Translate the article and read it to your Language

Οι σχέσεις και η συμβολή της Κύπρου στη Φιλική Εταιρεία 1821



 




Της Μαρίας Χριστοδούλου*


Η μυστική οργάνωση με την ονομασία «Φιλική Εταιρεία» έδωσε σάρκα στην άυλη ελληνική ιδέα. Ιδρύθηκε ανήμερα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, στην Οδησσό της Ρωσίας από τους Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθο με μυστικό πρόγραμμα την παρασκευή και εξέγερση του ελληνικού γένους και την ανατροπή του Σουλτάνου και της Οθωμανική Αυτοκρατορίας.


Από την περίοδο της προετοιμασίας της Επανάστασης δραστηριοποιήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία πολλοί Κύπριοι που διέμεναν στην Ευρώπη, καθώς και στις παροικίες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ο ανιψιός του Εθνομάρτυρα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, Νικόλαος Θησέας, μετέτρεψε το εμπορικό γραφείο του στη Μασσαλία σε κέντρο συλλογής εφοδίων και στράτευσης Φιλελλήνων, πριν ο ίδιος βρεθεί στην Πελοπόννησο και διαθέσει την τεράστια περιουσία του στον Αγώνα.[1] Ο Θεόδωρος Kολοκοτρώνης έγραψε για τον Νικόλαο πως δαπανών εξ ιδίων του πάντοτε, δεν κατεδέχθη να επιβαρύνη εις ουδεμίαν περίστασιν το Eθνικόν Tαμείον.[2]


Οι Φιλικοί επισκέπτονταν τις ελληνικές περιοχές, όπου μυούσαν τους προκρίτους για να παρακινήσουν με τη σειρά τους τον λαό όταν έφτανε η ώρα. Έτσι και στην Κύπρο. Σύμφωνα με την παράδοση, όσοι Φιλικοί επισκέφθηκαν την Κύπρο φιλοξενούνταν σε υπόγειο χώρο (κρύπτη) της Ελληνικής Σχολής (σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο), απέναντι από την Αρχιεπισκοπή.[3] Ο Φίλιος Ζαννέτος υποστηρίζει ότι ένας κληρικός, ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς, ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, αδερφός του Νικόλαου, και τρεις λαϊκοί, οι Δημήτριος Ύπατρος, Στέργιος Χατζηκώστας[4] και Αντώνιος Πελοπίδας, πράκτορες της Εταιρείας επισκέφτηκαν διαδοχικά την Κύπρο, ερχόμενοι σε επικοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους.[5] Ο Φιλικός Δημήτριος Ύπατρος από το Μέτσοβο φαίνεται να ήταν εκείνος που προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη, μέσω Αλεξάνδρειας, είχε μυστικές επαφές με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, εξασφαλίζοντας την υπόσχεση τόσο του Αρχιεπισκόπου όσο και διαφόρων προκρίτων να συνδράμουν όσο και όπως μπορούσαν τον προετοιμαζόμενο αγώνα.[6] Η τότε ηγεσία των Ελλήνων της Κύπρου, ωστόσο, θεώρησε πως θα ήταν επιπόλαιο, ανούσιο και, πιθανότατα, ολέθριο να συμμετάσχει η νήσος στην Επανάσταση. Κύριοι λόγοι ήταν η μεγάλη απόσταση που είχε από την ενδοχώρα, αλλά και η μικρή απόσταση που την χώριζε από το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, με το εθνεγερτήριο σάλπισμα, σκίρτησε μεν και η Κύπρος, έμεινε όμως εκτός του Αγώνα.


Τόσο ο ονομαστικός κατάλογος των Φιλικών του Ιωάννη Φιλήμονα που δημοσιεύτηκε το 1853, όσο και ο κατάλογος του Βαλέριου Γ. Μεταξά του 1937 δεν αναφέρουν κανένα Κύπριο, πέρα από τον δάσκαλο Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη.[7] Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία τον Οκτώβριο του 1819, από τον Γρηγόριο Δίκαιο, τον γνωστό Παπαφλέσσα. Με εντολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη εγκατέλειψε την Πόλη στα τέλη του 1820, μαζί με τον Παπαφλέσσα, του οποίου παρέμεινε στενός συνεργάτης μέχρι και τον θάνατό του, το 1825.


Τον Οκτώβριο του 1820 πραγματοποιήθηκε στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, κοντά στα σημερινά σύνορα της Ουκρανίας με τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, η κρίσιμη συνέλευση των Φιλικών, όπου εκπονήθηκε το «Γενικόν Σχέδιον» της εξέγερσης. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι ενώ το «Σχέδιον» δεν αναφέρεται σε κανένα από τα νησιά, το 15ο άρθρο του αφορά συγκεκριμένα στην Κύπρο. Δημοσιεύτηκε από τον Ιωάννη Φιλήμονα το 1853:


Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ. Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα ή τροφάς, όσας δυνηθή. Λοιπόν ο Καλός [Αλέξανδρος Υψηλάντης] πρέπει να γράψη προς την Μακαριότητά του προτρεπτικά δηλοποιών των πραγμάτων την κατάστασιν, διά να φιλοτιμηθή να βοηθήση αναλόγως τη φήμη της νήσου εκείνης, την οποίαν έχουν το προνόμιον οι Κύπριοι να διοικούν αυτοί σχεδόν τοσούτους χρόνους. Ταύτα δε τα γράμματα ο ρηθείς Πελοπίδας [Αντώνιος Πελοπίδας, «απόστολος» των Φιλικών στην Αίγυπτο], ή προτού, ή επιστρέφων εξ Αιγύπτου, να περάσει εις Κύπρον και να εγχειρίσει τη αυτού Μακαριότητι, διά να εμβάση τα χρήματα ο άγιος Κύπρου εις Κωνσταντινούπολιν, ή να στείλη τας τροφάς, όπου διορισθή· και τέλος να σκεφθή, πώς να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς.[8]


Η σχετική επιστολή του Υψηλάντη με την οποία εξουσιοδότησε τον Πελοπίδα ανέφερε ότι:


Ἐγχείρησα εἰς τόν ρηθέντα κύριον Ἀρχιμανδρίτην Δικαῖον γράμματα πρός τούς ἀδελφούς εἰς Αἲγυπτον καί πρός τόν ἃγιον Κύπρου. Παραλάβατε τά γράμματα ταῦτα καί κινήσατε ἀμέσως πρός τά μέρη ἐκεῖνα, διά νά φανερώσητε πρός τούς ἀγαθούς συμπατριώτας μας, ὃτι ἡ  ἐφετή ὣρα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ  ἱεροῦ  ἡμῶν σκοποῦ δέν εἶναι μακράν, καί νά τούς παρακινήσητε διά νά καταβάλωσιν, ὂχι μόνον ὃσα ἓκαστος εὐόρκως ὑπεσχέθη, ἀλλά καί ἂλλα περισσότερα ἀκόμη διά τήν μεγάλην τῆς πατρίδος ἀνάγκην. Ἐπιστρέφοντες δέ ἐκεῖθεν περνᾶτε διά τῆς Κύπρου, ὃπου ἐγχειρίζοντες τό γράμμα πρός τόν Ἀρχιερέα, τόν παρακινεῖτε νά συνεισφέρῃ τά τῆς ὑποσχέσεώς του, τά ὁποῖα παραλαμβάνοντες ἀποπλέετε πάραυτα ἢ μόνος ἢ καί μετά τινος ἀνθρώπου τοῦ  Ἀρχιερέως διά τήν Παλαιάν Πάτραν τῆς Πελοποννήσου, ὃπου παραδίδετε τά πάντα εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Ἰωάννου Παππᾶ Διαμαντοπούλου, παρά τοῦ  ὁποίου λαμβάνετε τάς ἀναγκαίας ἀποδείξεις.


Ὁ ζῆλος καί ἡ προθυμία σας μέ βεβαιώνουσιν, ὃτι τά ἒργα σας θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν ἐλπίδων μου, διά τοῦτο δέν σᾶς παροτρύνω περισσότερον, ἀλλά σᾶς ἀσπάζομαι φιλικῶς καί μένω ὃλος


εὒνους ἀδελφός σας


Αλέξανδρος Ὑψηλάντης[9]


Εξάλλου, σχετικά με την όλη αποστολή του Πελοπίδα στην Κύπρο είχε από τις παραμονές της Επανάστασης, στις 8 Οκτωβρίου 1820, ενημερωθεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, με το σύνθημα «η έναρξις του Σχολείου εγγίζει», καθώς  οι χρηματικές εισφορές υποτίθετο πως θα διατίθεντο για ανέγερση σχολείου.


Μακαριώτατε καί φιλογενέστατε Δέσποτα,


Ὁ φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ἳπατρος μέ ἐβεβαίωσε περί τῆς γενναίας συνεισφορᾶς, τήν ὁποίαν ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης ὑπεσχέθη πρός αὐτόν διά τό Σχολεῖον τῆς Πελοποννήσου. Ὃθεν, ὡς γενικός ἒφορος τοῦ Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου ἀπαραίτητον νά εὐχαριστήσω τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα καί νά τήν εἰδοποιήσω ὃτι ἡ  ἒναρξις τοῦ Σχολείου ἀγγίζει. Διά τοῦτο λοιπόν στέλλω ἐξεπίτηδες τόν κύριον Ἂντώνιον Πελοπίδαν, ἂνδρα ἐνάρετον, φιλογενῆ καί πάσης πίστεως ἂξιον, διά νά τήν βεβαιώσῃ καί διά ζώσης φωνῆς τήν ὃσον οὓπω ἀνέγερσιν τοῦ  ἱεροῦ τούτου καταστήματος. Ἂς ταχύνῃ λοιπόν ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης νά ἐμβάσῃ τόσον τῆς ὑμετέρας Μακαριότητος τάς συνεισφοράς, ὃσον καί τῶν λοιπῶν αὐτοῦ  ὁμογενῶν, εἴτε χρηματικάς, εἴτε εἶναι ζῳοτροφίας πρός τόν ἐν παλαιῷ Πατρᾷ τῆς Πελοποννήσου κύριον Ἰωάννην Παππᾶ Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αὐτάς ἢ μέ ἂνθρωπόν της ἐπίτηδες ἢ μέ τόν κομιστήν τοῦ παρόντος μου.


Ὤν δέ εὒελπις, ὃτι ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθῇ νά δείξῃ τήν συνεισφοράν ἀξίαν τοῦ μεγάλου ζήλου καί πατριωτισμοῦ Αὐτῆς τε καί ὃλου της τοῦ ποιμνίου, ἐξικετεύω τάς μακαρίους Αὐτῆς εὐχάς καί μένω μέ βαθύ σέβας


τῆς ὑμετέρας Μακαριότητος


τέκνον εὐπειθές


Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης[10]


Δεν υπάρχουν, ωστόσο, μαρτυρίες που να αποδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η επίσκεψη και συλλογή των παραπάνω χρημάτων έγινε κατορθωτή. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά είναι ότι οι σφαγές του Ιουλίου του 1821 υπήρξαν το τέλος της οποιασδήποτε επαναστατικής –ένοπλης και μη– κίνησης στο νησί. Αφορμή για τα γεγονότα του Ιουλίου του 1821 υπήρξε, κυρίως, η άφιξη, στη Λάρνακα, του Θεοφύλακτου Θησέως, ο οποίος σκόρπισε επαναστατικές προκηρύξεις και επιστολές· πληροφορίες για τα ακριβή σχέδια του Θησέως στην Κύπρο δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής.[11] Τότε, ο Τούρκος διοικητής της Κύπρου, Κουτσιούκ Μεχμέτ, έστειλε στην Υψηλή Πύλη έναν κατάλογο με 96 πρόσωπα ζητώντας τη θανάτωσή τους, ως «συνεννοηθέντων προς εξέγερσην μετά των επαναστατησάντων Ελλήνων».[12] Αποτέλεσμα ήταν τα τραγικά γεγονότα της 9ης Ιουλίου. Πρώτοι εκτελέστηκαν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κηρυνείας, ενώ οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου. Σχεδόν 500 άνθρωποι θανατώθηκαν, με την Κύπρο να πληρώνει βαρύ τίμημα, παρά την μην ενεργή συμμετοχή της στον Αγώνα για Ελευθερία.


[1] Kωστής Kοκκινόφτας, «Φιλελληνισμός και Kύπρος κατά την Eλληνική Eπανάσταση», στο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (εκδ.), Ο Διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση. Πρακτικά Ε΄ Συνεδρίου (Αθήνα, 2017), σσ. 313-5.


[2] Παρατίθεται στο Eμμανουήλ Πρωτοψάλτης, H Kύπρος εις τον αγώνα του 1821 (Aθήνα: Εκδόσεις Ενώσεως Κυπρίων Ελλάδας, 1971), σσ. 40-1.


[3] Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπριοι Εθελοντές στην Επανάσταση του 1821», Χρονικό, 57 (2009), σ. 6.


[4] Μάριος Μυλωνάς, Έλληνες της Κύπρου (Λευκωσία: [χ.ε], 2017), σ. 13.


[5] Φίλιος Ζαννέτος, Η Κύπρος κατά τον Αιώνα της Παλιγγενεσίας, 1821-1930 (Αθήνα: Δ. Δέλη & Ι. Τσίπη-Μιλτιάδου, 1930), σ.  12.


[6] Εμμανουήλ Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα: Βεργίνα, 2001),  σ. 27. Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, «Η Φιλική Εταιρεία», στο Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας Οδησσός. Ιστορικά – Κατάλογος (Αθήνα: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, 2008), σ. 88.


[7] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (Αθήνα: Π. Σούτσα & Α. Κτενά, 1859), σ. 401. Βαλέριος Γ. Μεταξάς, Οι Φιλικοί. Κατάλογος των Μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του Αρχείου Σέκερη (Αθήνα: [χ.ε.], 1937), σ. 64.


[8] Φιλήμων, Ό.π., σσ. 53-4.


[9] Παρατίθεται στο Πρωτοψάλτης, Ό.π., σ. 14.


[10] Ό.π., σ. 15.


[11] Γεώργιος Ι. Κηπιάδης, Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη Νήσω Κύπρω Τραγικών Σκηνών (Αλεξάνδρεια: Ομόνοια, 1888), σ. 10.


[12] Ο Φιλήμωνας αναφέρει κατάλογο 486 προσώπων. Ωστόσο, ένα Οθωμανικό κατάστιχο μετριάζει τον αριθμό αυτό σε 96. Παπαπολυβίου, Ό.π., σ. 6. Φιλήμων, Ό.π., σ.


Βιβλιογραφία:


Ζαννέτος, Φίλιος, Η Κύπρος κατά τον Αιώνα της Παλιγγενεσίας, 1821-1930 (Αθήνα: Δ. Δέλη & Ι. Τσίπη-Μιλτιάδου, 1930)


Κηπιάδης, Γεώργιος Ι.,  Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη Νήσω Κύπρω Τραγικών Σκηνών (Αλεξάνδρεια: Ομόνοια, 1888)


Κοκκινόφτας, Κωστής, «Φιλελληνισμός και Kύπρος κατά την Eλληνική Eπανάσταση», στο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (εκδ.), Ο Διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση. Πρακτικά Ε΄ Συνεδρίου (Αθήνα 2017), σσ. 313-5


Μαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., «Η Φιλική Εταιρεία», στο Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας Οδησσός. Ιστορικά – Κατάλογος (Αθήνα: Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, 2008)


Μεταξάς, Βαλέριος Γ.,  Οι Φιλικοί. Κατάλογος των Μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του Αρχείου Σέκερη (Αθήνα: [χ.ε.], 1937)


Μυλωνάς, Μάριος, Έλληνες της Κύπρου (Λευκωσία: [χ.ε], 2017)


Ξάνθος, Εμμανουήλ, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας (Αθήνα: Βεργίνα, 2001)


Παπαπολυβίου, Πέτρος, «Κύπριοι Εθελοντές στην Επανάσταση του 1821», Χρονικό, 57 (2009), σσ. 1-22


Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, H Kύπρος εις τον αγώνα του 1821 (Aθήνα: Εκδόσεις Ενώσεως Κυπρίων Ελλάδας, 1971)


Φιλήμων, Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (Αθήνα: Π. Σούτσα & Α. Κτενά, 1859).


*Η Μαρία Χριστοδούλου κατάγεται από τη Λυσό της Πάφου και τον κατεχόμενο Άγιο Γεώργιο Κερύνειας. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Leeds, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιου Κύπρου και υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Leicester με θέμα διατριβής ‘Politics and Everyday Life in a Divided City: Nicosia, 1955-1974’. Συμμετείχε σε τοπικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και τόμους για τη Νεώτερη και Σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Τομείς των ερευνητικών της ενδιαφερόντων αποτελούν η εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας, η έννοια της καθημερινότητας και η αλληλεπίδραση των «κοινών θνητών» στον υπό αυξανόμενη βία και πίεση χωροχρόνο, η θεωρία της Ιστορίας, καθώς και η ιστορία των δασών της Κύπρου. Από το 2020 εργάζεται στο Τμήμα Ιστορίας και Τέχνης του δικηγορικού γραφείου «Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ».


http://cyprusgreece2021.com

Δεν υπάρχουν σχόλια :