Translate the article and read it to your Language

Έχει αποτύχει σύμπασα η αριστερά









Σκίτσο Χρ. Παπανίκος

Του Γιώργου Ρακκά

Με την απόπειρα διαδηλώσεων και τα επεισόδια της φετινής 17ης Νοέμβρη, φάνηκε πλήρως στα μάτια της κοινωνίας η πολιτική χρεοκοπία σύσσωμης της Αριστεράς. Η αστυνομική καταστολή, οι εικόνες της οποίας προφανώς και δεν αρέσουν σε κανέναν, ήρθε ως ένα είδος «αυτοεκπληρούμενης προφητείας», καθώς οι δηλώσεις και οι κινήσεις όσων επιθυμούσαν να σπάσουν τον αποκλεισμό, γύρευαν ακριβώς να επιβεβαιώσουν το σενάριο του κρατικού αυταρχισμού που βρίσκει την πανδημία ως πρόσχημα για να καταστείλει «την πολιτική των πεζοδρομίων». Η σύγκρουση έγινε. Η λογική της Αριστεράς, ήταν να κερδίσει μέσω αυτής την συμπάθεια της κοινωνίας απέναντι σε μια αυταρχική Νέα Δημοκρατία. Η οποία, ας μην ξεχνάμε ότι εξελέγη μεταξύ άλλων και γιατί υποσχέθηκε να θέσει φραγμό στην κατάχρηση των διαδηλώσεων και των βίαιων συγκρούσεων, ιδίως στο κέντρο της Αθήνας.

Ωστόσο το μήνυμα που εισέπραξε η κοινωνία από τα χτεσινά γεγονότα υπήρξε ολότελα διαφορετικό: Μέσα στην σαρωτική υγειονομική, κοινωνική και οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει εδώ και πολλούς μήνες, η κοινωνία είδε την Αριστερά να «κοιτάει μόνο το μαγαζί της». Ούτε τα μνημόνια, ούτε η εθνική κρίση με την Τουρκία, ούτε η υγειονομική κρίση του κορωνοϊού δεν κατάφεραν να ενώσουν το ΜΕΡΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ, και το ΚΚΕ σε ένα κοινό στόχο. Κανένα κρίσιμο ταξικό ή εθνικό ζήτημα. Εκείνο που τους ένωσε εν τέλει ήταν η… συντεχνία. Η… διαδήλωση του Πολυτεχνείου, ως η βασική τελετουργία μέσω της οποίας εξαγνίζονται για τις πρόσφατες και παλαιότερες αμαρτίες τους, αλλά και εξασφαλίζουν την εσωτερική, κομματική και οργανωτική αναπαραγωγή τους. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η ημέρα του Πολυτεχνείου είναι η μόνη μέρα που η Αριστερά απασχολεί ως τέτοια την επικαιρότητα. Η τελευταία στιγμή κεντρικότητάς της, που στηρίζεται μάλιστα σε μια ανάμνηση, σε σύμβολα που πλέον δεν τα διεκδικεί, στο ένδοξό της παρελθόν.

Από την αντίδραση της Αριστεράς στη φετινή επέτειο του Πολυτεχνείου, φάνηκε ότι αυτή αποτελεί πια περισσότερο ταυτοτικό παρά πολιτικό ρεύμα. Αποτελεί μια πολιτισμική αναφορά ‘ομάδων ιδεολογικής συγγένειας’ που κατά κύριο λόγο ανήκουν στα μεσαία-προς-ανώτερα στρώματα. Ένα ‘σοσιαλ-φιλελεύθερο’ κύμα, ακόμα και… σταλινοδικαιωματιστικού τύπου, παρά ένα πολιτικό ρεύμα με συνεκτική αναφορά στα κατώτερα και τα λαϊκά στρώματα.

Το ‘προλεταριακό’ στοιχείο, αν θα θέλαμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στην μαρξιστική προϊστορία της σημερινής Αριστεράς, όλων των κομμάτων και οργανώσεων, είναι πλέον εξαιρετικά συρρικνωμένο και καχεκτικό: Ακόμα και για το ΚΚΕ, το κοινωνικό κέντρο βάρους αναφοράς, έχει πλέον μετατοπιστεί περισσότερο προς την δημοσιοϋπαλληλία, καθώς και τους νέους επιστήμονες (δικηγόροι, μηχανικοί, λογιστές κ.ά.), τους κνίτες, αναρχικούς και αριστεριστές φοιτητές των προηγούμενων χρόνων που εντάχθηκαν στην εργασιακή καθημερινότητα και αποτίουν με τη ψήφο τους φόρο τιμής στα φοιτητικά τους χρόνια, στηρίζοντας ένα κόμμα που το 80% των δραστηριοτήτων του πλέον αφορά στην… ρετροσπεκτίβα: Εκδηλώσεις μνήμης για την Ρωσική Επανάσταση, τον Ελληνικό Εμφύλιο, το Ανατολικό Μπλοκ, και βέβαια, το Πολυτεχνείο. Ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: Η ταξική και πολιτισμική ομοιομορφία της Αριστεράς πλέον, από τον αντιεξουσιαστικό χώρο μέχρι το κομμουνιστικό κόμμα, είναι ορατή ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού στις διαδηλώσεις όπου συμμετέχουν όλοι οι χώροι. Εξ άλλου, και η θεματολογία τους είναι κοινή, πια, καθώς η ΟΠΛΑ –για παράδειγμα– της Κατοχής και του Εμφυλίου, εξελίσσεται στην αγαπημένη οργάνωση Περισσού και… Εξαρχείων.

Μέσα στην πανδημία, με τις επιτακτικές ανάγκες της δημόσιας υγείας, την καταθλιπτική οικονομική καθίζηση, τα μεγάλα αδιέξοδα ενός διεθνούς μοντέλου που στηρίζεται σε λογικές που εν τέλει πολλαπλασιάζουν τις συντριπτικές τις συνέπειες –υπερκινητικότητα, αποδόμηση των δημοσιών αγαθών, και του εθνικού κοινωνικού κράτους– ο κόσμος αυτός μοιάζει εντελώς παράταιρος.

Ακόμα και τα αιτήματά του είναι τελετουργικά: Τα «δωρεάν δημόσια υγεία για όλους», «μαζικές προσλήψεις και μονιμοποιήσεις υγειονομικών», «ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε νοσοκομείο» είναι συνθήματα που ακούγονται σε κάθε περίσταση, εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Όταν ένα κομμάτι της Αριστεράς κυβέρνησε, τα συνθήματα αυτά μεταβλήθηκαν σε υπουργικές υποσχέσεις, ακόμα και νόμους που περιέγραφαν δεοντολογικά την πλήρη αφοσίωση του κράτους στο ιδανικό της δημόσιας υγείας. Στην πράξη όμως αυτή εκφυλίστηκε περαιτέρω, οι υπηρεσίες της υποβαθμίστηκαν κι άλλο, και τα νοσοκομεία βούλιαξαν μέσα σε έναν κυκεώνα υποχρηματοδότησης και απαξίωσης. Παραδόξως, η δημόσια υγεία επί ΣΥΡΙΖΑ θύμιζε περισσότερο εκείνην που επικρατούσε στην Ρωσία τα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση του ‘υπαρκτού’ και όχι εκείνα που υπόσχονταν οι υπουργοί του. Άρα, η κοινωνία γνωρίζει πλέον, ότι πολλά από αυτά τα συνθήματα λέγονται «στο ντούκου».

Κάτι ακόμα κρισιμότερο. Πως μπορεί μια πολιτική άποψη, να μην διακρίνει την κανονικότητα από την έκτακτη ανάγκη, και να λέει τα ίδια και τα ίδια και στις δυο περιστάσεις; Η επανάληψη αυτών των συνθημάτων σήμερα, όταν τα νοσοκομεία γεμίζουν με απίστευτη ταχύτητα, και όλοι φοβούνται τις «σκηνές Μπέργκαμο» να επαναλαμβάνονται στην Θεσσαλονίκη, και την λοιπή Βόρεια Ελλάδα, και αύριο, ποιος ξέρει;, στα σημεία και της υπόλοιπης χώρας, ακούγεται λίγο ως πολύ κούφια πλειοδοσία. Τι ζητείται, δηλαδή, από την κοινωνία; Να περιμένει «μιαν άλλη κυβέρνηση» ή «μιαν άλλη δημόσια υγεία», έναν «άλλο κόσμο» που εν τέλει «είναι εφικτός» για να γλυτώσει από αυτό το πανδημικό κύμα, και την καραντίνα; Θα την σώσει άραγε «ο σοσιαλισμός»;

Η αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στο πολιτικό κατεπείγον της πανδημίας, και το ιδεολογικό επίδικο που θα προκύψει μετά από αυτήν, και θα αφορά όντως στον τρόπο που είναι διαμορφωμένο το κυρίαρχο μοντέλο, είναι εξόχως χαρακτηριστική του εκφυλισμού που συζητούμε εδώ.

Η Αριστερά ως πολιτική δύναμη, δηλαδή, δεν έχει συνειδητοποιήσει το πολιτικό επίδικο της πανδημίας. Γι’ αυτό και επί της ουσίας δεν ασκεί αντιπολίτευση. Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης, ωστόσο, κάνουν λάθος, όταν καταγγέλλουν την αντιπολίτευση ότι «κλείνει λαϊκιστικά το μάτι στους αρνητές» (sic!). Δεν είναι δημαγωγικοί οι λόγοι· απλούστατα οι αμφισβητίες των υγειονομικών μέτρων έχουν υπερφαλαγγίσει την αριστερά στην αντιπολίτευση και εκείνη έχει μεταβληθεί σε ουρά τους.

Το πολιτικό επίδικο της πανδημίας και το πεδίο αντιπολίτευσης

Ο παγκόσμιος χάρτης της πανδημίας, έχει αναδείξει μια πλειάδα θετικών και αρνητικών εμπειριών που είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τα πρώτα συμπεράσματα. Είναι γνωστή πια η διάκριση ανάμεσα στις χώρες της Ανατολικής Ασίας, και της Δύσης, σε σχέση με το δεύτερο αυτό κύμα της πανδημίας.

Φυσικά, στην Ανατολική Ασία υπήρχε μια παράδοση ισχυρού κράτους και παρεμβατισμού, ελέγχου των συνόρων, πολύ περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια, και επίσης, μεγαλύτερη γκάμα προηγμένων τεχνολογιών. Η βάση επιτυχίας των παραδειγμάτων της Ταϊβάν, της Σιγκαπούρης και των άλλων Ασιατικών τίγρεων, μαζί με την Αυστραλία, ωστόσο, στηρίζονταν σε κάτι πολύ πιο απλό: Η ιστορική εμπειρία από την αρχαιότητα, έχει αναδείξει μια ύστατη γραμμή άμυνας απέναντι στην μαζική υγειονομική απειλή. Το τρίπτυχο, ατομική προστασία, ατομική καθαριότητα και κοινωνικός αυτοπεριορισμός. Ο μαζικός συντονισμός της κοινωνίας πάνω σε αυτό το τρίπτυχο συστήνει ‘προληπτικό τείχος’ απέναντι στην υγειονομική απειλή. Μια «βιοπολιτική μάχη από πόρτα σε πόρτα» για την αυτοπροστασία της κοινωνίας.

Με την παρούσα πανδημία συνέβη το εξής: Υπήρξαν χώρες, που εξαιτίας του πολιτιστικού, του ιστορικού υπόβαθρού τους, αλλά και της παρούσας επείγουσας κατάστασης, κατάφεραν να χτίσουν μια εθνική ομοψυχία γύρω από αυτούς τους τρείς ή τέσσερις απλούς κανόνες κοινωνικής αυτοπροστασίας. Πέρασαν εξαιρετικά δύσκολα τους πρώτους μήνες, αλλά με πολύ κόπο περιόρισαν δραστικά τον ιό. Σήμερα φαίνεται να μην είναι σε θέση να επανέλθει με τον τρόπο που επανήλθε στην Δύση.

Υπήρχαν, από την άλλη, χώρες η κατάσταση των οποίων δεν επέτρεψε την σύναψη αυτού του απλού κοινωνικού συμβολαίου: Χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι η Ισπανία. Μπορεί η Μαδρίτη να τα πηγαίνει καλά, αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει με την Βαρκελώνη, λογουχάρη, ή άλλες ισπανικές επαρχίες. Αν ξύσει κανείς κάτω από αυτήν την επιφάνεια, θα διαπιστώσει ότι οι συνήθεις αντιθέσεις της ισπανικής κοινωνίας απέτρεψαν τον συντονισμό και την κοινή εφαρμογή μιας ενιαίας υγειονομικής πολιτικής: Η τελευταία σκόνταψε στην Ισπανία στο… Καταλανικό, στο Βασκικό ζήτημα, τις διοικητικές αρρυθμίες ενός κράτους που εν τέλει δεν είναι… ένα στο εσωτερικό του.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στην Ελλάδα. Η κοινωνία μας έχει σοβαρότατα «υποκείμενα νοσήματα» και με την καταλυτική επίδραση της πανδημίας, βρίσκεται ένα βήμα πριν την εντατική. Φυσικά είναι και το ούτως ή άλλως γονατισμένο σύστημα υγείας, η αθλιότητα των μέσων μαζικής μεταφοράς –ιδίως στη συμπρωτεύουσα–, η εξάρτηση της χώρας από εξωγενείς οικονομικές δραστηριότητες, όπως είναι ο τουρισμός, που την τοποθετούν μέσα σε μια δίνη υπερκινητικότητας εκθέτοντάς την περισσότερο στην πανδημία. Όλα αυτά είναι λίγο ως πολύ γνωστά.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της χώρας, στον αγώνα της να συνάψει ένα κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από τους θεμελιώδεις κανόνες υγειονομικής αυτοπροστασίας, έγκειται στο γεγονός ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, και δη στις κυβερνήσεις έχει κλονιστεί ίσαμε τα θεμέλια.

Στην παρούσα διάταξή του, το πολιτικό σύστημα είναι αδύνατον να συγκινήσει την κοινωνία και να την συσπειρώσει γύρω από τον κοινό στόχο: Ο Τσίπρας υπήρξε ψεύτης, και είναι γνωστό ότι αυτός «τον πρώτο χρόνο χαίρεται», και πλέον έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Απέναντί του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναδείχθηκε ως μετενσάρκωση του παλιού πολιτικού κόσμου, κραδαίνοντας τις αξίες του ‘τεχνοκρατικού κέντρου’, με μια φιλελεύθερη ατζέντα κράτους δικαίου, που ομνύει στην παγκοσμιοποίηση και τον εθνομηδενισμό. Από θέση ιδεολογικής αφετηρίας η παρούσα κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να πετύχει την πανεθνική συσπείρωση και κινητοποίηση. Εδώ δεν το κατάφερε με τους εορτασμούς των 200 χρόνων από το 1821, που είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, γιατί σε τελευταία ανάλυση όλοι οι Έλληνες αγαπούν τον Καποδίστρια, τον Κολοκοτρώνη, και τις υπόλοιπες φιγούρες της εθνικής μας επανάστασης. Και όμως! Η κυβερνητική επιτροπή, υβρίζοντας αυτές τις μορφές, και αμφισβητώντας επί της ουσίας τον εθνικό χαρακτήρα της επανάστασης, κατάφερε να απομονωθεί από την κοινωνία τουλάχιστον σε αυτό το ζήτημα. Αφού λοιπόν απέτυχε στο αυτονόητο, σιγά μην μπορέσει να πετύχει στις εξαιρετικά δυσκολότερες συνθήκες της πανδημίας. Κι αυτό παρά την επιστράτευση των λοιμωξιολόγων, οι οποίοι με τις αντιφατικές κάποτε τοποθετήσεις τους γίνονται εύκολα βορά στους Μπρανκαλεόνε της αμφισβήτησης των υγειονομικών μέτρων.

Αυτό σημαίνει ότι η ενότητα και η ομοψυχία γύρω από τους 3 ή 4 απλούς κανόνες υγειονομικής αυτοπροστασίας της κοινωνίας, είναι ένα ανοιχτό πεδίο για την πολιτική ηγεμονία και μπορούσε να αφορά περισσότερο την αντιπολίτευση, κομματική, κοινωνική ή πνευματική, παρά την κυβέρνηση.

Κανείς, ωστόσο, από τις ηγεμονικές αντιπολιτευόμενες φωνές δεν συνειδητοποίησε το κρίσιμο αυτό σημείο. Αντίθετα, ως αντιπολίτευση λογίζεται η… επίθεση στην «κοινωνική ομοψυχία» που υποτίθεται ότι γίνεται μόνο προς… υποστήριξη της κυβέρνησης (!). Μιας κυβέρνησης όμως που δεν μπορεί να επιτύχει ικανοποιητικά μια τέτοια ομοψυχία, και θα πρέπει να θεωρηθεί υπόλογη γι’ αυτό. Όμως ούτε η αντιπολίτευση είναι ικανή να πετύχει την κοινωνική ομοψυχία. Σε καμία εκδοχή της, ούτε η κοινοβουλευτική, ούτε η εξωκοινοβουλευτική, ούτε και η facebookική.

Άρα, η κρίση και παρακμή του ελληνικού πολιτικού κόσμου, γενική πια, μας σέρνει πιο βαθιά μέσα στη δίνη της πανδημίας. Αυτό συμβαίνει προς το παρόν. Και επειδή η κρίση βιώνεται πολύ επώδυνα, είναι όλο και πιο έντονη η ανάγκη να γυρίσει η κοινωνία σελίδα και να τα αφήσει πίσω της όλα αυτά, δηλαδή την ανεπάρκεια της υπάρχουσας πολιτικής διάταξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :