τά στήφη τοῦ Μαρδονίου. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως προσδιορίζεται καί ποῖος εἶναι Ἕλλην:

«αὔτις δέ τό Ἑλληνικόν ἐόν ὄμαιμον τέ καί ὁμόγλωσσον, καί Θεῶν ἱδρύματα κοινά καί θυσίαι ἤθεα τέ ὁμότροπα». Δηλ. διότι ἡ Ἑλληνικότης μας, χαρακτηρίζεται ἀπό τό ὄμαιμον, τό ὀμόγλωσσον, τά ἰδρύματα καί αἱ θυσίαι πρός τούς θεούς πού εἶναι ἴδια, ἀλλά καί τά ἤθη καί τά ἔθιμα μας»

Ἐάν τότε κάποιος παρακατιανός καί ξεπεσμένος (ἕλλην) ἀποκτοῦσεν παιδιά μέ μία βάρβαρη, τά παιδιά τά ἀποκαλοῦσαν μιξοβάρβαρα καί δέν τά ἀνεγνώριζον γιά Ἕλληνα.

Καί περνᾶμαι εἰς τά χρόνια τῆς Βασιλευούσης, οἱ λόγιοι καί πνευματικοί ἄνθρωποι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔλεγον:

Θεόδωρος Μετοχίτης: «ἡμῖν οἱ καί τοῦ γένους ἐσμέν καί τῆς γλώσσης αὐτοῖς, τοῖς Ἕλλησι κοινωνοί καί διάδοχοι».

Ἀθανάσιος Λεπενδρήτης: Κύπριος λόγιος, λέγει: «περί πάντων τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐν Κύπρω».

Ἀργυρόπουλος Ἰωάννης, λέγει διά τόν Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνον: «Μέγιστε Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Θεός τῶν Ἑλλήνων ἀνέδειξεν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων».

Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων: «Ἐσμέν Ἕλληνες τό γένος, ὡς ἡ τέ φωνή καί πάτρειος παδεία μαρτυρεῖ.—Τοιούτῳ ἀνδρὶ οὗ μετὰ Πλάτωνα, ἐξηρήσθω δὲ λόγου Ἀριστοτέλης, οὐκ ἔφυσεν(ἐγέννησεν) ἡ Ἑλλάς. Μέγας Ἑλλάδι κόσμος εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον ἐσεῖται»

Γεννάδιος Σχολάριος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως λέγει: «ἡ πατρὶς ἡμῶν Ἑλλὰς» καί διά τούς Ἕλληνας τῆς Πόλεως «πάντων τῶν ἐν τῷ κλίματι τῷδε Ἑλλήνων».

Κολοκοτρώνης: Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο.

Ὁ Τζέϊμς Ἔμερσον εἶναι Ἄγγλος ἀνταποκριτής τῶν <Τάϊμς> τοῦ Λονδίνου τοῦ 1821γράφει : Συναντᾶς παραδείγματα ἀρχαίων ἡθῶν. Σέ κάθε βῆμα βλέπεις κάτι πού σοῦ θυμίζει πῶς βρίσκεσαι εἰς τήν Ἑλλάδα. Ἡ γλῶσσα τά ἔθιμα, ὁ χαρακτῆρας τῶν κατοίκων εἶναι ὅλα τά ἴδια, ὅπως καί τά χρόνια τοῦ Δημεσθένη. Ἀκόμη καί ἡ ἀμφίεση τους δίνει τήν ἐντύπωσιν πῶς δέν ἔχει ἀλλάξει διόλου. Ἔχουν καί τώρα ἀκόμη μακριά κυματιστά μαλλιά, ὁπως καί οἱ καρηκομόωντες τοῦ Ὁμήρου. Ἡ φουστανέλλα ἡ μάχαιρα καί οἱ ὁλοκέντητες περικνημίδες δείχνουν πῶς οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ εὐκνήμιδες Ἀχαιοί.

καρηκομόωντες =χρῶμα μαλλιῶν καρύου, Ὁμηρική λέξις, κάρυον =καρύδι, κόμη =μαλλιά

Πατρίς (ἐκ τοῦ Πατρός) εἶναι ἕνα σύνολον ἰθαγενῶν ἀνθρώπων, κατοικούντων εἰς μίαν ὁρισμένην Γεωγραφικήν περιοχήν, ἐχόντων τό ἴδιον παρελθόν καί ἰδίαν Ἱστορίαν, ὁμιλούντων τήν ἰδίαν γλῶσσαν, συνδεομένων διά κοινῶν ἠθῶν καί ἐθίμων, ἐχόντων τάς ἰδίας προσδοκίας διά τό μέλλον, εἶναι ὁ τόπος πού ἐνεταφιάσθησαν οἱ πρόγονοι των.

Ἔθνος: παράγεται ἀπό τό θέμα Fεθ- καί τό ἐπίθημα -νος. Τό F ὑπέστει σίγησιν καί οὕτως προκύπτει τό εθ –νος. Ἀπό τό εθ- προκύπει τό ἔθω, τό ἐθίζω, τό ἔθος, τό ἔθιμον, τό ἦθος, τό ἔθνος. Ὁ δέ Ἀριστοτέλης μᾶς λέγει: τὸ γὰρ ἦθος ἀπὸ τοῦ ἔθους ἔχει τὴν ἐπωνυμίαν. ἠθικὴ γὰρ καλεῖται διὰ τὸ ἐθίζεσθαι.

Δηλ. Ἡ Πατρίς τῶν Ἑλλήνων ἡ Μητέρα Ἑλλάς ἔχει τά Γεωγραφικά της σύνορα.

Ἐνῶ τό Ἔθνος τῶν Ἑλλήνων εἶναι οἱ ἀπανταχοῦ τοῦ Πλανήτη Γῆ εὐρισκόμενοι Ἕλληνες, οἱ ὀποῖοι ἔχουν κοινά ἤθη καί ἔθιμα, Ἡ διαφορά ἀπό τήν Πατρίδα εὐρίσκεται εἰς τόν Γεωγραφικόν προσδιορισμόν.

Τό F εἶναι τό δικό μας δίγαμμα, τό ὁποῖον ἦτο παρόν εἰς τό Ἐλληνικόν ἀλφάβητον ἀπό τά χρόνια τοῦ Ὁμήρου ἕως καί τό 500 π.Χ περίπου.

Σήμερον μερικά ἄτομα περιορισμένης εὐθύνης, ἐλαστικῆς συνειδήσεως, καί ἐχθρικῶς διακείμενα εἰς τόν Γένος τῶν Ἑλλήνων καί τόν ἙλληνοΧριστιανικόν πολιτισμόν δίδουν μετά χαρᾶς καί ἀπλωχεριάς Ἰθαγένεια εἰς κάθε λαθροεισβολέα. Μετά μανίας ἐπιδιώκουν νά μετατρέψουν τήν Εὐλογημένην Πατρίδα τῶν Ἑλλήνων, τῶν Σοφῶν καί τῶν Ἡρώων, σέ χῶρο μιγάδων. Οἱ δέ λαθροεισβολεῖς εὐχαρίστως ἀποδέχονται νά μεταλλαχθοῦν ἀπό κάτι πού εἶναι, σέ κάτι πού δέν εἶναι προσβάλλοντας οὕτως τό γένος τῶν προγόνων τους. Δικαιώνεται πλήρως ὁ Πλάτων πού εἰς τήν <πολιτείαν> του γράφει: «Ἀλλὰ μὴν πρώτη γε καὶ μεγίστη τῶν χρειῶν ἡ τῆς τροφῆς παρασκευὴ τοῦ εἶναί τε καὶ ζῆν ἕνεκα». 369d. Ἐπειδή δέ ὁ Πλάτων εἶναι Ἑλληνοκεντρικός φιλόσοφος γνωρίζει τήν ποιοτικήν καί πνευματικήν ἀνωτερότητα τῶν Ἑλλήνων, κάμει χήσιν τῆς λέξεως εἶναι, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει μίαν ἄλλην διάστασιν: τήν ὑπερβατικήν, τήν πνευματικήν, τήν ὑπαρξιακήν ὑπόστασιν μας. Εἶναι: ἀπαρέμφατον τοῦ ρήματος εἰμί=εἶμαι, ὑπάρχω. Αὐτήν τήν φράσιν ἐάν τήν ἔλεγον ἀλλοεθνεῖς θά χρησιμοποιούσαν μόνον τήν λέξιν ζεῖν, καθ’ὅτι τό εἶναι, δ’αὐτούς εἶναι ἀνύπαρκτον.

Εἰς τό χέρι μας εἶναι νά μήν ἐπιτρέψωμεν νά μετατραπῆ ἡ Πατρίδα μας εἰς χῶρον μιγάδων . Οὕτως θά ἀποδώσωμεν τάς δέουσας καί πρέπουσας τιμάς εἰς τούς προγόνους μας, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν ποτάμια αἵματος διά νά ποτίσουν τό δένδρον τῆς Ἐλευθερίας, παραδίδοντας εἰς ἐμᾶς Πατρίδαν Ἐλευθέραν καί μέ Ἀρετάς.

ΖΗΤΩ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια :