Translate the article and read it to your Language

Οι τρείς φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος, άλλαξαν την παγκόσμια και την Ελληνική ιστορία.








Γράφει ο Άγγελος-Ευάγγελος Φ. Γιαννόπουλος και ο Λάμπρος Κ. Σκόντζος.

Άγγελος-Ευάγγελος Φ. Γιαννόπουλος :









Oι Άγιοι πατέρες Βασίλειος, Γρηγόριος, και Χρυσόστομος, μετά τους Ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη, άλλαξαν την παγκόσμια ιστορία.





Οι Τρεις Ιεράρχες διέσωσαν ότι πολύτιμο είχε δημιουργήσει η ανθρώπινη σοφία, των αρχαίων Ελλήνων επιστημόνων, συνδυάζοντας το πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού, με την διδασκαλία του Χριστού.
Οι κορυφαίοι ιεράρχες του Ελληνισμού-Ορθοδοξίας, ως νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι και ιερωμένοι αποτελούν πολύ μεγάλες προσωπικότητες, οι οποίες διαδραμάτισαν καθορηστικό ρόλο, στην διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτισμού. Είναι οι εκπρόσωποι των Αγίων-πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι διέσωσαν ότι πολύτιμο είχε προσφέρει, ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός. Συνδύασαν το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα (Αριστοκλής), με τις διδαχές του Χριστού. Δημιούργησαν τον Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό.


Οι Τρεις Ιεράρχες είναι οι προστάτες της Παιδείας. Οι τρεις Άγιοι πάντοτε υπογραμμίζουν την σπουδαιότητα της πραγματικής Ελληνικής παιδείας. Η παιδεία γράφει ο Χρυσόστομος, είναι μέγιστο αγαθό για τον άνθρωπο, είναι μετάληψη αγιότητας. Αυτή ξεριζώνει από τον άνθρωπο την ραθυμία, τις πονηρές επιθυμίες, το πάθος για τα υλικά αγαθά, αυτή αναμορφώνει την ψυχή, αυτή καθιστά την ψυχή, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Οι τρεις Ιεράρχες, και οι σημαντικοί πατέρες της Εκκλησίας Ορθοδοξίας, υπήρξαν φορείς της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας. Ο Χριστιανισμός και η αρχαία Ελλάδα, ήταν και είναι έννοιες ταυτόσημες. Τον έναν θεό-δημιουργό δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, με προεξέχον τον Ύπατο των Φιλοσόφων, τον Αριστοκλή-Πλάτωνα. Ο Άγιος Ιουστίνος, που μαρτύρησε για τον Χριστό το 165 μ.Χ. ήταν ο πρώτος Χριστιανός, που χρησιμοποίησε την Πλατωνική φιλοσοφία, στην ορθοδοξία. Οι μεγάλοι, νεοπλατωνικοί, θεολόγοι της Καππαδοκίας, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος, ο επίσκοπος Νύσσης, όπως και ο Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος, ήταν μεγάλοι θαυμαστές, της αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, την οποία ενσωμάτωσαν, στην Χριστιανική διδασκαλία, Η Ορθοδοξία και η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, διδάσκουν τις διαχρονικές αξίες, την γενναιότητα, την καλοσύνη, την δικαιοσύνη, την ηθική ζωή, την παιδεία, με σκοπό την εξέλιξη του πνεύματος και της ψυχής.Τα Ελληνικά Φιλοσοφικά αξιώματα, και οι Χριστιανικές, διδαχές των Τριών Ιεραρχών, περάσαν στις ψυχές, των Ελλήνων, με αποτέλεσμα να φτάσει, ο Ελληνισμός, στην κορυφή του κόσμου. Οι Έλληνες σοφοί, από την αρχή, έδειξαν την αντίθεση τους, στην παγανιστική θρησκεία και δίδαξαν, ότι το δωδεκάθεο, ήταν ανάξιο, του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, και ότι μόνον η πίστη, στον θεό-Δημιουργό, είναι αντάξια, των Ελλήνων. Η αρχαία Ελληνική σκέψη ήταν βασισμένη, στην ηθική και στον φυσικό κόσμο. Όλοι οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι-σοφιστές δίδαξαν ότι το δωδεκάθεο είναι δαιμονικό, αλλά και ότι ταυτόχρονα ήταν φαιδρό και ανάξιο του αρχαίου αρχαίου πολιτισμού. Στο έργο του Πλάτωνα με την επωνυμία Τίμαιος, έχουμε την διδασκαλία για τον ένα Θεό-δημιουργό με γεωμετρία σε τόσο υψηλό επιστημονικό επίπεδο παγκοσμίως. Το δωδεκάθεο ήταν εντελώς ανάξιο, σε σχέση με τον κορυφαίο πολιτισμό του κόσμου, που ήταν ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός. Αυτό μας το δείχνει μεταξύ άλλων, το κορυφαίο έργο του Πλάτωνα, για την δημιουργία του σύμπαντος. Ένα έργο με γεωμετρία στο πιο υψηλό επίπεδο, που κανένας άλλος δεν επέτυχε να γράψει. Για την δημιουργία του σύμπαντος αναφέρουν σχετικά και οι θρησκείες, ενώ πάρα πολλοί ανά τους αιώνες σχολίασαν και ερμήνευσαν τα αναφερόμενα, από τα ιερά βιβλία των θρησκειών. Όμως ουδέποτε υπήρξε παρόμοιο έργο σαν αυτό του Πλάτωνα, που να εξηγεί επιστημονικά και τεκμηριωμένα, τον τρόπο με τον οποίο έγινε το σύμπαν.

Σε όλο του το έργο, ο Ύπατος των φιλοσόφων, αναφέρει ότι το σύμπαν έκανε, ο ένας θεός-δημιουργός, και όχι ο Δίας ο πατέρας των “θεών”, ούτε κάποιος άλλος Ολύμπιος αναφέρεται ως δημιουργός του σύμπαντος. Ακόμη και για τους Ολύμπιους αναφέρει ότι τους έπλασε ο ένας Θεός-δημιουργός, ως κατώτερους “θεούς”. Αυτό το τελευταίο το αναφέρει, για να εξευμενίσει κάπως τους δωδεκαθειστές, ώστε να μην έχει την τύχη του Σωκράτη. Ενδεικτικός, ήταν ο διάλογος στο έργο του Πλάτωνα με τίτλο “Πολιτεία”. Στο έργο αυτό συνομιλούν σε κάποιο σημείο ο Σωκράτης, με τον σοφιστή Θρασύμαχο, σχετικά με τους Ολύμπιους. Απευθυνόμενος ο Θρασύμαχος στον Σωκράτη του είπε τα εξής : “Για όλους αυτούς τους “θεούς”, τους οποίους αναφέρεις Σωκράτη, δεν τους είδε ποτέ κανένας άνθρωπος. Ούτε φανερώθηκαν ποτέ για να κάνουν κάποιο θαύμα, είτε να δώσουν κάποια συμβουλή. Όλους αυτούς τους γνωρίζουμε, από τους ποιητές που έγραψαν πολύ παλαιότερα για τα πολεμικά τους κατορθώματα και τα γενεαλογικά τους δένδρα”. Είναι φανερό, ότι ο Σοφιστής Θρασύμαχος, αναφέρει, ανθρώπους που έζησαν σε παλαιότερη εποχή και ήταν βασιλιάδες, έκαναν πολέμους, όπως έκαναν παιδιά, εγγόνια, κλπ. Ποτέ ο αληθινός Θεός δεν κάνει πολέμους, και φυσικά δεν είχε, ούτε έχει παιδιά, ούτε γενεαλογικό δέντρο. Είναι πλέον γνωστό, ότι με βάση τις αναφορές του Ηρόδοτου, όταν ήρθαν οι σκλάβοι από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, για να είναι οικεία στους Έλληνες τα ονόματα των δαιμόνων του δωδεκαθέου, άλλαξαν τα πραγματικά ονόματα των δαιμόνων, με ονόματα παλαιότερων επιφανών Ελλήνων. Τις ίδιες ακριβώς απόψεις, για την δημιουργία, έχουν και οι τρεις Ιεράρχες τονίζουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν, από το μη ον. Ο Θεός εκφράζει την ελευθερία και την παντοδυναμία του ως αγάπη. Δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο από αγάπη, διότι είναι αγαθός, και στον αγαθό, δεν χωράει, καμία κακία, και κανένα μίσος (Αριστοκλής-Τίμαιος). Ο Θεός δημιουργεί, για να κάνει τον άνθρωπο κοινωνό της δικής του ζωής, αγάπης, δικαιοσύνης, και ελευθερίας, ενώ παράλληλα, προστατεύει συνεχώς, τα δημιουργήματα του. Όλοι εμείς υπάρχουμε επειδή μας έφτιαξε-αγαπά ο Θεός. Και εφόσον η ύπαρξη είναι δωρεά, μας οδηγεί σε ευχαριστία. Για όσους δεν γνωρίζουν ο πιο αγαπημένος φιλόσοφος των τριών Ιεραρχών ήταν ο Πλάτωνας-Αριστοκλής.


Από την εποχή του αυτοκράτορα Κωνστάντιου εώς την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου του Β, έζησαν οι πέντε μεγαλύτεροι Έλληνες νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι του μεσαίωνα. Αυτοί ήταν ο Μέγας Βασίλειος, οι Άγιοι Ιωάννης (Χρυσόστομος), Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης και η φιλοχριστιανή Υπατία. Οι μεγαλύτεροι Χριστιανοί πλατωνικοί θεολόγοι της Καππαδοκίας, ο Βασίλειος της Καισαρείας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Γρηγόριος ο Νύσσης, ήταν φορείς, της αρχαίας Ελληνικής σκέψης, την οποία συνδύασαν άριστα, με την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία, η οποία αναφέρεται στις αιώνιες αλήθειες, τις αξίες, τις αρετές, την κσλλιέργεια της ψυχής και την ανάταση του πνεύματος. μέσα από την Ορθοδοξία, και τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό.

Ο Eλληνικός φιλοσοφικός στοχασμός, μέσα από την ένωση του, με τα χριστιανικά αξιώματα, βρήκε την θέση του, στους λόγους των Αγίων Πατέρων, για να περάσει στις ψυχές των ανθρώπων, ώστε να δώσει τους καρπούς της αλήθειας, της αγάπης, της Ορθοδοξίας, και της εθνικής επιβίωσης. Πολλοί από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ήδη είχαν ασκήσει σκληρή κριτική στην παγανιστική θρησκεία, και δίδαξαν τον φιλοσοφικό μονοθεϊσμό.

Ο παγκόσμιος χαρακτήρας της Ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας εδραιώνεται σταθερά μέσα από την οικουμενική χριστιανική ιδέα. Ο σκοπός των Τριών Ιεραρχών, ήταν η ενοποίηση του Ρωμαϊκού κράτους μέσω της χριστιανικής πίστεως. Η Ορθοδοξία ήταν το βασικό στοιχείο συνοχής, για να αντιμετωπίσει το Ελληνικό-Ρωμαϊκό έθνος, τον μόνιμο κίνδυνο λόγω των διαφορετικών λαών. Οι Άγιοι πατέρες, θεμελίωσαν την πολιτική ιδεολογία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επάνω στο αξίωμα της χριστιανικής οικουμενικότητας και των Ρωμαϊκών πολιτικών αξιωμάτων. Η βασική αρχή της πολιτικής Ρωμαϊκής θεωρίας ήταν η Pax Romana, η παγκόσμια Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ένωσε όλη την οικουμένη. Αυτό έφερε την υποταγή των λαών, κατάργησε τα σύνορα των εθνών και σχημάτισε την πατρίδα που γεννήθηκε ο Χριστός. Το Ρωμαϊκό κράτος συνέχισε να υπάρχει εξαιτίας του Χριστού ,του Αγίου Κωνσταντίνου και των τριών Ιεραρχών. Την εποχή εκείνη και οι πέντε νεοπλατωνικοί διδάσκουν τον Αριστοκλή, έχοντας πάντοτε την αμέριστη υποστήριξη των αυτοκρατόρων. Οι αυτοκράτορες γνωρίζουν προσωπικά τους μεγάλους φιλοσόφους – ρήτορες, τους Αγίους Ιεράρχες και τους στηρίζουν στο επιστημονικό τους έργο. Αυτό ήταν η ενσωμάτωση της Πλατωνικής διδασκαλίας στον Χριστιανισμό. Με την ολοκλήρωση αυτού του μοναδικού στο είδος του φιλοσοφικού-πνευματικού έργου οι Ιεράρχες, μετέτρεψαν τον Ιουδαϊκό Χριστιανισμό σε καθαρά Ελληνικό, και τότε αμέσως ο Μέγας Θεοδόσιος τον Μάιο του 381 μ.Χ. θα ανακηρύξει τον Χριστιανισμό σε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Εάν οι αυτοκράτορες ήταν ενάντια στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, δεν θα επέτρεπαν πότε την ενσωμάτωση αυτούσιας της διδασκαλίας του Αριστοκλή-Πλάτωνα, στην Χριστιανική θρησκεία. Ακόμη άμεσα οι αυτοκράτορες θα τιμωρούσαν τους Αγίους Ιεράρχες και θα τους αφαιρούσαν όλα τα εκκλησιαστικά τους αξιώματα. Επίσης θα απαγόρευαν την διδασκαλία του Πλάτωνα στους Ιεράρχες, στην Υπατία καθώς και σε όλους τους υπόλοιπους φιλοσόφους. Μεταξύ άλλων οι αυτοκράτορες θα έκλειναν και όλες τις φιλοσοφικές σχολές, με αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να σπουδάσουν, οι Άγιοι, η Υπατία, και όλοι οι υπόλοιποι σοφοί της εποχής εκείνης. Αυτό όμως ήταν κάτι το οποίο δεν το έκανε ποτέ κανένας αυτοκράτορας, διότι όλοι οι φιλόσοφοι δίδασκαν ελεύθερα τον τον ύπατο των φιλοσόφων και όσοι το επιθυμούσαν, σπούδαζαν την αρχαία Ελληνική γραμματεία. Χωρίς την ένωση του Χριστιανισμού και του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, ήταν αδύνατον να γίνει το έθνος μας, παγκόσμια αυτοκρατορία και να φτάσει στην κορυφή του κόσμου. Ο Ελληνικός πολιτισμός και ο Χριστιανισμός θα ενωθούν, ώστε να γίνει για μία και μοναδική φορά η Ελλάδα παγκόσμιο κρατικό μόρφωμα. Ο Χριστός και ο Πλάτωνας υπήρξαν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. Από εκεί ο Ελληνισμός θα πάρει αστείρευτες δυνάμεις για να μεγαλουργήσει και να επιβιώσει. Οι πατέρες της Ορθοδοξίας, κράτησαν ότι πολύτιμο είχε ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός, όπως οι διδασκαλίες του Πλάτωνα-Αριστοκλή και του Αριστοτέλη, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησαν την κορυφαία γλώσσα στον κόσμο την Ελληνική. Ο Ελληνικός πολιτισμός δεν ήταν αρκετός από μόνος του για να φτάσει στην κορυφή του κόσμου το έθνος. Για αυτό και έπρεπε να ενωθεί ο Ελληνικός πολιτισμός με τον χριστιανισμό, για να φτάσει ο Ελληνισμός στο απόγειον της δυνάμεως του. Η πολιτιστική διαδρομή του αρχαίου Ελληνικού κόσμου ενώθηκε με την Ορθοδοξία, ως σώμα Χριστού, όταν οι Έλληνες θα αναλάβουν την ηγεσία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο μέγιστος εκφραστής της Αρχαιότητας ο Αριστοκλής μαζί με τους τρεις Ιεράρχες θα δημιουργήσουν της βάσεις για την οικουμενικότητα, την διαχρονικότητα του Ελληνισμού και της Χριστιανικής, Ελληνικής-Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα περισσότερα στοιχεία του αθάνατου Ελληνικού πνεύματος θα είναι πλέον μέσα στην Ορθόδοξη πίστη. Η εισαγωγή των διδασκαλιών του ύπατου των φιλοσόφων Πλάτωνα-Αριστοκλή από τους Αγίους Ιεράρχες είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν μονοθεϊστές και ότι δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το Φοινικικό δωδεκάθεο. Μέσα από τα Πλατωνικά διδάγματα και τα ηθικά αξιώματα, ο Χριστιανισμός έγινε πολύ ευκολότερα αποδεκτός από τους Έλληνες, καθώς τους φάνηκε από την αρχή, ότι η Ορθοδοξία είναι κάτι πολύ οικείο, προς εκείνους. Το αποτέλεσμα ήταν με την εισαγωγή των διδαχών του Πλάτωνα, στον Χριστιανισμό, να έχουμε πολύ μεγάλη εξάπλωση, της νέας και ανερχόμενης θρησκείας στην αυτοκρατορία. Μόνον όσοι ήταν αγράμματοι δεν έγιναν Χριστιανοί, διότι δεν επέτυχαν να διεισδύσουν στα ουσιώδη νοήματα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Η αλλαγή του Χριστιανισμού από τον Εβραϊκό, στον Ελληνικό πολιτισμό επέφερε την παγκοσμιότητα της Ορθοδοξίας, του Ευαγγελίου, του κλασικού πολιτισμού και της αυτοκρατορίας. Ο Χριστιανισμός μαζί με τον σωτήρα Ιησού Χριστό διαμόρφωσαν ηθικά και πνευματικά ολόκληρη την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, διότι εξ αρχής ο Χριστιανισμός με τον Ελληνισμό, είχαν τα ίδια ηθικά αξιώματα, στους περισσότερους τομείς. Ενδεικτικό περί αυτού ήταν, ότι τρία από τα τέσσερα Ευαγγέλια γράφτηκαν απευθείας στην Ελληνική γλώσσα, όπως επίσης οι πράξεις των Αποστόλων, οι επιστολές του Αποστόλου των εθνών Παύλου, καθώς και τα πρώτα άρθρα της Ορθόδοξης, Χριστιανικής θεολογίας.

Έξω από την Ελληνική Ορθοδοξία άφησαν οι άγιοι Ιεράρχες, μόνο το δωδεκάθεο, τον Φοινικικό παγανισμό ως ανάξιο του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού και της Ορθοδοξίας. Πρόσθεσαν στον Χριστιανισμό μόνον ότι καλό είχε ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός μέσα από τα φιλοσοφικά αξιώματα του Αριστοκλή.


Λάμπρος Κ. Σκόντζος :
Οι Καππαδόκες Πατέρες έβαλαν τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας κατά τον 4ο μ. Χ. αιώνα στην Εκκλησία.


Είναι στην ουσία οι θεμελιωτές του ορθόδοξου δόγματος και της αποκρυστάλλωσης της αυθεντικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας.

Δικαίως ο 4ος μ. Χ. αιώνας ,χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσός αιώνας της Θεολογίας», χάρις στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν την συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο.


Μέγας Βασίλειος.

Τόσο η ιστορία όσο η Εκκλησία υπήρξαν φειδωλές στον χαρακτηρισμό του «Μεγάλου». Ελάχιστοι έλαβαν τον τίτλο «Μέγας». Ένας από αυτούς υπήρξε ο κορυφαίος άγιος της Εκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος, ο οποίος έλαβε επάξια αυτόν τον τίτλο, διότι σφράγισε με την προσωπικότητά του την ιστορία σε μια από τις κρισιμότερες ιστορικές φάσεις της ανθρωπότητας.

Γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν ονομαστός ρήτορας της περιοχής και η μητέρα του Εμμέλεια ήταν απόγονος αριστοκρατικής ρωμαϊκής οικογένειας. Ήταν ένθερμοι Χριστιανοί. Σπουδαίο ρόλο στη ζωή του έπαιξε η γιαγιά του Μακρίνα, η οποία υπήρξε μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Αυτή τον μύησε στην χριστιανική ευσέβεια. Στην οικογένεια υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά, τα περισσότερα είχαν αφιερωθεί στη διακονία της Εκκλησίας (Γρηγόριος Νύσσης, ασκητής Ναυκράτιος, μοναχή Μακρίνα, Πέτρος επίσκοπος Σεβάστειας).

Οι ευκατάστατοι γονείς τους φρόντισαν να δώσουν στα παιδιά τους, εκτός από την ευσέβεια και σπουδαία μόρφωση. Ο Βασίλειος διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Στη συνέχεια πήγε για σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και ακολούθως στην Κωνσταντινούπολη. Το 351έφτασε στην Αθήνα για να τελειοποιήσει τις σπουδές του στη γεωμετρία, την αστρονομία, την φιλοσοφία, την ρητορική, την ιατρική και την γραμματική.

Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια ως το 355. Εκεί συνδέθηκε με αδελφική φιλία με τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Διέφερε από όλους τους άλλους φοιτητές για τις αρετές του και την αυστηρή ασκητική ζωή του. Λέγεται πως ο καθηγητής του Εύβουλος εντυπωσιάστηκε από αυτόν και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Μαζί με το Γρηγόριο είχαν ιδρύσει στην κατείδωλη Αθήνα χριστιανικό φοιτητικό όμιλο και είχαν σημαντική ιεραποστολική δράση.
Το 356 επέστρεψε στη Νεοκαισάρεια και άσκησε για λίγο το επικερδές επάγγελμα του δικηγόρου και του δασκάλου της ρητορικής. Το 358, ύστερα από το θάνατο του αδελφού του Ναυκράτιου και την παρότρυνση της αδελφής του Μακρίνας, αφού έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Αφού μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς και στην Εκκλησία, ξεκίνησε μεγάλη περιοδεία σε ονομαστά μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας, Συρίας, Αιγύπτου και Μεσοποταμίας για να γνωρίσει αγίους ασκητές και να μυηθεί στην αληθινή μοναχική ζωή. Το 360 αποσύρθηκε μαζί με τον φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό σε ερημητήριο στον Πόντο, στις όχθες του Ίρη ποταμού να μονάσουν. Εκεί έμεινε ως το 363 προσευχόμενος και συγγράφοντας τα σημαντικότερα έργα του και μαζί τους περίφημους «Κανονισμούς δια τον μοναχικόν βίον», οι οποίοι έγιναν ο οδηγός του κατοπινού κοινοβιακού μοναχισμού.

Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε ως την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο επίσκοπος Ευσέβιος τον κάλεσε και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ο Βασίλειος επέδειξε τεράστια ποιμαντική και φιλανθρωπική δράση. Κατά τον φοβερό λιμό του 367-368 έσωσε από βέβαιο θάνατο όλους τους φτωχούς της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Το 370, όταν πέθανε ο Ευσέβιος και κατ’ επιταγή του λαού, εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Ως επίσκοπος πλέον ο Βασίλειος, εγκαινιάζει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων ποιμαντικό και κοινωνικό έργο. Ανέλαβε δράση κατά των αιρετικών αρειανών, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη του αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη. Αντιμετώπισε με σθένος και αποτελεσματικότητα την απόπειρα του Ουάλη και των ομοφρόνων του, να επιβάλουν στην επισκοπή του τον αιρετικό αρειανισμό. Παράλληλα καθάρισε την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς.

Αξιοθαύμαστο και πρωτόγνωρο για την εποχή του υπήρξε το κοινωνικό έργο του. Ίδρυσε την περίφημη «Βασιλειάδα», ένα τεράστιο συγκρότημα ευποιΐας, το οποίο περιλάμβανε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο, επαγγελματικές σχολές, κλπ. Μέσα σε αυτό έβρισκαν καταφύγιο και βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι, ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι Χριστιανοί. Πλήθος εθελοντών προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και ανάμεσά τους ο άγιος Επίσκοπος Βασίλειος, εργαζόταν ως ιατρός.

Τιτάνιο υπήρξε επίσης και το συγγραφικό του έργο. Υπήρξε δεινός θεολόγος και μέγας συγγραφέας, του οποίου το έργο αποτελεί μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Τα έργα του διακρίνονται σε δογματικά, θεολογικά, ερμηνευτικά, επιστολές κλπ. Ένα από τα γνωστότερα έργα του υπήρξε η «Ερμηνεία εις την Εξαήμερον», στην οποία είναι αποτυπωμένη η σπάνια ευρυμάθειά του. Γνωστό επίσης έργο του είναι η ομώνυμή του «Θεία Λειτουργία», η οποία τελείται δέκα φορές το χρόνο (τις πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Φώτων, την Μ. Πέμπτη, το Μ. Σάββατο και την 1η Ιανουαρίου). Τα πολυπληθή θεολογικά έργα του ιερού Πατρός αποτελούν για την Εκκλησία και την κατοπινή θεολογική επιστήμη, ανεκτίμητη παρακαταθήκη.

Η αυστηρή ασκητική ζωή του και η εξαντλητική του εργασία κλόνισαν σοβαρά την εύθραυστη υγεία του. Στις 31 Δεκεμβρίου του 379 πέθανε σε ηλικία μόλις 49 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 380, με τη συμμετοχή αμέτρητου πλήθους Χριστιανών, εθνικών και Ιουδαίων, οι οποίοι θρηνούσαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του μεγάλου Ιεράρχη και προστάτη τους. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Ο Μ. Βασίλειος ανήκει στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Έζησε σε μια εποχή που ο παλιός ειδωλολατρικός κόσμος έδυε οριστικά και ένας νέος κόσμος, ο χριστιανικός ανέτειλε. Αυτός, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες του 4ου μ. Χ. αιώνα, υπήρξε ένας από τους φορείς αυτού του νέου κόσμου. Και ακόμη περισσότερο: ο μεγάλος αυτός άνδρας, συνέβαλε καθοριστικά στην ομαλή μετάβαση στην νέα πολιτισμική πραγματικότητα.

Αξιολόγησε με θαυμαστό τρόπο τα θετικά στοιχεία του αρχαίου κόσμου, τα οποία ενέταξε στη νέα πίστη και στον νέο αναδυόμενο χριστιανικό πολιτισμό. Χρησιμοποίησε με καταπληκτική δεξιότητα την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, μέσω των οποίων εξέφρασε τις αιώνιες και σώζουσες αλήθειες της Θείας Αποκαλύψεως. Υπήρξε, τέλος, ο κατ’ εξοχήν θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος κατέστησε την χριστιανική πίστη τρόπο ζωής και πολιτείας και τους πιστούς αληθινό «βασίλειον ιεράτευμα», όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής του!

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Γεννήθηκε το 329 μ. Χ. στην Αριανζό της Καππαδοκίας, κοντά στην κωμόπολη Ναζιανζό, γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Ναζιανζηνός. Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα ήταν ευγενείς γαιοκτήμονες.


Ο πατέρας του ήταν πρώην ειδωλολάτρης ο οποίος είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και κατόπιν είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Ναζιανζού. Ο νεαρός Γρηγόριος μεγάλωσε σε χριστιανικό περιβάλλον και από νωρίς φάνηκαν τα σπάνια χαρίσματά του.



Η οικονομική ευχέρεια των γονέων του επέτρεψε να λάβει μεγάλη μόρφωση. Άλλωστε και ο ίδιος αγαπούσε με πάθος τα γράμματα και τη μόρφωση. Σπούδασε στα καλλίτερα σχολεία της Καισάρειας και αργότερα, το 351, πήγε στην Αλεξάνδρεια και μετά στην Αθήνα να συμπληρώσει τις σπουδές του στη ρητορική και τη φιλοσοφία στις εκεί ονομαστές σχολές, έχοντας ως καθηγητές του τους ονομαστούς καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο και ως συμμαθητές του τον Μ. Βασίλειο και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Η επίδοση των σπουδών του στην Αθήνα ήταν τέτοια, όπως και οι σπάνιες ικανότητές του, ώστε αναγορεύτηκε καθηγητής και δίδαξε εκεί ρητορική και φιλοσοφία για ένα χρόνο.
Κατόπιν επέστρεψε στην Ναζιανζό, όπου βαπτίστηκε χριστιανός από τον επίσκοπο πατέρα του. Τότε άρχισε να γράφει το πρώτο θεολογικό του έργο για το Άγιο Βάπτισμα. Το 360 μεταβαίνει, ύστερα από πρόσκληση του παλιού του φίλου Βασιλείου, στον Πόντο, να ασκητέψει μαζί του κοντά στον Ίρι ποταμό. Το 361, ύστερα από παράκληση του πατέρα του, γυρίζει στην πατρίδα του, όπου τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, χωρίς τη θέλησή του, διότι ο Γρηγόριος ήθελε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Έφυγε για λίγο καιρό για την Αννεσόη, όπου ασκήτεψε για λίγο καιρό με τον Βασίλειο, ο οποίος τον ανάγκασε να γυρίσει και πάλι στην Ναζιανζό, όπου βρήκε την Εκκλησία διηρημένη εξαιτίας των αρειανών και τον πατέρα του κατηγορούμενο για αίρεση. Μέσα σε λίγο χρόνο κατόρθωσε να ενώσει και πάλι την Εκκλησία. Τον ίδιο χρόνο είχε ανεβεί στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός (361-363), ο οποίος αποφάσισε να νεκραναστήσει την οριστικά νεκρή αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία. Παράλληλα κήρυξε απηνή διωγμό κατά της Εκκλησίας. Ο Γρηγόριος άνοιξε αλληλογραφία με τον παλιό του φίλο αυτοκράτορα, αποδεικνύοντας πως οι πρακτικές του δεν είχαν καμιά σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, το οποίο δήθεν υπεράσπιζε ο θρησκόληπτος Ιουλιανός. Ο θάνατός του Αποστάτη αυτοκράτορα το 363 έκλεισε το θλιβερό αυτό κεφάλαιο της ιστορίας. Αλλά μια νέα περιπέτεια αντιμετώπιζε η Εκκλησία, το αρειανισμό, τον οποίο υποστήριζε ο αρεινόφρων αυτοκράτορας Ουάλης. Ο Γρηγόριος δίνει μεγάλους αγώνες να διαφυλαχτεί η Ορθοδοξία στη Μ. Ασία. Το 370 ο Μ. Βασίλειος εκλέγεται επίσκοπος Καισαρείας και το 372 χειροτονεί τον Γρηγόριο επίσκοπο Σασίμων και πάλι χωρίς τη θέλησή του. Αλλά σύντομα μεταβαίνει στη Ναζιανζό και μετά το θάνατο του πατέρα του, το 374, αναλαμβάνει να ποιμάνει την χηρεύουσα επισκοπή. Το 375 αποσύρθηκε σε Μονή της Σελεύκειας ως το θάνατο του Βασιλείου το 379.
Την ίδια χρονιά η Σύνοδος των επισκόπων της Αντιόχειας αποφάσισε να στείλει στην Κωνσταντινούπολη τον Γρηγόριο για να αντιμετωπίσει τους αρειανούς, οι οποίοι είχαν καταλάβει όλους τους ναούς. Μετέτρεψε έναν οικίσκο σε ναό της Αγίας Αναστασίας και εκεί εκφώνησε τους περίφημους θεολογικούς του λόγους, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς. Το 380 με απόφαση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και τον επόμενο χρόνο προήδρευσε της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όταν κάποιοι επίσκοποι αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας, με μια αξιοθαύμαστη πράξη, παραιτήθηκε και γύρισε στην πατρίδα του, όπου ποίμανε την επισκοπή της Ναζιανζού ως το 383. Εν τω μεταξύ κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του και γι’ αυτό αποσύρθηκε σε οικογενειακό του κτήμα, όπου έζησε ειρηνικά με προσευχή, άσκηση, και νηστεία. Εκεί συνέγραψε τα περίφημα θεολογικά του συγγράμματά του και συνέθεσε τα αφθάστου ποιητικής αξίας ποιήματά του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 25 Ιανουαρίου 391. Ανακηρύχτηκε άγιος, Πατέρας και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του και στις 30 Ιανουαρίου μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες, το Μ. Βασίλειο και τον Ι. Χρυσόστομο. Ο άγιος Γρηγόριος ανήκει στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και ταυτόχρονα στις μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας. Θαυμασμό προξενεί στους ιστορικούς η ευγένεια και το ψυχικό του μεγαλείο. Η μόρφωσή του, η πνευματική του καλλιέργεια, η ρητορική του δεινότητα σε συνδυασμό με την βαθιά πίστη του στο Θεό τον ανέδειξαν ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους και συγγραφείς της Εκκλησία μας. Είναι ο θεολόγος του Θεού Λόγου, ο οποίος διατύπωσε με τον πλέον σαφή τρόπο την περί Θεού πίστη της Εκκλησίας μας. Χάρις σ’ αυτόν κατατροπώθηκε η φρικτή και επικίνδυνη αίρεση του Αρείου, η οποία απειλούσε τη σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας. Αλλά και ως ποιητής ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε απαράμιλλος. Ακόμα και ο πεζός λόγος του είναι ποίημα και γι’ αυτό κατοπινοί υμνογράφοι, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, χρησιμοποίησαν αυτούσιους λόγους του στους ύμνους τους, όπως στους θεσπέσιους κανόνες των Χριστουγέννων και του Πάσχα!
Είναι τέλος εκείνος που κατόρθωσε να συνενώσει το ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική πίστη σε ένα καταπληκτικό σύνολο. Η σωζόμενη αλληλογραφία του με τον ανεδαφικό αποστάτη Ιουλιανό φανερώνει την ποιοτική διαφορά των δύο ανδρών. Ο μεν Γρηγόριος εκφράζει το γνήσιο και πραγματικό ελληνικό πνεύμα της προόδου και του σεβασμού της ετερότητας, ο δε θρησκομανής αυτοκράτορας εκφράζει τον παλιό ειδωλολατρικό κόσμο του φανατισμού, των εμμονών, της δεισιδαιμονίας και της μισαλλοδοξίας, η οποία εκφράστηκε με σκληρούς διωγμούς εναντίων της Εκκλησίας! Χαρακτηριστική είναι η φράση του προς τον Ιουλιανό «το ελληνίζειν εστί πολυσήμαντον», αποδεικνύοντας στον άλλοτε συμμαθητή και φίλο του Ιουλιανό ότι η αλλοπρόσαλλη πολιτική του απέχει παρασάγγας από τον Ελληνισμό, τον οποίο νόμιζε ότι υπηρετούσε! Η ιστορία αποφάνθηκε: τον μεν ονειροπαρμένο παγανιστή αυτοκράτορα τον καταδίκασε εσαεί ως αποστάτη και αποτυχημένο, τον δε Γρηγόριο τον ανέδειξε ως ύψιστη πνευματική προσωπικότητα, τον οποίο σεμνύνονται οι αιώνες!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ο χρυσόρροας ποταμός της Εκκλησίας μας.
Ο Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος, συγκαταλέγεται στους κορυφαίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, και στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Μάλιστα ανήκει στη χορεία των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο το Θεολόγο.




Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354, κατ’ άλλους το 347. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σεκούνδος. Ήταν στρατηγός και ειδωλολάτρης, τον οποίο μετέστρεψε στον Χριστιανισμό η σύζυγός του και μητέρα του Ιωάννη, η υπέροχη Ανθούσα. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς, αφήνοντας μόνους, την 20χρονη Ανθούσα με τον μικρό Ιωάννη. Εκείνη ανάλαβε να τον μεγαλώσει με παιδεία και φόβο Θεού και να του δώσει χριστιανική ανατροφή. Ως ευκατάστατη, φρόντισε να τον σπουδάσει στα καλλίτερα σχολεία της Αντιόχειας. Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στον ονομαστό ειδωλολάτρη Λιβάνιο ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην ρητορική και στη φιλοσοφία. Η επίδοσή του ήταν τέτοια ώστε ο Λιβάνιος τον προόριζε για διάδοχό του στη Σχολή! Αλλά όταν διαπίστωσε ότι ήταν Χριστιανός και προόριζε τον εαυτό του για τη διακονία της Εκκλησίας, είπε με πικρία: «δυστυχώς τον Ιωάννη τον κέρδισε η Εκκλησία»!

Αμέσως μετά σπούδασε Θεολογία στην ονομαστή Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Άσκησε για λίγο χρόνο το επάγγελμα του ρήτορα, στο οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Όμως πολύ γρήγορα και μετά το θάνατο της μητέρας του, εγκατέλειψε την κοσμική δόξα, το προσοδοφόρο επάγγελμα και τις ιαχές του πλήθους και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

Το 372 βαπτίστηκε και αποφάσισε να γίνει μοναχός. Αποσύρθηκε στην έρημο για κάθαρση, προσευχή και πνευματική προετοιμασία για την κατοπινή πορεία της ζωής του. Έμεινε εκεί πέντε χρόνια, ασκούμενος και μελετώντας τις άγιες Γραφές. Όμως από την αυστηρή άσκηση κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή και θα τον ταλαιπωρεί. Γι’ αυτό γύρισε στην Αντιόχεια.

Το 381 χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο και το 385 πρεσβύτερος από τον διάδοχό του Φλαβιανό. Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε δραστήρια και αναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου και κοινωνικού εργάτη. Εκφωνούσε πύρινους λόγους και η ευγλωττία του σαγήνευε τα πλήθη, τα οποία συνέρρεαν να τον ακούσουν. Χιλιάδες ειδωλολάτρες πίστευαν και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Αξιόλογη υπήρξε επίσης και η κοινωνική του προσφορά. Πλήθος αναξιοπαθούντων έβρισκαν κοντά του πνευματική και υλική στήριξη.

Η φήμη του Ιωάννη έφτασε παντού, μέχρι και την Βασιλεύουσα. Στις 15 Δεκεμβρίου του 397 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408) για να βοηθήσει στην ανόρθωση της Εκκλησίας. Εκεί, το 398 αναγκάστηκε, παρά τη θέλησή του, να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ως αρχιεπίσκοπος της πρωτόρθονης Εκκλησίας, επιδόθηκε με πρωτοφανή ζήλο για την ανόρθωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Απομάκρυνε τους διεφθαρμένους και ανάξιους ιερωμένους και προώθησε τους άξιους. Καθαίρεσε 13 τουλάχιστον επισκόπους για «σιμωνία» και ηθικά παραπτώματα.

Από τις πρώτες μέρες οργάνωσε ένα καταπληκτικό δίκτυο ανακούφισης των χιλιάδων φτωχών και κατατρεγμένων της Κωνσταντινουπόλεως. Σίτιζε καθημερινά περισσότερους από 7.000 απόρους. Δημιούργησε επίσης ιδρύματα, νοσοκομεία και άσυλα για τα ορφανά, τις χήρες, τους ηλικιωμένους, τους ασθενείς και ανάπηρους, όπου παρέχονταν δωρεάν διακονία σε όλους.

Ταυτόχρονα οργάνωσε ακόμα μια γιγαντιαία ιεραποστολική αποστολή με μοναχούς ιεραποστόλους στην Περσία, την Κελτική, την Φοινίκη, τη Σκυθία και την Γοτθία, μεταστρέφοντας χιλιάδες ειδωλολατρών και ιδρύοντας Εκκλησίες στις χώρες αυτές.

Μιλούσε αδιάκοπα και με τη γνωστή ρητορική του δεινότητα σαγήνευε τα πλήθη, ελέγχοντας την αμαρτία και τη διαφθορά. Ανέλαβε, επίσης έναν τιτάνιο αγώνα κατά της διαφθοράς και της ακολασίας που είχε επικρατήσει στην πλούσια πρωτεύουσα του κράτους. Ο έλεγχός του έφτασε μέχρι τα ανάκτορα και ιδιαίτερα στηλίτευσε την διεφθαρμένη αυτοκράτειρα Ευδοξία και τον επίσης διεφθαρμένο αυλικό Ευτρόπιο. Ήρθε σε ρήξη με τους ισχυρούς του χρήματος, της κρατικής εξουσίας και επίσης με τους διεφθαρμένους επισκόπους και κληρικούς.

Το αποτέλεσμα των ελέγχων του ήταν να πέσει σε δυσμένεια και να υποστεί φοβερές διώξεις. Η αδίστακτη αυτοκράτειρα, πέτυχε με τη βοήθεια του επίσης διεφθαρμένου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου και τη συμμετοχή 36 επισκόπων, να συγκαλέσει το 403 την εν Δρυ ψευδοσύνοδο, να καθαιρέσει τον Χρυσόστομο και να τον εξορίσει στην Βηθυνία. Μετά όμως από σφοδρή αντίδραση και στάση του πιστού λαού, η Ευδοξία αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει από την εξορία και να αποκαταστήσει στο θρόνο του. Αλλά ο μεγάλος ελεγκτής δεν έπαψε και πάλι να στηλιτεύει τη διεφθαρμένη εξουσία. Το 404 τον εξόρισε και πάλι στην Κουκουσό της Καππαδοκίας και από εκεί πιο μακριά, στα Κόμανα του Πόντου, στα σύνορα με την Αρμενία, όπου κοιμήθηκε αποκαμωμένος από τις ταλαιπωρίες και τις σωματικές του παθήσεις στις 14 Σεπτεμβρίου του 407. Το 438 αποκομίσθηκε το λείψανό του με τιμές στην Κωνσταντινούπολη, όπου σύσσωμος ο λαός της Βασιλεύουσας φώναζε: «Ιωάννη γύρισες στο θρόνο σου»!

Το συγγραφικό θεολογικό έργο που κληροδότησε στην Εκκλησία είναι τεράστιο. Υπήρξε απαράμιλλος ερμηνευτής των Γραφών, πραγματική αυθεντία για τους κατοπινούς θεολόγους. Έγραψε πλήθος επιστολών. Μας διασώθηκαν επίσης πληθώρα ομιλιών του, τις οποίες κατέγραφαν σύγχρονοι ταχυγράφοι, και τις οποίες διακρίνει η ρητορική δεινότητα του μεγάλου άνδρα, η σαφήνεια και η απλότητα. Για τούτο και η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο Χρυσόστομος, διότι υπήρξε πραγματικά ο μεγαλύτερος ρήτορας, το γλυκόλαλο αηδόνι της Εκκλησίας, όπως παρατηρεί σύγχρονος στοχαστής. Τέλος συνέθεσε και την Θεία Λειτουργία, η οποία επικράτησε να τελείται στις Εκκλησίες μας ως σήμερα.

Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι (πρέπει να είναι) το διαχρονικό σύμβολο του ασυμβίβαστου ανθρώπου με το κακό, όπου αυτό βρίσκεται, είτε στην Εκκλησία, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στην κοινωνία. Είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος, με την προσωπική του κάθαρση, κατανόησε ότι έχουμε χρέος ως Χριστιανοί να πολεμάμε το κακό, με όποιο προσωπικό κόστος. Ο μεγάλος αυτός άνδρας θα πρέπει να αποτελεί το πρότυπο του συνεπούς αγωνιστή και για μας σήμερα, κληρικούς και λαϊκούς, να αγωνιζόμαστε, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, για την εκβολή του κακού από τον κόσμο του Θεού, αδιαφορώντας, όπως εκείνος, για τις όποιες συνέπειες.
Η Μνήμη του τιμάται στις 13 Νοεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 27 Ιανουαρίου. Τιμάται επίσης και στις 30 Ιανουαρίου, μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες, οι οποίοι, ομού, τιμώνται ως προστάτες της παιδείας, της επιστήμης και του πολιτισμού.

Τα ιστολόγια πολιτισμού και παιδείας.


ΕΠΙΚΡΑΤΕΕΙΝ Η ΑΠΟΛΛΥΣΘΑΙ :





Πάγια αρχή μου είναι ότι όλοι οι λαοί, όλοι οι άνθρωποι, έχουν δικαίωμα να πιστεύουν οπού θέλουν. Όλα αυτά με την απαραίτητη προυπόθεση να μην επιβάλλουν τα πιστεύω τους σε τρίτους, είτε δια της βίας, είτε με πλάγιους τρόπους. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η άλλη πλευρά δεν συναινεί ; Είναι λοιπόν δίκαιο να καθίσουμε να αφανιστούμε όλοι οι Έλληνες χωρίς να έχουμε πειράξει κανέναν απολύτως ; Όλα αυτά διότι από τα αρχαία χρόνια ο πολιτισμός μας, και η ιδεολογία-θρησκεία μας, αποτελούν εμπόδιο στην δημιουργία του παγκόσμιου εωσφορικού κράτους. Από όλους τους προαναφερόμενους, εξαιρείται, ένα μικρό μέρος βάση των παγκόσμιων Φιλοσοφικών-μαθηματικών σταθερών, μέτρον άριστον και μηδέν άγαν.



Η ελευθερία πίστεως είναι θεόδοτη. Ο ίδιος ο Θεός έδωσε το δικαίωμα στους ανθρώπους, να πιστεύουν, όπου επιθυμούν. Προσωπικά είμαι υπέρ της συνυπάρξεως των λαών και των διαφορετικών θρησκευτικών, πεποιθήσεων, για αυτό στηρίζω, τον μεγάλο Σύριο ηγέτη Ασσάντ, ο οποίος επέτυχε να συνυπάρχουν ειρηνικά, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι.

Αναφέρομαι πάντοτε στους Φοίνικες-Σημίτες που από μονοθεϊστές της Π. Διαθήκης και πιστοί των προφητών, εγκατέλειψαν τον Θεό, άλλαξαν και έγιναν εωσφοριστές του δωδεκαθέου. Δεν αναφέρομαι σε όλους τους Σημίτες.





Από το έτος 2006, όταν ξεκίνησα να γράφω, την στήλη Επικρατέειν η Απόλλυσθαι, ήμουν και είμαι ο μοναδικός Έλληνας στον κόσμο, που προτείνει τον συνδυασμό :

Oρθοδοξία, Εκκλησιασμός, κατήχηση, χρηστά ήθη, μουσικά σχολεία, υψηλός αθλητισμός-Παγκράτιο, ιστορική γνώση, με μοναδικό σκοπό, την δημιουργία Ελλήνων ανωτάτης ποιότητας. Όπως είναι γνωστό και ιστορικά αποδεδειγμένο, η νέα τάξη για να είναι σε θέση να εξουσιάζει, θέλει τους Έλληνες ανήθικους και απαίδευτους. Η κακία είναι αμάθεια, μας δίδαξε ο Ύπατος των Φιλοσόφων ο Αριστοκλής. Δυστυχώς η έλλειψη παιδείας, είναι αδίκημα εσχάτης προδοσίας, και εθνική-κοινωνική καταστροφή.




Ιστολόγια πολιτισμού και παιδείας. Υπό την αιγίδα του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου-καθηγητού, και της στήλης Επικρατέειν η Απόλλυσθαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :