Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Η πολιτική της ήπιας ρήξης

Η Ελλάδα πρέπει να πάψει να σκύβει το κεφάλι, αλλάζοντας αμέσως στάση απέναντι στη Γερμανία – να επιλέξει τη λελογισμένη αλλά αποφασιστική σύγκρουση μαζί της με όλα τα ρίσκα που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, χωρίς όμως την πρωτοβουλία της απόφασης εξόδου από την Ευρωζώνη.

Γράφει ο Άρης Οικονόμου
«Θα πρέπει να πάψουν να υπογράφονται μνημόνια και να εφαρμόζονται νέα μέτρα, να σταματήσει αμέσως η πολιτική της υποτέλειας και των υποκλίσεων, καθώς επίσης να δοθεί οριστικό τέλος στη διεθνή ζητιανιά – ακόμη και αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, εκβιαζόμενη στην έξοδο από την Ευρωζώνη»

Σε μία χώρα που έχει μετατραπεί πια σε αποικία, έχουν ελάχιστο νόημα οι πολιτικές ιδεολογίες, χωρίς φυσικά να τις υποτιμάει κανείς – επειδή προηγείται το να είναι όλοι ενωμένοι. Το κυρίως ζητούμενο είναι η ανάκτηση της εθνικής της κυριαρχίας που προϋποθέτει την επιστροφή της σε μία βιώσιμη, μη συγκυριακή πορεία ανάπτυξης – η οποία, κατά την άποψη μας, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί χωρίς το διακανονισμό των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών.


Ο λόγος είναι το ότι, εάν δεν προηγηθεί ο διακανονισμός των χρεών, δεν μπορεί να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα και των δύο τομέων, οπότε δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ο απαραίτητος δανεισμός για τη διεξαγωγή επενδύσεων – όπου, σε εποχές παρατεταμένης ύφεσης, προηγείται το δημόσιο και ακολουθούν οι ιδιώτες. Για παράδειγμα, ακόμη και αν είχαν να δανείσουν χρήματα οι ελληνικές τράπεζες δεν θα έβρισκαν σε ποιούς θα τα έδιναν – αφού είτε δεν υπάρχουν αξιόχρεοι οφειλέτες, είτε κανένας δεν δανείζει μελλοντικούς ανέργους ή υπό χρεοκοπία επιχειρήσεις, είτε δεν θέλουν να χρεωθούν αυτοί που θα μπορούσαν, αφού δεν βλέπουν καμία μελλοντική προοπτική και φοβούνται να αναλάβουν ρίσκα. Οι επενδύσεις με τη σειρά τους δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, αυξάνουν τα εισοδήματα των εργαζομένων/επιχειρηματιών και τονώνουν τη ζήτηση/κατανάλωση – οπότε απαιτούνται καινούργιες επενδύσεις για να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση κοκ., με αποτέλεσμα η οικονομία της χώρας να εισέρχεται στον ανοδικό (ενάρετο) σπειροειδή κύκλο της ανάπτυξης.


Αναφερόμενοι βέβαια σε επενδύσεις δεν εννοούμε τις αποκρατικοποιήσεις, αφού δεν πρόκειται για νέες δραστηριότητες – πόσο μάλλον όταν είναι σκανδαλώδεις, όπως η πρόσφατη της FRAPORT, όπου ουσιαστικά το δημόσιο πλήρωσε για να πουλήσει μόνο τα κερδοφόρα αεροδρόμια κρατώντας τα ζημιογόνα, οπότε δεν μείωσαν ούτε καν το χρέος. Εκτός αυτού, οι κερδοφόρες δημόσιες εταιρείες που εκποιούνται σε ξένους αυξάνουν μεν τις εισπράξεις του δημοσίου για το χρόνο που διενεργούνται, αλλά μειώνουν τα έσοδα του προϋπολογισμού στο διηνεκές, αφού χάνει τα κέρδη τους (μερίσματα) – ενώ, ακόμη χειρότερα, τα κέρδη οδηγούνται στο εξωτερικό, κλιμακώνοντας σταδιακά τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οπότε τα εξωτερικά χρέη της χώρας.


Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως δεν πρέπει να διενεργηθούν ιδιωτικοποιήσεις, με εξαίρεση τις κοινωφελείς και στρατηγικές επιχειρήσεις του Δημοσίου, όπως για παράδειγμα οι εταιρείες ύδρευσης και ενέργειας που έχουν βάλλει στο στόχαστρο τους οι Γάλλοι και οι Γερμανοί – αφού το κράτος δεν είναι ο καταλληλότερος επιχειρηματίας, οπότε πρέπει να διατηρήσει στην ιδιοκτησία του μόνο τους παραπάνω κλάδους. Είναι όμως σημαντικό να προτιμηθούν Έλληνες, έντιμοι και ικανοί φυσικά, για να παραμείνουν τα έσοδα εντός της χώρας – ενώ ως σπουδαιότερο θεωρούμε το να δρομολογηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις όταν αρχίσει να αναπτύσσεται η οικονομία, έτσι ώστε να μην πουληθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις σε εξευτελιστικές τιμές.





Επόμενο σημείο είναι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης και των μνημονίων, η οποία πρέπει να σταματήσει πια – μεταξύ άλλων επειδή έχουν επιτευχθεί οι στόχοι της, όπως η ανταγωνιστικότητα των μισθών που είναι πλέον οι χαμηλότεροι στην Ευρωζώνη, με το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να αποτελεί το δεύτερο μικρότερο μετά τη Γερμανία (γράφημα). Το έλλειμμα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που συνεχίζει να υπάρχει μηδενίζεται μόνο με τη διεξαγωγή επενδύσεων – ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι πια ισορροπημένο, οπότε τα μνημόνια είναι περιττά.


Φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζονται επί πλέον μεταρρυθμίσεις, όπως στο δημόσιο – όπου όμως δεν υπάρχει λόγος μείωσης των εργαζομένων ή των αμοιβών τους, αφού ο αριθμός τους είναι ανάλογος με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό που απαιτείται είναι η αποτελεσματικότερη λειτουργία του, καθώς επίσης η καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής – ενώ κάτι ανάλογο πρέπει να γίνει με τους υπόλοιπους Θεσμούς, οι οποίοι έχουν τεράστια ελλείμματα (άρθρο).
Η πολιτική των μνημονίων
Περαιτέρω, έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά πως τα μνημόνια που επιβλήθηκαν στη χώρα μας ήταν ένα εκ προμελέτης έγκλημα – όπως άλλωστε η υπαγωγή της στο ΔΝΤ, το PSI, οι παράνομες δανειακές συμβάσεις με κριτήριο το Σύνταγμα μας κοκ. Το κόμμα δε που τάθηκε από την αρχή εναντίον των μνημονίων ήταν η ΝΔ του κ. Σαμαρά – ο οποίος στη συνέχεια αντιστάθηκε μεν στην τήρηση τους, αλλά συμβιβάσθηκε λόγω των πιέσεων που του ασκούταν από τους πιστωτές, κυρίως όμως από την παράταξη, με την οποία συγκυβερνούσε.


Ο κ. Σαμαράς αύξησε τις δαπάνες του δημοσίου, μεταξύ άλλων με το επίδομα του 2014, ενώ άλλαξε το ίδιο έτος σημαντικά την πολιτική των μνημονίων, όπως έχουμε τεκμηριώσει με νούμερα (πηγή) – με αποτέλεσμα τότε να επιτευχθεί ένας μικρός ρυθμός ανάπτυξης, δίνοντας για πρώτη φορά προοπτική στην οικονομία μας.


Αντίθετοι και άρα υπέρ των μνημονίων ήταν τότε τόσο ο σημερινός αντιπρόεδρος του κόμματος, όσο και ο πρόεδρος του – ο οποίος σήμερα υπόσχεται παραδόξως στους Έλληνες την ανάληψη της «ιδιοκτησίας των μνημονίων», άρα την πιστή τήρηση τους!Προφανώς υποθέτει πως απευθύνεται σε εντελώς ανόητους Πολίτες, τους οποίους μπορεί να πείσει ισχυριζόμενος ότι θα μειώσει τη φορολογία και θα αυξήσει τις επενδύσεις – παρά το ότι τίποτα από τα δύο δεν μπορεί να επιτευχθεί με την ταυτόχρονη εφαρμογή της πολιτικής των μνημονίων, πόσο μάλλον χωρίς το διακανονισμό των χρεών.


Βέβαια όπως η κυβέρνηση, έτσι και η αξιωματική αντιπολίτευση ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει καμία άλλη λύση (ΤΙΝΑ), εάν θέλουμε να παραμείνουμε εντός της Ευρωζώνης – εκτός από τα μνημόνια στο διηνεκές (μετά το 2018 μέσω του ESM), καθώς επίσης από την πολιτική της υποτέλειας και των υποκλίσεων. Ακόμη όμως και αν ήταν έτσι, η δήθεν υφιστάμενη λύση ασφαλώς δεν είναι λύση – αφού δεν θα μας επιτρέψει ποτέ να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία. Οδηγεί δε επί πλέον στην υφαρπαγή του δημοσίου και ιδιωτικού μας πλούτου σε συνθήκες κυλιόμενης χρεοκοπίας, ενώ μετατρέπει σταδιακά εμάς και τα παιδιά μας σε εξαθλιωμένους σκλάβους χρέους – σε δουλοπάροικους καλύτερα της γερμανικής κυρίως βιομηχανίας.


Όταν θα ξεκινήσουν πάντως οι ηλεκτρονικές κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί από τις αφελληνισμένες πλέον τράπεζες, σε συνθήκες αγγλικού δικαίου, τότε θα καταλάβουμε τι ακριβώς «παίζεται» – ενώ μπορεί μεν κάποιες επιχειρήσεις ή νοικοκυριά να διαχειρίσθηκαν άσχημα τα οικονομικά τους, οπότε εύλογα πληρώνουν το αντίτιμο, αλλά οι περισσότεροι είναι θύματα της ύφεσης και των μνημονίων, της ανεργίας, της κατακόρυφης μείωσης των μισθών, της κατάρρευσης του τζίρου λόγω ύφεσης, της πτώσης των τιμών των ακινήτων για τις ίδιες αιτίες κοκ.
Η έξοδος από το ευρώ
Όσον αφορά τώρα αυτούς που τάσσονται υπέρ εξόδου από το ευρώ, έχουν δίκιο εάν εννοούν πως η Ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη εφόσον δεν ενωθεί δημοσιονομικά, τραπεζικά και πολιτικά – αφού δεν διαθέτει κανένα μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων, ενώ το ευρώ χρησιμοποιείται από τη Γερμανία που έχει αναδειχθεί στην κυρίαρχη δύναμη μέσω της κρίσης (ανάλυση), ως το νούμερο ένα όπλο για την κατοχή των εταίρων της (από την οποία δεν θα ξεφύγει ούτε η Γαλλία).


Έχουν επίσης δίκιο εάν δεν επιθυμούν να είναι μη ισότιμα μέλη, προτεκτοράτα καλύτερα του 4ου Ράιχ που δημιουργείται, εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες των Η.Π.Α. – αφού ναι μεν όλοι οι Έλληνες θέλουν να ανήκουν στην Ευρώπη, αλλά όχι σε ένα «γερμανικό κατασκεύασμα» ή, ακόμη χειρότερα, ως αποικία. Δεν το θέλουν ούτε πολλοί Γερμανοί – όπως ο γερμανός ευρωβουλευτής F.D. Masi, ο οποίος εγκατέλειψε το ευρωκοινοβούλιο επειδή η καγκελάριος «αποφασίζει και διατάζει» μόνη της.
Δήλωσε δε ότι, εάν θέλει κανείς να διασώσει την ευρωπαϊκή ιδέα, θα πρέπει να αλλάξει τη Γερμανία – πως στις Βρυξέλες όλοι χορεύουν στο ρυθμό της κυρίας Merkel, ενώ το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να νομοθετήσει μόνο του και δεν έχει καμία πρωτοβουλία. Μπορεί μόνο να αλλάξει τους νόμους της Κομισιόν, αλλά πρέπει τότε να συμφωνήσουν όλα τα κράτη μέλη – όπου όμως η Γερμανία παίζει ξανά το πρώτο βιολί (πηγή).
Το θέμα βέβαια δεν είναι το εάν θα πρέπει ή επιθυμεί η Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ, αφού κανένας δεν περιμένει πως θα αλλάξει η Γερμανία, αλλά το εάν μπορεί. Αν μη τι άλλο λόγω του υπέρογκου δημοσίου και ιδιωτικού εξωτερικού χρέους, το οποίο θα ήταν αδύνατον να πληρωθεί ποτέ σε δραχμές – πολύ περισσότερο επειδή μετά το PSI τα χρέη σε συνάλλαγμα (ευρώ) δεν επιτρέπεται να μετατραπούν σε ένα εθνικό νόμισμα.




Εν προκειμένω οι αναφορές σε άρνηση εξυπηρέτησης του χρέους, σε επαχθές χρέος κοκ. δεν έχουν δυστυχώς ρεαλιστική λογική – ούτε αυτές στο σχετικά ισορροπημένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (γράφημα) αφού, μεταξύ άλλων, τυχόν κυρώσεις που θα επιβάλλονταν από τους πιστωτές, όπως στον τουρισμό κατά το πρόσφατο παράδειγμα της Τουρκίας, θα το μετέτρεπαν σε χρόνο μηδέν σε ελλειμματικό. Εκτός αυτού δεν πιστεύουμε πως οι Έλληνες θα ήταν πρόθυμοι να υποστούν το σοκ της πρώτης περιόδου, την αδυναμία άμεσης ανάληψης των (θεωρητικών ουσιαστικά) καταθέσεων τους από τις τράπεζες, τις ελλείψεις σε βασικά είδη κοκ. – κάτι που δεν θα μπορούσε να αποφύγει η χώρα μας, ειδικά με το πολιτικό προσωπικό που διαθέτει.



Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι, δεν πρέπει να έχουμε έτοιμο ένα σχέδιο επιστροφής στη δραχμή (ανάλυση) αφού, εάν συνεχιστεί η πολιτική των μνημονίων, εκεί θα μας οδηγήσει η Γερμανία – κρίνοντας από τις δηλώσεις του κ. Σόιμπλε, σύμφωνα με τις οποίες μόνο εκτός ευρώ θα μπορούσε να εξυγιανθεί η ελληνική οικονομία. Εκτός αυτού ίσως διαλυθεί η Ευρωζώνη είτε από τυχόν έξοδο της Ιταλίας, η οποία θα ήταν η καλύτερη επιλογή της, είτε από μία αντίστοιχη της Γερμανίας – όταν τυχόν βεβαιωθεί πως δεν έχει να κερδίσει πια τίποτα από το ευρώ, ενώ θα της είναι ευκολότερη η διατήρηση του Ράιχ με το μάρκο.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι, η Ελλάδα δεν έχει πράγματι καμία άλλη επιλογή εκτός από τη συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων, της υποτέλειας και των υποκλίσεων; Πως δεν υπάρχει άλλη λύση, όπως πιστεύουν τα περισσότερα κόμματα, παρά το ότι δεν είναι η λύση αλλά το νούμερο ένα πρόβλημα μας; Ασφαλώς όχι, το αντίθετο ακριβώς – πόσο μάλλον αφού οι Η.Π.Α. έχουν τοποθετήσει στο στόχαστρο τους τη Γερμανία, γνωρίζοντας τα σχέδια της.



Ειδικότερα, η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει τη «λελογισμένη ρήξη» με τη Γερμανία – με την έννοια πως οφείλει να απαιτήσει το διακανονισμό των χρεών της (ονομαστική διαγραφή μέρους τους), να σταματήσει να εφαρμόζει τα μνημόνια και να μη λάβει κανένα άλλο μέτρο λιτότητας. Επίσης να καθυστερήσει τις ασύμφορες ιδιωτικοποιήσεις, να επιτρέψει μόνο τους πλειστηριασμούς των σπιτιών ή επιχειρήσεων που υπερχρεώθηκαν με δική τους ευθύνη, να επιμείνει στην εξόφληση των πολεμικών επανορθώσεων κοκ.



Ουσιαστικά λοιπόν οφείλει να συγκρουσθεί έμμεσα με τη Γερμανία, στην οποία πρέπει να απαγορεύσει τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Εσόδων, του Υπουργείου Οικονομικών, της ΕΛΣΤΑΤ, της Τράπεζας της Ελλάδας κοκ. – περιορίζοντας τον μόνο σε αυτόν που διενεργείται από την Κομισιόν ή από την ΕΚΤ σε όλα τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης.



Εν προκειμένω με το ρίσκο να «καταδικαστεί» στη χρεοκοπία από τη Γερμανία, καθώς επίσης στην έξοδο της από τη νομισματική ένωση – η οποία φυσικά δεν είναι εύκολο να αποφασιστεί από την καγκελάριο, ενώ δεν την επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία (θα μπορούσε φυσικά να επιδιωχθεί έμμεσα, μέσω του σταματήματος της παροχής ρευστότητας στις τράπεζες, του μη νέου δανεισμού της χώρας για την εξυπηρέτηση του χρέους κοκ. – κανένας όμως δεν γνωρίζει πώς).



Με απλά λόγια, η Ελλάδα δεν πρέπει μεν να έχει την πρωτοβουλία της εξόδου από το ευρώ, αλλά ταυτόχρονα να είναι προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο – καταργώντας αμέσως τα μνημόνια, καθώς επίσης την πολιτική της υποτέλειας και των υποκλίσεων, χωρίς να φοβάται τις συνέπειες.



Σε κάθε περίπτωση η πατρίδα μας έχει πια το ηθικό έρεισμα να σηκώσει το κεφάλι, αφού έχει πληρώσει πανάκριβα τόσο τα δικά της λάθη (πριν το 2010), όσο και τα λάθη της Τρόικας – ενώ είναι ο μοναδικός τρόπος για να παραμείνει στο ευρώ, εάν υποθέσουμε πως πράγματι αυτή είναι η επιθυμία της πλειοψηφίας των Ελλήνων που πιθανότατα οφείλεται στην ολοκληρωτική απώλεια της εμπιστοσύνης τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα της χώρας και στο παρακράτος που την κυβερνάει.


Πηγή Analyst

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου