Translate the article and read it to your Language

Ο α-εθνικός δικαιωματισμός της κυρίας Προέδρου






 Με τη νέα χρονιά, που έχει έναν έντονο συμβολισμό για εμάς τους Έλληνες λόγω της συμπλήρωσης των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, αρθρογράφησε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Δεν θα μείνουμε σε ένα ζήτημα που ήδη έχει θιγεί στον δημόσιο λόγο, για το αν εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρέπει να αρθρογραφεί σε μια εφημερίδα, ή αν η γραπτή παρέμβαση πρέπει να στέλνεται σε όλες τις εφημερίδες, αν και φρονούμε ότι είναι ορθότερο το δεύτερο.


Το άρθρο, όμως, έχει ενδιαφέροντα σημεία που αποτυπώνουν ταυτοτικά χαρακτηριστικά των προσεγγίσεων της κας Σακελλαροπούλου, αλλά και κατευθύνσεων που συμπυκνώνονται στον κορυφαίο πολιτειακό θεσμό της Ελληνικής Δημοκρατίας. Πριν από έναν περίπου χρόνο και εν όψει της εκλογής της, κατόπιν της σχετικής πρότασης του Πρωθυπουργού, είχαμε επιχειρήσει να αποτυπώσουμε στο SLpress ορισμένα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης πρότασης-υποψηφιότητας και της λογικής που αυτή εμπεριέχει.


Ολοκληρώνοντας το άρθρο και χρησιμοποιώντας την αναλυτική έννοια της "εστίας ενιαίου κόμματος" του Νίκου Πουλαντζά, τονίζοντας την κατίσχυση του πόλου της εξάρτησης έναντι του πόλου της ανεξαρτησίας, σημειώναμε: «Η μεταμνημονιακή "κεντρώα" κανονικότητα, πράγματι, στο συμβολικό επίπεδο, στο κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα, απαιτεί ένα πρόσωπο εκσυγχρονιστικής προέλευσης, της μετά το 1996 κεντροαριστεράς, χωρίς ταλαντεύσεις. Άλλωστε αυτός είναι ο σκληρός ιδεολογικο-πολιτικός και οργανωτικός πυρήνας της εγχώριας εστίας ενιαίου κόμματος.


»Η επερχόμενη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διαπρεπής και εξαιρετικά καταρτισμένη νομικός, όπως άλλωστε και ο προκάτοχός της, με την έμπρακτη στάση και τοποθέτησή της σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά την μνημονιακή περίοδο, πληροί τα κριτήρια και δείχνει να απολαμβάνει μιας ευρύτερης διακομματικής αποδοχής. Αποτυπώνει σε κορυφαίο επίπεδο τις ισορροπίες, τις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις του σημερινού συστήματος εξουσίας, της εστίας "ενιαίου κόμματος" στις σύγχρονες συνθήκες».


Η απουσία του 1821 και η "τυραννία της πλειοψηφίας"

Και πράγματι η Πρόεδρος με την παρέμβασή της αποτυπώνει αυτήν τη διακομματική ισορροπία, που είναι η κατεύθυνση της πολιτικο-κοινωνικής ελίτ της χώρας και του κράτους, της εστίας ενιαίου κόμματος, που εσωτερικεύει-συναρθρώνει τον κυρίαρχο, ίσως και ηγεμονικό, πόλο της εξάρτησης. Παρότι στην πρώτη της γραπτή παρέμβαση τη νέα χρονιά, που αποτελεί ορόσημο λόγω της συμπλήρωσης των 200 χρόνων από την έναρξη του αγώνα για την Παλιγγενεσία, επιλέγει να μην αναφερθεί σ’ αυτό το γεγονός. Δια παραλείψεως. Όπως γράφει ο μεγάλος Αλεξανδρινός «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται». Από τα παραλειπόμενα, περνάμε στα λεχθέντα.


Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ξεκινά την παρέμβασή της με μία ιστορική αναφορά-αναδρομή στη σχέση δημοκρατίας-δικαιωμάτων, ανάγοντας την μεταπολεμική περιεκτική αντίληψη για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, στην εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων και τη ναζιστική θηριωδία. Με αυτόν τον τρόπο, ορθά, θωρακίζει τις μειοψηφίες απέναντι στην "τυραννία της πλειοψηφίας". Με το σχήμα "τυραννία της πλειοψηφίας", όμως, προβαίνει σ’ έναν άρρητο ιστορικό ετεροχρονισμό, ο οποίος δεν είναι αθώος, αλλά απορρέει από συγκεκριμένη θεωρία, που αποτυπώνει πολιτικό σχέδιο.


Η έννοια "τυραννία της πλειοψηφίας" δεν έχει σχέση με το μεταπολεμικό κράτος δικαίου, που πράγματι υλοποίησε στην πράξη και θεσμοποίησε και στο ανώτατο συνταγματικό επίπεδο των (δυτικών) εθνών-κρατών το σύνολο των δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά). Το μεταπολεμικό κράτος δικαίου, στο οποίο αναφέρεται η Πρόεδρος της Δημοκρατίας και αφορά την εμπειρία της δυτικής Ευρώπης είναι το κοινωνικό κράτος δικαίου, με την καθολική ή κορπορατίστικη μορφή του (κατά Esping-Andersen).


Πρόκειται για τον δυναμικό συμβιβασμό μεταξύ καπιταλισμού-δημοκρατίας και των μεγάλων πολιτικών σχηματισμών (σοσιαλδημοκρατίας-χριστιανοδημοκρατίας) από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, μέχρι τα μέσα-τέλη της δεκαετίας του 1970. Στο ρυθμιστικό αυτό πλαίσιο λειτούργησε η δικαστική εξουσία ως εγγυητική δύναμη έμπρακτης προστασίας των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των πολιτών στις μεταξύ τους σχέσεις και έναντι του κράτους, των μειοψηφιών-μειονοτήτων κλπ.


Πως εννοεί η Πρόεδρος την "τυραννία της πλειοψηφίας"

Η έννοια "τυραννία της πλειοψηφίας", κλασικό σχήμα της Πολιτικής Επιστήμης, έχει διαφορετική γενεαλογία. Αναφέρεται από τον Γάλλο Αλέξις ντε Τοκβίλ στο σύγγραμμά του "Η Δημοκρατία στην Αμερική" στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο Τοκβίλ είναι πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην τότε είσοδο των μαζών στον πολιτικό ανταγωνισμό, ιδίως με τη διεκδίκηση του καθολικού δικαιώματος ψήφου.


Θεωρούσε ότι οι μάζες έχουν μια ροπή προς την ισότητα σε βάρος της ελευθερίας, την εξισωτική υποτέλεια, όπως αναφέρει, ή την "ανελεύθερη δημοκρατία" σύμφωνα με την ορολογία που υιοθετεί η Πρόεδρος. Ο Τοκβίλ, δηλαδή, λόγω καταγωγής και χώρα προέλευσης, αλλά και υποδοχής, με το σχήμα της "τυραννίας της πλειοψηφίας" που ουσιαστικά εισάγει, τοποθετείται από σκεπτικιστικά έως αρνητικά απέναντι στη ριζοσπαστική-δημοκρατική εκδοχή της νεωτερικότητας.


Η δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας χρησιμοποιεί τον όρο "λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας", από την οπτική ενός φιλελεύθερου συντηρητισμού. Η συγκεκριμένη αναφορά μας δεν είναι σχολαστικισμός. Η "τυραννία της πλειοψηφίας" αναβίωσε διεθνώς στον δημόσιο λόγο τα τελευταία 30-40 χρόνια. Αυτό έγινε μέσα από μία νεοτοκβιλιανή θεώρηση της "Κοινωνίας Πολιτών" απέναντι στην ειδικότερη λειτουργία του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και την εξισωτική λαϊκιστικού χαρακτήρα δυναμική του, σε συνθήκες υποβάθμισης της εθνοκρατικής κεϋνσιανής ρύθμισης. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας χρησιμοποιεί αρνητικά τον όρο "εθνοκεντρικό προστατευτισμό".


Αυτή όμως η υποβάθμιση της εθνοκρατικής κεϋνσιανής ρύθμισης γίνεται υπέρ μιας υπερεθνικής νεοφιλελεύθερης ρύθμισης στο πλαίσιο της διεθνοποίησης των διαδικασιών καπιταλιστικής συσσώρευσης. Πρόκειται για μια θεώρηση ηγεμονική στις δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης κεντροδεξιάς και της νέας σοσιαλδημοκρατίας, που επηρέασε την εξέλιξη των κοινωνικών-θεωρητικών επιστημών (νομική, οικονομία, πολιτική κοινωνιολογία, ιστορία κ.α.).


Τι απέκρυψε η κα Σακελλαροπούλου

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρεται μάλλον ουδέτερα στο ζήτημα της αλληλεγγύης της ΕΕ στο μεταναστευτικό-προσφυγικό, χρησιμοποιώντας το ρήμα "δοκιμάστηκε". Επίσης, κάνει λόγο για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, χωρίς όμως αναπτυξιακό-κοινωνικό πρόσημο. Αποφεύγει, όμως, να αναφερθεί στη διαρκή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών δικαιωμάτων.


Δεν αναφέρεται στα θέματα των λεγόμενων υλιστικών αξιών, το κλασικό κοινωνικό ζήτημα δηλαδή, κάνοντας λόγο γενικώς και αορίστως για "παροχικά δικαιώματα" που η οικονομική κρίση τα έπληξε. Αυτά είναι όμως τα ζητήματα που ενισχύουν τα ευρωσκεπτικιστικά ρεύματα, τα οποία η Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταδικάζει.


Ενώ η Πρόεδρος επιλέγει να αναφερθεί στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την ΕΕ, δεν κάνει έστω μία νύξη για το κραυγαλέο δημοκρατικό έλλειμμα που διέπει τη λειτουργία της γραφειοκρατίας της ΕΕ. Πρόκειται για θεσμικό υπερκρατικό αυταρχισμό που έχει επισημανθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, που καταγράφεται σχεδόν σε όλα τα δημοψηφίσματα των τελευταίων 30 χρόνων.


Πρόκειται για μια δημοκρατική-κοινωνική σύγκρουση –ουσιαστικά με εθνικές μορφές– ανάμεσα στις ροές του κεφαλαίου, τους οικονομικούς καταναγκασμούς που αυτές συνεπάγονται και τους χώρους όπου αναπαράγονται ζωντανές κοινότητες, η εδαφική λογική της εργασίας, σύμφωνα με μια περιεκτική διατύπωση του Χάρβεϋ.


Οι παραλείψεις και τα φάουλ της Προέδρου

Ο ανθρωπισμός της Ευρώπης, στον οποίο κάνει μνεία η Πρόεδρος, εφόσον η ΕΕ επιθυμεί να συγκροτηθεί σε Ένωση δημοκρατίας και Δικαίου, κρίνεται στην Ανατολική Μεσόγειο στην αντιμετώπιση του τουρκικού προβλήματος στις ποικίλες διαστάσεις του, στο "Νέο Ανατολικό Ζήτημα" σύμφωνα με τη διατύπωση του Μιχάλη Χαραλαμπίδη. Ως τέτοιο πρέπει να εισαχθεί από την ελληνική πλευρά στη διεθνή και ευρωπαϊκή ατζέντα και μάλλον θα βρει συνομιλητές. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ιστορικά απέτυχε να το κάνει και δείχνει να μην το κατανοεί.


Το άρθρο της Προέδρου, τόσο με τις παραλείψεις, όσο και με τα σχετικά μοτίβα ("τυραννία της πλειοψηφίας", "εθνοκεντρικός προστατευτισμός", "λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας" κλπ), αλλά και ως γραμμή, αποτελεί σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αποεθνικοποιημένη Δεξιά, στη μεταεθνική Αριστερά και στην αποεδαφοποιημένη κοινωνική ελίτ της χώρας.


Αυτές είναι κυρίαρχες πολιτικο-διανοητικές και κοινωνικές τάσεις, της εκδοχής ενός "συστήματος χώρα" χωρίς έθνος, λαό-δήμο, ιστορία, χρόνο, τόπο, ουσία-κίνηση, στιγμή-διαδικασία, δομές-δράσεις. Είδαμε, εξάλλου, ότι δεν επιλέγει να αναφερθεί ευθέως στην ελληνική εμπειρία, παρά μόνον στο τέλος του άρθρου για το ΕΣΥ και πάλι αντιφατικά και αμφίσημα. Είναι και ζήτημα εκπαίδευσης συγκεκριμένης κατεύθυνσης.


Ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν επιχειρούσε να οριοθετήσει το ΠΑΣΟΚ ιδεολογικο-πολιτικά το 1977, σημείωνε: «Γενικώτερα, για να εδραιωθεί το εξαρτημένο κράτος, τα μητροπολιτικά κέντρα πρέπει να ελέγχουν τους μηχανισμούς επιλογής κρατικών λειτουργών στις περιθωριακές χώρες. Μέχρι τώρα στην Ελλάδα ο μηχανισμός επιλογής λειτουργούσε με βάση την "εθνικοφροσύνη". Έτσι δομήθηκε το γνωστό εξαρτημένο κράτος της δεξιάς.


»Με τη "λήθη" του παρελθόντος –όταν έρθει αυτή η ώρα– και με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ –εφόσον πραγματοποιηθεί– η "εθνικοφροσύνη" θα αντικατασταθεί σιγά-σιγά από την "τεχνοκρατία". Στα πλαίσια εισηγμένων πρότυπων από το εξωτερικό και με τη διαμόρφωση "αντικειμενικών" κριτηρίων τόσο για την επιλογή, όσο και για την εκπαίδευση των κρατικών λειτουργών, θα προωθηθεί η στελέχωση του κράτους από "ευρωπαϊστές" Έλληνες, που με την νοοτροπία τους και την μέθοδο δουλειάς που διδαχθήκανε, θα κρίνουν κάθε θέμα με βάση το συμφέρον του ευρύτερου χώρου στον οποίο "ανήκει" η Ελλάδα, το συμφέρον δηλαδή της Δύσης κι όχι με κριτήρια "τοπικιστικά", δηλαδή ελληνικά».

Ασημακόπουλος Βασίλης

https://slpress.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια :