Sigiriya, το φρούριο του λιονταριού στη Σρι Λάνκα








Κατασκευασμένο στην κορυφή ενός βράχου που ξεπροβάλει εντυπωσιακά πάνω από τα δάση της κεντρικής Σρι Λάνκα, το φρούριο της Sigiriya είναι τόσο επιβλητικό στις μέρες μας όσο πρέπει να ήταν και όταν χτίστηκε για πρώτη φορά από έναν άγριο βασιλιά τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. Sigiriya σημαίνει το «λιοντάρι του βράχου», ορίστηκε ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO το 1982 και έχει κανείς πρόσβαση μέσω των διαδρόμων που έχουν λαξευτεί στο βράχο ανάμεσα σε ένα μνημειώδες ζευγάρι ποδιών λιονταριού.


Το γύρω δάσος σύντομα “κατάπιε” το φρούριο και οι μόνοι που γνώριζαν για την ύπαρξη του ήταν οι ντόπιοι χωρικοί! Οι ευρωπαίοι αναζητήσαν το αρχαίο χώρο αφού πληροφορήθηκαν γι’ αυτό από βουδιστικά κείμενα. Οι Βρετανοί ιστορικοί ήταν αυτοί που το ανακάλυψαν τελικά τον 19ο αιώνα βρίσκοντας τα εκπληκτικά του κτίρια και τοιχογραφίες.


Η Sigiriya χτίστηκε από τον βασιλιά Kashyapa I τον 5ου αιώνα, ο οποίος κυβέρνησε την εγγενή δυναστεία των Σινχάλων, τους Moriya. Το επιβλητικό φρούριο ήταν η πρωτεύουσα του βασιλείου των Σινχάλων έως ότου ο Kashyapa ηττήθηκε το 495 μ.Χ.


Μετά τον Kashyapa, δυναστείες ανέβηκαν και παράκμασαν, με τις περιουσίες τους να εξανεμίζονται από εσωτερικούς αγώνες εξουσίας και συγκρούσεις μεταξύ ντόπιων Σινχαλέζων και εξωτερικών εισβολέων από την Ινδία.



Διάφορες πόλεις ανέλαβαν χρέη πρωτεύουσας μετά τη Sigiriya, όπως η Polonnaruwa. Μέχρι τον 12ο αιώνα, ωστόσο, ο συνολικός έλεγχος της Σρι Λάνκα εξασθενούσε σταδιακά. Η ισχύς των Σινχαλέζων υποχώρησε στα νοτιοδυτικά του νησιού, εγκαταλείποντας την περιοχή Ρατζαράτα. Τα πρώην διοικητικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένης της Σιγκιρίγια, άρχισαν να αχρηστεύονται.


Η θέση της Σρι Λάνκα στον Ινδικό Ωκεανό την έκανε ευάλωτη στους Ευρωπαίους που ήθελαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1500 οι Πορτογάλοι είχαν εκμεταλλευτεί πλήρως τις εντάσεις των δυναστειών της Σρι Λάνκα και είχαν ελέγξει μεγάλο μέρος του νησιού.
Έναν αιώνα αργότερα οι Ολλανδοί αντικατέστησαν τους Πορτογάλους ως αποικιακοί κυρίαρχοι, και με τη σειρά τους εκτοπίστηκαν από τους Βρετανούς στα τέλη του 1700. Μέχρι το 1815, το Βασίλειο του Kandy, το τελευταίο ανεξάρτητο, αυτόχθονο κράτος στο νησί, έγινε μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.


Η βρετανική αυτοκρατορική κυριαρχία έφερε τον δημόσιο υπάλληλο Τζορτζ Τέρνορ στο νησί. Ήταν ένας αριστοκράτης, λόγιος και παθιασμένος ιστορικός και συνεργάστηκε με έναν βουδιστή μοναχό για να μεταφράσει ένα αρχαίο χρονικό του 5ου αιώνα, το Mahavamsa, από τη γλώσσα Pali της Σρι Λάνκα στα Αγγλικά. Με βάση αυτό και άλλα κείμενα, εντόπισε δύο αρχαίες πρωτεύουσες: την Anuradhapura και Polonnaruwa.


Ο Turnour μελέτησε επίσης ένα μεταγενέστερο χρονικό της ιστορίας της Σρι Λάνκα, το Culavamsa, το οποίο αφηγούταν την ιστορία του βασιλιά Kashyapa. Στα τέλη του πέμπτου αιώνα, ο Kashyapa, πρίγκιπας ακόμα, σκότωσε τον πατέρα του, τον Βασιλιά Ντατούσενα, και κατέλαβε το θρόνο, σφετερίζοντας τον αδερφό του, ο οποίος κατέφυγε στην Ινδία. Φοβούμενος αντίποινα, έχτισε το φρούριο Sigiriya – αλλά μάταια: ο αδερφός του επέστρεψε, νικώντας τον Kashyapa και η Sigiriya έχασε τη σύντομη θέση της ως πρωτεύουσα.


Το 1827 ένας Σκωτσέζος αξιωματικός, ο Τζόναθαν Φορμπς, έγινε φίλος με τον Τούρνουρ, και όταν άκουσε την ιστορία του Kashyapa και του παλατιού του, αποφάσισε να το ψάξει. Το 1831 ξεκίνησε εκεί όπου οι ντόπιοι του είπαν ότι θα βρει τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης.


Στα απομνημονεύματά του, “11 χρόνια στην Κεϋλάνη“, περιγράφει το βράχο του Sirigi (λάθος) και το απέραντο δάσος της γύρω πεδιάδας. Καθώς πλησίαζε, μπορούσε να δει πλατφόρμες και τοιχογραφίες λαξευμένες στο βράχο. Μάλιστα δύο από την ομάδα του κατάφεραν να σκαρφαλώσουν, αλλά τα απόκρυμνα και ασταθή βράχια εμπόδισαν την περαιτέρω εξερεύνηση.
Δεν ήταν σίγουρος αν είχε βρει τελικά τη Σιγκιρίγια που αναφερόταν στα βουδιστικά κείμενα, κι έτσι εγκατέλειψε την αποστολή. Επέστρεψε μερικά χρόνια αργότερα και εντόπισε την τάφρο που περιβάλλει τους κήπους στους πρόποδες του βράχου! Αμφισβήτησε μάλιστα ότι το όνομα Sigiriya σχετίζεται με λιοντάρια, καθώς δεν είχε δει τίποτα που να υποστηρίζει αυτή την ετυμολογία.

Οι τοιχογραφίες της Σιγκιρίγια



Οι Βρετανοί ορειβάτες τελικά έφτασαν στην κορυφή το 1851, αλλά την επιθεώρησης του χώρου ανατέθηκε στον Αρχαιολογικό Επίτροπο της Κεϋλάνης, Harry C.P. Bell. Η έρευνά του στα τέλη του 19ου αιώνα αποτελεί τη βάση όλων των μελετών που ακολούθησαν.
Ο Bell διαπίστωσε τη φανταστική διαρρύθμιση της πόλης του Kashyapa, καθώς και την υπέροχη γλυπτική των ποδιών του λιονταριού στην είσοδο, την οποία o Forbes δεν μπορούσε να δει.
Εκτός από τους περίπλοκους υδάτινους κήπους στους πρόποδες του βράχου, η έρευνα του Bell επικεντρώθηκε στις στοές του βράχου που ήταν διακοσμημένες με υπέροχες τοιχογραφίες και θεωρούνται σήμερα τα πιο πολύτιμα αντικείμενα της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της Σρι Λάνκα. Συνολικά 21 τοιχογραφίες σώθηκαν και απεικονίζουν apsara (θηλυκά πνεύματα των σύννεφων), ουράνιους χορευτές και τραγουδιστές.
Στους τοίχους του βράχου, υπάρχουν πάνω από 1.000 αντικείμενα γκράφιτι, χαραγμένα από μοναχούς και προσκυνητές που επισκέφτηκαν την τοποθεσία τον 8ο έως τον 13ο αιώνα.



«Στη Σιγκιρίγια, με άφθονο μεγαλείο, που βρίσκεται στο νησί της Σρι Λάνκα, είδαμε, με χαρούμενη διάθεση, τον βράχο που αιχμαλωτίζει το μυαλό όλων των ανθρώπων που έρχονται εδώ».


Bonus Facts

Ο Kashyapa στην μάχη ενάντια στον αδερφό του και νόμιμο διεκδικητή του θρόνου καβαλούσε έναν ελέφαντα. Στην προσπάθεια του να λάβει καλύτερη θέση μάχης, έδωσε λάθος μήνυμα στους στρατιώτες του ότι πρόκειται να εγκαταλείψει την μάχη και έτσι έμεινε απροστάτευτος. Δεν ήθελε να αιχμαλωτιστεί κι έτσι με ένα μαχαίρι αυτοκτόνησε.
Οι τοιχογραφίες απεικονίζουν γυμνόστηθες γυναίκες με αρκετούς να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για γυναίκες και παλακίδες του βασιλιά. Αλλά υπάρχουν κι άλλες θεωρείες (εναλλακτικές μορφές της θεότητας του έρωτα αλλά και ιέρειες κατά την διάρκεια τελετής). Τα χρώματα είναι αρκετά ζωντανά, ενω Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι δεσπόζουσες μορφές είναι γυμνόστηθες, ενώ οι δευτερεύουσες έχουν καλυμμένα τα στήθη.
Στο παλάτι υπάρχει ένας λείος τοίχος ο οποίος σύμφωνα με την παράδοση γυαλιζόταν κάθε τόσο ώστε ο βασιλιάς να μπορεί να βλέπει το είδωλό του σε αυτόν. Σήμερα, δυστυχώς, μέρος του τοίχου είναι γεμάτο με επιγραφές που έχουν αφήσει οι διάφοροι επισκέπτες του χώρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια :