Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Το Brexit ως βρετανική στρατηγική αυτοκτονία;

14 μήνες μετά την απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και 5 μήνες μετά την επίσημη εκκίνηση της διαδικασίας του άρθρου 50 ΣΕΕ
με την επιστολή της Theresa May προς τον πρόεδρο της ΕΕ Ντόναλντ Τουσκ, η εικόνα παραμένει θολή. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των επικεφαλής διαπραγματευτών David Davis και Michel Barnier ξεκίνησαν τον Ιούνιο, αλλά δεν φαίνονται να προχωρούν με κάποιο σχέδιο, ενώ το χρονικό ορόσημο της αυτόματης αποχώρησης (Μάρτιος 2019) πλησιάζει. Σοβαροί σχολιαστές χαρακτηρίζουν το Brexit ως συνταγή παρακμής και επισημαίνουν ότι η αδύναμη διαπραγματευτική θέση της Μ. Βρετανίας έναντι της ΕΕ θα την εξαναγκάσει σε σημαντικές υποχωρήσεις ή αλλιώς σε άτακτη έξοδο με μεγάλο κόστος.

Όμως υπάρχει μια παράμετρος του Brexit που δεν έχει συζητηθεί πολύ. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση αντιβαίνει σε μια κεντρική αρχή της βρετανικής στρατηγικής απέναντι στην Ευρώπη επί αιώνες: την ανάμειξη της Βρετανίας στις ευρωπαϊκές υποθέσεις με τρόπο που αποτρέπει την ένωση της ηπειρωτικής Ευρώπης υπό ενιαία πολιτική ηγεσία. Το ενδεχόμενο ένωσης της Ευρώπης υπό ενιαία πολιτική ηγεσία γινόταν επί αιώνες αντιληπτό ως στρατηγική απειλή για τη Μ. Βρετανία, διότι μια ενιαία Ευρώπη υπό εχθρική πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά τη Βρετανία με εισβολή (όπως πράγματι απειλήθηκε το 1804 και το 1940) ή να την αποκλείσει εμπορικά από την ηπειρωτική Ευρώπη (όπως επιχείρησε ο Ναπολέων με το “Ηπειρωτικό Σύστημα” από το 1806 ως το 1814). Έχοντας ως γνώμονα την αποτροπή της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης υπό ενιαία ηγεσία, η Μ. Βρετανία επεδίωκε συνήθως την εξισορρόπηση της ισχύος του απειλητικότερου γι’ αυτήν κράτους της ηπειρωτικής Ευρώπης, υποστηρίζοντας συμμαχίες των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών εναντίον του. Ουδέποτε δίστασε να συμμαχήσει με παλιότερους εχθρούς όταν οι στρατηγικές συνθήκες το επέβαλλαν, με γνώμονα το γνωστό απόφθεγμα του Πάλμερστον, “η Μ. Βρετανία δεν έχει μόνιμους φίλους ή εχθρούς, έχει μόνιμα συμφέροντα”. Ενδεικτικά, η Μ. Βρετανία στις αρχές του 18ου αιώνα συμμάχησε με την παλιά αντίπαλο Ολλανδία και τη Γαλλία κατά της ισχυρής και απειλητικής Ισπανίας, στις αρχές του 19ου αιώνα με την Πρωσία και τη Ρωσία κατά της ναπολεόντειας Γαλλίας, ενώ στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα (Α΄ και Β΄ ΠΠ) συμμάχησε με την παλιά αντίπαλο Γαλλία κατά της επιθετικής Γερμανίας.

Η είσοδος της Μ. Βρετανίας στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν πρωτίστως μια προσπάθεια αποτροπής της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ενοποίησης ερήμην της Μ. Βρετανίας, και δευτερευόντως μια προσπάθεια συνδιαμόρφωσής της εκ των έσω. Υπήρχε βεβαίως και η παράμετρος της ενδυνάμωσης του τότε δυτικού–ευρωατλαντικού “στρατοπέδου” στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, αλλά αυτή αφορούσε κυρίως το στρατηγικό κίνητρο των ΗΠΑ που ευνόησαν τον “γάμο”. Το βασικό κίνητρο της Μ. Βρετανίας ήταν ο φόβος μιας πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης ερήμην της. Όπως το συνόψισε ο πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλλαν σε συνομιλίες με τον Γάλλο πρόεδρο Ντε Γκωλ το 1958, “η Κοινή Αγορά είναι επαναφορά του Ηπειρωτικού Συστήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να το δεχθεί και σας παρακαλώ να το εγκαταλείψετε (The Common Market is the continental system all over again. Britain cannot accept it; I beg you to give it up)”. Η Μ. Βρετανία αντιπρότεινε ένα χαλαρότερο σύστημα ελεύθερων συναλλαγών, που όμως δεν έπεισε τα έξι ιδρυτικά κράτη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία) να εγκαταλείψουν το εγχείρημά τους.

Όταν η προσπάθεια αποτροπής της δημιουργίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απέτυχε, η Μ. Βρετανία ζήτησε το 1961 να καταστεί μέλος τους, επιλέγοντας τελικά (ορθώς από στρατηγική άποψη) να συμμετάσχει στο εγχείρημα, ώστε αυτό να μην εξελιχθεί ερήμην της. Αυτή η παράμετρος ίσως λησμονείται σήμερα, αλλά ήταν απολύτως σαφής στους ίδιους τους Βρετανούς, και στον στρατηγό Ντε Γκωλ, ο οποίος άσκησε βέτο και αντιστάθηκε σθεναρά στην είσοδο της Μ. Βρετανίας. Ο Γάλλος ηγέτης αντιλαμβανόταν τη βρετανική υποψηφιότητα ως προσπάθεια αποτροπής της πολιτικής ενοποίησης της “Ευρώπης των εθνών”, και πρόσδεσής της στο αμερικανικό-αγγλοσαξονικό άρμα ως παράρτημα της ατλαντικής συμμαχίας. Μόνο μετά την αποχώρηση του Ντε Γκωλ από την προεδρία της Γαλλίας το 1969 και τον θάνατό του (1970) κάμφθηκαν οι γαλλικές αντιρρήσεις και η Μ. Βρετανία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1972-1973).

Αυτή την δύσκολα κερδισμένη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που ανταποκρινόταν στα διαχρονικά στρατηγικά της συμφέροντα, απεμπολεί η Μ. Βρετανία με το Brexit. Ίσως περισσότερο και από τις οικονομικές επιπτώσεις, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα για τη Μ. Βρετανία θα είναι η πιθανή εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης ερήμην της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τουσκ, Γιούνκερ και οι μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν τη βρετανική έξοδο με αυτοπεποίθηση και χαλαρότητα: αφ’ ενός βρίσκονται σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση λόγω της διαδικασίας του άρθρου 50 ΣΕΕ, και αφ’ ετέρου η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας είναι για ορισμένες χώρες ευπρόσδεκτη, καθώς θεωρείται ότι εξαλείφει ένα βασικό εμπόδιο στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση. Παράλληλα η εναντίωση της Σκοτίας και της Ιρλανδίας στην αποχώρηση από την Ε.Ε δείχνει πόσο σύντομα μπορούν να αναβιώσουν οι ιστορικές αντιπαλότητες, καθώς ανά τους αιώνες οι δύο περιοχές υπήρξαν παραδοσιακά “προγεφυρώματα” των ηπειρωτικών ευρωπαϊκών κρατών στις βρετανικές νήσους.

Είναι λοιπόν το Brexit μια στρατηγική αυτοκτονία; Αυτό θα ήταν ένα λογικό συμπέρασμα, καθώς το αποτέλεσμά του είναι αυτό που η βρετανική πολιτική έναντι της Ευρώπης επιδίωκε επί πολλούς αιώνες να αποτρέψει: η προώθηση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης ερήμην της Μ. Βρετανίας και ίσως (αναλόγως των όρων εξόδου που θα συμφωνηθούν), ο ουσιαστικός αποκλεισμός της Μ. Βρετανίας από την ευρωπαϊκή αγορά. Από μια ορθολογική οπτική γωνία, η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων στις 23 Ιουνίου 2016 αξιολογείται ως επιζήμια για τη χώρα τους: όπως συμβαίνει συχνά, οι λαϊκίστικες κορώνες περί έθνους έβλαψαν τα εθνικά συμφέροντα, και μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση, την επί αιώνες κεντρική στρατηγική της Μ. Βρετανίας. Αλλά οι λαοί δεν αποφασίζουν πάντοτε ορθολογικά, ιδίως όταν καθοδηγούνται από δημαγωγούς που πέτυχαν να αγγίξουν μια βαθύτερη φλέβα του εθνικού ψυχισμού. Τότε οι λαοί παίρνουν τις υπαρξιακές πολιτικές τους αποφάσεις με ανορθολογικά κριτήρια και πληρώνουν το κόστος των επιλογών τους.

πηγη

1 σχόλιο :

  1. Η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν αυτοκτονία;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή