Ένα άγνωστο στους πολλούς ανεκτίμητο ιστορικό τεκμήριο






 Ένα άγνωστο στους πολλούς ανεκτίμητο ιστορικό τεκμήριο, με ευθεία αναφορά στην Εθνική Παλιγγενεσία, αποκαλύπτεται για πρώτη φορά μέσω της έρευνάς μας ενώπιον του μεγάλου κοινού. Πρόκειται για εντυπωσιακή υδατογραφία του Γάλλου αξιωματικού και ζωγράφου Theodore Leblanc (Τεοντόρ Λεμπλάν), ο οποίος παρέμεινε στην Ελλάδα την τριετία 1828 – 1831. 

Όπως είναι γνωστό στους "μυημένους", κινήθηκε αυτόνομα (ως άτυπος στρατιωτικός Ακόλουθος της εποχής) συνοδεύοντας το Γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα, των περίπου 15.000 ανδρών,  του Στρατηγού Maison (Μεζόν) στον Μοριά, καταγράφοντας παράλληλα πρόσωπα και καταστάσεις της Ελληνικής Επανάστασης.

Η παρθενική παρουσίαση αυτού του σπάνιου πίνακα – που είναι μία πρώιμη απόπειρα εικονογράφησης των στρατοπεδευμένων ημι-άτακτων στρατευμάτων του τέλους της Επανάστασης του 1821 υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – έγινε στο εξειδικευμένο περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», τον Απρίλιο του 2018!

Ο εντοπισμός του ανέκδοτου μέχρι τότε και σπουδαίου ευρήματος της νεοελληνικής ιστορίας είναι αποτέλεσμα γόνιμης περιήγησης στα πολυδαίδαλα ψηφιακά μονοπάτια. 

Η παρατηρητική ματιά του φίλου και ιστορικού ερευνητή, Νίκου Σοφιανίδη, ανακάλυψε την πολύτιμη για τον Ελληνισμό και την επιστημονική κοινότητα εικονογραφημένη μαρτυρία Leblanc για την ύστερη φάση της ελληνικής επαναστατικής περιόδου στο σπουδαίο Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ, απόφοιτος του οποίου ήταν ο διακεκριμένος γιατρός και φιλέλληνας Samuel Howe!

Εκεί, όπου εδράζεται η συλλογή: «The Anne SK Brown military Collection» - η πλέον εκτεταμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες – (κατόπιν και της «διασταυρωματικής» συμμετοχής του υπογράφοντος) διακρίναμε με κατάπληξη τον εν λόγω σπάνιο πίνακα του Γάλλου στρατιωτικού και ζωγράφου. 

Το εμβληματικό έργο του Theodore Leblanc έχει τίτλο: «Έλληνες Στρατιώτες κατά την διάρκεια των Εξεγέρσεων του 1829».

Η μοναδικότητα του ιστορικού καλλιτεχνήματος έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά προσωποποιείται σε τόσο ευρεία εικαστική κλίμακα ένα πλήθος ανώνυμων Ελλήνων πολεμιστών, που σήκωσε το βάρος του αγώνα της Ανεξαρτησίας, να πλαισιώνει τους ξακουστούς οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη και Νικηταρά. 

Επιπλέον, ο Γάλλος αξιωματικός και δημιουργός είναι αυτόπτης μάρτυρας των δρώμενων της Επανάστασης. 

Μέχρι τώρα,  υπήρχαν απεικονίσεις μόνο ολιγάριθμων μαχητών και μεμονωμένων επώνυμων πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων του 1821.

Η ζωγραφική γραφίδα του Leblanc στην συγκεκριμένη υδατογραφία αποδίδει με «ζωντανό» τρόπο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μορφής εκατοντάδων ανώνυμων αγωνιστών. Δεν είναι υπερβολή να αναφέρουμε ότι μέσα από τον πίνακα μας αποκαλύπτεται ο Άγνωστος Στρατιώτης του 1821! 

Μια προσεκτική ανάγνωση από επιστήμονες διάφορων ειδικοτήτων με λαογραφικά, ανθρωπολογικά, πολιτιστικά και ενδυματολογικά κριτήρια ενδέχεται να φωτίσει νέα ονόματα των σταυραετών της Λευτεριάς και να φανερώσει αθέατους πρωταγωνιστές της Ελληνικής Εθνεγερσίας, με αφορμή τον εορτασμό της συμπλήρωσης 200 χρόνων από την έναρξή της.

Περιγραφή του έργου.

Το ξεχωριστό αυτό έργο αποτελεί υδατογραφία σε χαρτί διαστάσεων 75,8 cm X 33,4 cm και φέρει την υπογραφή του Leblanc, έχοντας ταυτόχρονα προσκολλημένη επιγραφή με την χρονολογία και τον τίτλο του ιστορικού δημιουργήματος. Διακρίνεται για την εκ του φυσικού ρεαλιστική απεικόνιση του τοπίου και την ζωηρή συνολική αποτύπωση των μορφών.

Η πληθώρα των λεπτομερειών κόβει την ανάσα!  Χαρακτηριστικό όσο και συγκινητικό παράδειγμα είναι η φιγούρα του εμφανώς λιμοκτονούντος σκύλου, η σκελετώδης μορφή του οποίου «αναδεικνύει» την κατάσταση ερήμωσης, που είχε περιέλθει η Ελλάδα της Επανάστασης, ως συνέπεια της εμφύλιας διαμάχης και της καταστροφικής επέλασης του εξ Αιγύπτου, Ιμπραήμ. 

Πέρα από την εύκολα διακρινόμενη επιβλητική φυσιογνωμία του Γέρου του Μοριά, με τις γνώριμες λεοντοκεφαλές στους ώμους – του οποίου η ηγετική παρουσία τονίζεται από την χειρονομία του – γύρω του εμφανίζεται ένας κύκλος προσώπων, που τα μορφολογικά και ενδυματολογικά τους δεδομένα μάς οδηγούν στα… ίχνη της ταυτότητάς τους!

Έτσι, ο αγωνιστής με τον πομπώδη κεφαλόδεσμο αντίκρυ από τον Κολοκοτρώνη παραπέμπει στον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον επιλεγόμενο Νικηταρά τον Τουρκοφάγο. 

Ο, δε, πολεμιστής με το διακριτό μακρύ τσιμπούκι πιθανολογείται πως αντιπροσωπεύει τον Κίτσο Τζαβέλα. 

Στην ίδια ομάδα, εντυπωσιάζει ο απεικονιζόμενος, με την πλάτη, άγνωστος μαχητής με τις «πλούσιες πινελιές» της πολεμικής φορεσιάς του. 

Η τελευταία, μάς υπενθυμίζει την αντίστοιχη, που υιοθετήθηκε από τους ενταχθέντες αγωνιστές στην Φάλαγγα, την δημιουργηθείσα επί Όθωνος. 

Αυτή, μάλιστα, η ενδυμασία είναι και σήμερα η επίσημη στολή των Αξιωματικών της Προεδρικής Φρουράς.

Στο χώρο στρατοπέδευσης των επαναστατημένων Ελλήνων δίνει το "παρών" και ο Ιερός Κλήρος! Στο αριστερό άκρο της υδατογραφίας αχνά δηλώνεται η παρουσία ενός Ιεράρχη, με εμφανές το πρόσωπο και την Μίτρα, πίσω ακριβώς από τον πολεμιστή με το μακρύ τσιμπούκι. Δεξιά, σ' έναν όμιλο καθισμένων πολεμιστών ξεχωρίζει η φιγούρα ενός κατάκοπου κληρικού με τα ράσα του. Στον ίδιο όμιλο, η εικόνα του πολεμιστή σε στάση οκλαδόν, που γέρνει υπό το βάρος των σκέψεων και την κούραση από τον πολύχρονο αγώνα, προκαλεί αίσθηση. Στο δεξί άκρο της εικόνας το άτακτο ελληνικό ιππικό του Χατζηχρήστου ( κάνει εμφατικά την εμφάνισή του. Παρατηρούμε, επίσης, στα συγκεντρωμένα Ελληνικά στρατεύματα στοιχεία υποτυπώδους τακτικής οργάνωσης και πειθαρχίας, εντύπωση που ενισχύεται από την αυξημένη παρουσία πολεμικών σημαιών.

Μία εξέλιξη η οποία υπαγορεύτηκε από την απόφαση του Ιωάννη Καποδίστρια, αμέσως μετά την άφιξή του στην χώρα για ένταξη των ατάκτων στρατευμάτων σε οκτώ Χιλιαρχίες, κάτι που σκιαγραφεί εύστοχα στο χαρτί ο σύγχρονος των γεγονότων Leblanc (Λεμπλάν).

Στα αξιομνημόνευτα της σύνθεσης καταγράφεται η μαζική παρουσία καμηλών, ίσως σε ρόλο μεταγωγικών. Ακόμη, αξίζει ν’ αναφερθεί και η «εξωτική» ύπαρξη έγχρωμου στρατιώτη με φουστανέλα! (Σ.σ.: στο κέντρο δεξιά της υδατογραφίας). Μήπως είναι λιποτάκτης του στρατού του Ιμπραήμ, που αυτομόλησε στις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις; 

Σε κάποιους αναγνώστες πιθανόν να θυμίζει τον Αιγύπτιο, Χρήστο τον Αράπη, που πολέμησε με Έλληνες του 1821 (εκτός του Εμφυλίου) όπως ισχυρίζονται μελετητές, μεταξύ των οποίων ο ιστοριοδίφης, Σταύρος Βουδούκης.

Τόπος και Χρόνος.

Ο ακριβής προσδιορισμός του χωροχρόνου αποδεικνύεται μία δύσκολη διαδικασία. Γνωρίζοντας, πάντως, ότι ο Κολοκοτρώνης προχώρησε σε διάλυση του στρατοπέδου του με τον ερχομό του κυβερνήτη Καποδίστρια (Ιανουάριος 1828) και σε συνδυασμό με τα διαθέσιμα στοιχεία, αλλά και την χρονική διαδρομή του καλλιτέχνη στον Ελλαδικό χώρο, προσανατολιζόμαστε στην διατύπωση δύο υποθέσεων ως προς τα διαδραματιζόμενα επί του έργου:

α) Τον Μάϊο του 1828, η τουρκαλβανική φρουρά της Μεθώνης (δύο με τρεις χιλιάδες) διαφωνώντας σφοδρά με τον Ιμπραήμ ως προς την συνέχιση του πολέμου, συμφώνησε με τους Έλληνες και τον Κολοκοτρώνη για την ασφαλή απομάκρυνσή της από την Πελοπόννησο.

Με την συνοδεία ελληνικών στρατευμάτων υπό τους Θ. Κολοκοτρώνη και Αυγουστίνο Καποδίστρια διέβη από τον κάμπο της Καρύταινας και μέσω Τρίπολης, Αχλαδόκαμπου, Αγ. Γεωργίου Κορίνθου έφτασε στο Λουτράκι, όπου προστέθηκε στην ελληνική συνοδεία και ο Δημήτριος Υψηλάντης. Παράλληλα, γαλλική κορβέτα επιτηρούσε την μετακίνηση των Τουρκαλβανών. 

Τελικά, δια μέσω Πατρών κατέληξαν στα Ιωάννινα.

β) Τον Απρίλιο του 1829 εκδηλώθηκε άρνηση καταβολής φόρου στις περιοχές Καρύταινας, Αλωνίσταινας και Αρκουδορέμματος. 

Ο Κολοκοτρώνης προκειμένου να μην εξελιχθεί η άρνηση του ντόπιου πληθυσμού σε ανταρσία εισηγήθηκε στον Καποδίστρια την αποστολή Στρατευμάτων. 

Τρεις Χιλιαρχίες ημι-άτακτων Στρατευμάτων πέρασαν από την Δυτική Ελλάδα στην Πάτρα, οι δύο από αυτές, με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Κώστα Βλαχόπουλο. 

Η Χιλιαρχία του τελευταίου διατάχτηκε από τον Κολοκοτρώνη να παραμείνει στην Γαστούνη, η τρίτη να μετακινηθεί στα Τριπόταμα – ανάμεσα σε Καλάβρυτα, Καρύταινα και Γαστούνη – ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης συνόδευσε τον Τζαβέλα και την Χιλιαρχία του στην Αλωνίσταινα και το Αρκουδόρεμμα. 

Η όλη δράση καταστολής έλαβε τέλος τον Ιούλιο του 1829.

Η δεύτερη εκδοχή φαντάζει επικρατέστερη και λόγω της χρονολόγησης (1829) που δίνει ο καλλιτέχνης στο έργο του. 

Εφόσον σ’ ένα επόμενο στάδιο βαθύτερης αξιολογικής προσέγγισης ταυτοποιηθεί στον πίνακα η παρουσία του Τζαβέλα, τότε επαληθεύεται με σχετική ασφάλεια η δεύτερη εκδοχή.

Του Ζαχαρία Π. Γεωργούση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :