Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: Επικυρώθηκε η έξοδος της Ελλάδας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος

Την έξοδο της Ελλάδας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος ενέκρινε σήμερα, 25 Σεπτεμβρίου 2017, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην οποία εισήλθε τον Απρίλιο του 2009.



Ειδικότερα, το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Ε.Ε. επιβεβαίωσε σήμερα ότι το έλλειμμα του ελληνικού προϋπολογισμού είναι κάτω του ορίου του 3%.
Υπενθυμίζεται πως στις 12 Ιουλίου
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συστήσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να κλείσει τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για την Ελλάδα.
Η απόφαση αυτή είναι αποτέλεσμα των σημαντικών προσπαθειών που κατέβαλε η χώρα τα τελευταία χρόνια για να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της, καθώς και της προόδου που επιτεύχθηκε στην υλοποίηση του προγράμματος στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) για την Ελλάδα.
Να σημειωθεί πως η Ελλάδα έχει απαλλαγεί από την απαίτηση υποβολής χωριστών εκθέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, καθώς υπόκειται στη διαδικασία παρακολούθησης βάσει του προγράμματος στήριξης της σταθερότητας.

Αναλυτικά η σχετική απόφαση:

11240/17 GA/alf
DGG 1A EL
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες: ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την κατάργηση της απόφασης 2009/415/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Στις 27 Απριλίου 2009, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, το Συμβούλιο αποφάσισε, με την απόφαση 2009/415/ΕΚ του Συμβουλίου1, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 6 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ), ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα.
Το Συμβούλιο σημείωσε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 3,5% του ΑΕΠ το 2007, υπερβαίνοντας συνεπώς την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη και υπολογίστηκε στο 3,6% του ΑΕΠ το 2008 (εξαιρουμένων των έκτακτων μέτρων ή 3,4% του ΑΕΠ συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων μέτρων).
Για το 2009, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλεπόταν να φθάσει το 4,4% του ΑΕΠ (ή 3,7% συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων εσόδων).
Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 94,8% του ΑΕΠ το 2007 και στο 94,6% του ΑΕΠ το 2008, ποσοστό σαφώς υψηλότερο της τιμής αναφοράς του 60% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη.
Σύμφωνα με τις ενδιάμεσες προβλέψεις της Επιτροπής της 1ης Ιανουαρίου 2009, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ προβλεπόταν να αυξηθεί περαιτέρω στο 96,3% το 2009 και στο 98,5% του ΑΕΠ το 2010.

(2) Στις 27 Απριλίου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της ΣΕΚ και το άρθρο 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου2, το Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, εξέδωσε σύσταση προς την Ελλάδα για διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το αργότερο έως το 2010, με μείωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης κάτω του 3% του ΑΕΠ με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο.
Προς τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο όρισε την 27η Οκτωβρίου 2009 ως καταληκτική ημερομηνία για την ανάληψη αποτελεσματικής δράσης από την ελληνική κυβέρνηση.

(3) Στις 30 Νοεμβρίου 2009, το Συμβούλιο διαπίστωσε, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ότι η Ελλάδα δεν είχε αναλάβει αποτελεσματική δράση· κατά συνέπεια, στις 16 Φεβρουαρίου 2010, το Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, ειδοποίησε την Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ, να λάβει μέτρα για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το αργότερο έως το 2012.
Το Συμβούλιο όρισε επίσης τη 15η Μαΐου 2010 ως καταληκτική ημερομηνία για την ανάληψη αποτελεσματικής δράσης.

(4) Η ιδιαίτερα οξεία επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της ελληνικής κυβέρνησης οδήγησε τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ να αποφασίσουν το 2010, κατόπιν αιτήματος της Ελλάδας, να παράσχουν στήριξη σταθερότητας στην Ελλάδα, προκειμένου να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ συνολικά, σε συνδυασμό με πολυμερή συνδρομή που παρέχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Από τον Μάρτιο 2012, η στήριξη που παρέχεται από τα κράτη μέλη που έχουν νόμισμα το ευρώ έχει λάβει τη μορφή δανείου από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας.

(5) Στις 10 Μαΐου 2010 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2010/320/ΕΕ1, η οποία απευθύνεται στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 και του άρθρου 136 ΣΛΕΕ με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας και ειδοποίησε την Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το αργότερο έως το 2014.

(6) Η απόφαση 2010/320/ΕΕ τροποποιήθηκε σημαντικά πολλές φορές.
Η εν λόγω απόφαση αναδιατυπώθηκε στις 12 Ιουλίου 2011, με την απόφαση 2011/734/ΕΕ του Συμβουλίου.
Στη συνέχεια, η απόφαση 2011/734/ΕΕ τροποποιήθηκε σημαντικά πολλές φορές κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 8ης Νοεμβρίου 2011 και του Δεκεμβρίου 20122.

(7) Στις 8 Ιουλίου 2015, η Ελλάδα ζήτησε χρηματοπιστωτική συνδρομή από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας («ΕΜΣ») με τη μορφή τριετούς δανείου και, στις 12 Ιουλίου 2015, επιτεύχθηκε καταρχήν συμφωνία για τη χορήγηση δανείου ύψους έως 86 δισεκατ. EUR στην Ελλάδα.

(8) Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου1, και ιδίως το άρθρο 7, όταν κράτος μέλος αιτείται χρηματοδοτική συνδρομή από τον ΕΜΣ πρέπει να συντάξει πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής («το πρόγραμμα») προς έγκριση από το Συμβούλιο.
Το εν λόγω πρόγραμμα θα πρέπει να διασφαλίζει τη θέσπιση δέσμης μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίες για να βελτιωθεί η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και το κανονιστικό περιβάλλον.

(9) Το πρόγραμμα που κατάρτισε η Ελλάδα εγκρίθηκε με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/1411 του Συμβουλίου.
Το Μνημόνιο Συνεννόησης για τους Ειδικούς Όρους της Οικονομικής Πολιτικής μεταξύ της Επιτροπής, η οποία ενεργεί εξ ονόματος του ΕΜΣ, και των ελληνικών αρχών υπεγράφη στις 19 Αυγούστου 2015.

(10) Στις 19 Αυγούστου 2015, το Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, εξέδωσε την απόφαση (EE) 2015/14103 δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ με την οποία ειδοποίησε την Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος το αργότερο έως το 2017.

(11) Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013, η Ελλάδα απαλλάχθηκε από την υποχρέωση υποβολής χωριστών εκθέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και υπέβαλε εκθέσεις στο πλαίσιο του προγράμματος.

(12) Τον Ιούνιο 2016 η Ελλάδα ολοκλήρωσε επιτυχώς την πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος.
Στις 15 Ιουνίου 2017 η Ευρωομάδα εξέφρασε την ικανοποίησή της για την εφαρμογή των προαπαιτούμενων για τη δεύτερη αξιολόγηση από την Ελλάδα, που ανοίγει το δρόμο για την περάτωση αυτής της αξιολόγησης.
Οι συνεδριάσεις της Ευρωομάδας της 24ης Μαΐου 2016 και της 15ης Ιουνίου 2017 παρείχαν διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα που θα λαμβάνονταν για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, αν χρειαστεί, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος.

(13) Σύμφωνα με το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 12) σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΣΛΕΕ, η Επιτροπή παρέχει τα στοιχεία για την εφαρμογή της διαδικασίας.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στοιχεία σχετικά με τα δημόσια ελλείμματα και το ύψος του δημόσιου χρέους και άλλες συναφείς μεταβλητές δύο φορές το χρόνο, δηλαδή πριν από την 1η Απριλίου και πριν από την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου1.

(14) Το Συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις για την κατάργηση αποφάσεων σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος επί τη βάσει των δεδομένων που κοινοποιούνται.
Επιπλέον, μια απόφαση για την ύπαρξη κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να καταργείται μόνο αν οι προβλέψεις της Επιτροπής δείχνουν ότι το έλλειμμα δεν θα υπερβεί την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη, κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων.

(15) Βάσει των στοιχείων που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή (Eurostat) σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009, μετά την κοινοποίηση από την Ελλάδα τον Απρίλιο του 2017, την πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος και τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2017, συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:

– από το 2009, όταν το έλλειμμα κορυφώθηκε στο 15,1% του ΑΕΠ, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης βελτιώθηκε σταθερά, με μείωση του ελλείμματος στο 5,9% το 2015 (3,2% του ΑΕΠ, εξαιρουμένων των καθαρών επιπτώσεων των κρατικών παρεμβάσεων που συνδέονται με τη στήριξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat) και τελικά μετατράπηκε σε πλεόνασμα ύψους 0,7% του ΑΕΠ το 20162. Η μείωση του ελλείμματος οφείλεται γενικά εξίσου στη συγκράτηση των δαπανών και στην εξυγίανση των δημοσίων εσόδων.
– Λαμβανομένων υπόψη της δέσμης δημοσιονομικών μέτρων που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης, που αναμένεται να αποφέρουν 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2018, και των μέτρων που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης που είχε στόχο να αντισταθμίσει εν μέρει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της εφαρμογής σε εθνικό επίπεδο του συστήματος Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, οι εαρινές προβλέψεις 2017 της Επιτροπής προβλέπουν έλλειμμα ύψους 1,2% του ΑΕΠ το 2017 και, με βάση την παραδοχή ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή πολιτικής, πλεόνασμα ύψους 0,6% του ΑΕΠ το 2018. Τα μέτρα που σκιαγραφούνται στη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική για την περίοδο 2018-2021, που εγκρίθηκε από τις ελληνικές αρχές τον Μάιο 2017, μετά την καταληκτική ημερομηνία των εαρινών προβλέψεων 2017 της Επιτροπής, αναμένεται να βελτιώσουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα που προβλέπεται για το 2018 και μεσοπρόθεσμα. Επομένως, το έλλειμμα αναμένεται να παραμείνει κάτω από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη, κατά τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων.
– Λόγω των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, της πτώσης του ονομαστικού ΑΕΠ και της χρηματοπιστωτικής στήριξης του τραπεζικού τομέα, και παρά τη σημαντική αναδιάρθρωση του χρέους το 2012, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 109,4% το 20081 σε 179,0% το 2016. Ειδικότερα, ο δείκτης χρέους της Ελλάδας προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 177,4% το 2015 σε 179,0% το 2016, δεδομένου ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2016 χρησιμοποιήθηκε εν μέρει για τη δημιουργία των απαραίτητων ταμειακών αποθεμάτων. Η αύξηση συνδεόταν επίσης με την περαιτέρω θετική προσαρμογή των αποθεμάτων-ροών λόγω της τακτοποίησης των καθυστερούμενων οφειλών οι οποίες δεν είχαν καταγραφεί στο χρέος της γενικής κυβέρνησης, σύμφωνα με τους στατιστικούς κανόνες. Ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερός το 2017, όσο συνεχίζεται το πρόγραμμα εκκαθάρισης των οφειλών· όμως το 2018 αναμένεται να μειωθεί σε 174,6% του ΑΕΠ, λόγω του δημοσιονομικού πλεονάσματος και των ευνοϊκών κυκλικών συνθηκών.

(16) Μετά τη δημοσίευση από την Επιτροπή (Eurostat), τον Απρίλιο 2017, του δημοσιονομικού αποτελέσματος της Ελλάδας για το 2016, και με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2017 της Επιτροπής, η Ελλάδα πληροί τις προϋποθέσεις για την κατάργηση της απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα. Παράλληλα, διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική πορεία, τα οποία είναι σημαντικά για τη διατύπωση σύστασης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την κατάργηση της απόφασής του για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα, υπήρξαν επίσης αντικείμενο συζητήσεων κατά τη συνεδρίαση της Ευρωομάδας της 15ης Ιουνίου 2017.

(17) Από το 2017, το έτος που έπεται της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος, η Ελλάδα υπόκειται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και θα συνεχίσει να παρακολουθείται δυνάμει του προγράμματος που καλύπτει την περίοδο έως τα μέσα του 2018. Στη συνέχεια, η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάσει κατάλληλο ρυθμό προόδου για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου της, συν τοις άλλοις τηρώντας το όριο αναφοράς για τις δαπάνες, καθώς και να συμμορφωθεί με το κριτήριο του χρέους, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

(18) Σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 12 ΣΛΕΕ, μια απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος καταργείται όταν, κατά την άποψη του Συμβουλίου, έχει διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα στο οικείο κράτος μέλος.

(19) Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα έχει διορθωθεί και, συνεπώς, η απόφαση 2009/415/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

11240/17 GA/alf 10
DGG 1A EL
Άρθρο 1
Από τη συνολική εκτίμηση συνάγεται ότι η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα έχει διορθωθεί.
Άρθρο 2
Η απόφαση 2009/415/ΕΚ καταργείται.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου