Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

Η Αγορά υπήρξε «ομφαλός» της αρχαίας Αθήνας ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., τον καιρό του Πεισίστρατου και ιδιαίτερα του Κλεισθένη. Πολλά από τα πρώιμα οικοδομήματα χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ., ανάμεσά τους ο βωμός των Δώδεκα Θεών που ήταν επίσης άσυλο και αφετηρία μέτρησης χιλιομετρικών αποστάσεων. Κομμάτι του ποταμού Ηριδανού εγκιβωτίστηκε τότε, ώστε να διέλθει η οδός των Παναθηναίων, η «κεντρική λεωφόρος» της πόλης που διέσχιζε την Αγορά και την οποία ακολουθούσε κάθε τέσσερα χρόνια η πομπή της ομώνυμης μεγάλης Αθηναϊκής γιορτής. Λίθινες στήλες οριοθέτησαν τον δημόσιο χώρο, ενώ η Εκκλησία του Δήμου μεταφέρθηκε στην Πνύκα και αρκετά από τα θεατρικά δρώμενα στις νότιες υπώρειες της Ακρόπολης. Η πρώτη οικοδομική «έκρηξη» ξεκινά, λίγο μετά τον θρίαμβο επί των Περσών στη Σαλαμίνα και την ανατολή της Αθηναϊκής ηγεμονίας… Το Αιάκειο, το Παλιό Βουλευτήριο, η Βασίλειος Στοά, που είχαν πάθει σοβαρές φθορές κατά την πυρπόληση της Αθήνας από τους Πέρσες το 480 / 479 π.Χ., ανακαινίζονται. Ο Κίμωνας παραγγέλνει να φυτέψουν πλατάνια, τοποθετούνται κρήνες, ενώ την απομάκρυνση των όμβριων υδάτων εξασφάλιζε ένας μεγάλος λίθινος αγωγός που διασώζεται και συναντούσε τη διαμορφωμένη κοίτη του ποταμού Ηριδανού. Την ίδια εποχή ανεγείρονται η Θόλος, έδρα των πρυτάνεων και της Αθηναϊκής διοίκησης (460 π.Χ.), καθώς και η Ποικίλη Στοά. Ακολουθούν ο ναός του Ηφαίστου, το Νέο Βουλευτήριο, το Νομισματοκοπείο, η Στοά του Ελευθερίου Διός και η Νότια Στοά.
Όμως η οδυνηρή ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο τερματίζει πρόωρα τα φιλόδοξα αρχιτεκτονικά τους σχέδια. Στην Κλασική περίοδο η Αθήνα γνώρισε μια απαράμιλλη ανάπτυξη χωρίς παράλληλο στην ιστορία. Περικλής, Αισχύλος, Σοφοκλής, Πλάτων, Δημοσθένης, Θουκυδίδης και Πραξιτέλης είναι μερικά μόνο από τα ονόματα των πολιτικών και των δραματουργών, των φιλοσόφων και των ρητόρων, των ιστορικών και των καλλιτεχνών που άκμασαν τον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν η Αθήνα αποτελούσε την κορυφαία πόλη-κράτος της Ελλάδας. Όλες αυτές οι προσωπικότητες έθεσαν τις βάσεις του Δυτικού Πολιτισμού.
Έως τον 6ο αιώνα μ.Χ. η Αθήνα παρέμεινε το πολιτιστικό και το εκπαιδευτικό κέντρο της Μεσογείου, έστω και αν είχε χάσει την πολιτική της ισχύ. Σε όλη τη διάρκεια των αρχαίων χρόνων η πόλη κοσμήθηκε με σημαντικά δημόσια οικοδομήματα, η κατασκευή των οποίων χρηματοδοτούνταν αρχικά από την πόλη και αργότερα από δωρεές ηγεμόνων Ελληνιστικών βασιλείων και Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Σε καμία περιοχή της Αθήνας δεν απεικονίζεται τόσο καθαρά η ιστορία της πόλης όσο στην Αγορά, το σημείο αναφοράς της δημόσιας ζωής. Αυτό το ευρύ τετράγωνο πλάτωμα που περιστοιχιζόταν από κτίρια, αποτελούσε την Αγορά, το πολύβουο κέντρο της πόλης.
Τα οικοδομήματα, τα μνημεία και τα αντικείμενα που έχουν βρεθεί, καταδεικνύουν τη σημασία αυτού του χώρου για τις ποικίλες λειτουργίες της πόλης. Το Βουλευτήριο, τα κτίρια με τα δημόσια γραφεία (Βασίλειος Στοά, Νότια Στοά Ι) και τα αρχεία (Μητρώο) έχουν όλα ανασκαφεί και μελετηθεί. Από τα δικαστήρια βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, χάλκινες ψήφοι και μία κλεψύδρα που χρησιμοποιούνταν για τη χρονομέτρηση των ομιλιών. Η χρήση της περιοχής ως εμπορικού κέντρου υποδηλώνεται από τα πολυάριθμα καταστήματα, όπου αγγειοπλάστες, υποδηματοποιοί, χαλκουργοί και γλύπτες κατασκεύαζαν και πωλούσαν τα προϊόντα τους.
Στους σκιερούς χώρους των επιμήκων στοών συνέρρεαν όσοι επιθυμούσαν να συναντήσουν φίλους, προκειμένου να συζητήσουν για δουλειές, πολιτική ή φιλοσοφία, ενώ αγάλματα και μνημεία υπενθύμιζαν στους πολίτες παλαιότερους θριάμβους. Μία βιβλιοθήκη και ένα ωδείο εξυπηρετούσαν τις πολιτιστικές ανάγκες. Πολυάριθμα μικρά ιερά και ναοί αποτελούσαν τόπους τακτικής λατρείας. Διοικητικές, πολιτικές και δικαστικές, εμπορικές και κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές δραστηριότητες συγκεντρώνονταν στο χώρο της Αγοράς, στην καρδιά της αρχαίας Αθήνας.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Η αγορά, δηλαδή ο χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται (αγείρονται) οι πολίτες, ήταν η καρδιά της δημόσιας ζωής της αρχαίας Ελληνικής πόλης. Αποτελούσε τόπο πολιτικών συγκεντρώσεων και εμπορικών συναλλαγών, έδρα διοίκησης και δικαιοσύνης, θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο. Η αγορά αναφέρεται ήδη στα Ομηρικά Έπη, αποτελώντας, συνακόλουθα, συστατικό στοιχείο της αρχαίας Ελληνικής πόλης. Στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε στα βορειοδυτικά του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως, ανάμεσα στους λόφους του Αρείου Πάγου και του Αγοραίου Κολωνού, η Αγορά των Αθηνών, η οποία για τους επόμενους τέσσερις τουλάχιστον αιώνες αποτέλεσε το κέντρο της πόλης των Κλασικών και Ελληνιστικών χρόνων.
Σ’ αυτήν ανεγέρθηκαν τα σημαντικότερα δημόσια κτήρια και ιερά του άστεως και αναπτύχθηκε έντονη διοικητική, πολιτική, δικαστική, εμπορική, κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική δραστηριότητα. Η αλληλουχία των οικοδομημάτων της Αγοράς μέσα στο χρόνο αντικατοπτρίζει την εξελικτική πορεία του δημοκρατικού πολιτεύματος στους πέντε αιώνες ύπαρξης της πόλης-κράτους. Τα πρώτα ίχνη της κατοίκησης του ανθρώπου στον ευρύτερο χώρο της Αγοράς χρονολογούνται στην Ύστερη Νεολιθική εποχή (περ. 3000 π.Χ.) και συνίστανται σε όστρακα χειροποίητων αγγείων που βρέθηκαν σε φρέατα και λάκκους.
Κατά τις δύο επόμενες περιόδους, την Ύστερη Ελλαδική ή Μυκηναϊκή (1550 – 1100 π.Χ.) και την Εποχή του Σιδήρου (1.100 – 700 π.Χ.) στην περιοχή εκτείνεται ένα νεκροταφείο, με θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους στην πρώτη, με καύσεις και ενταφιασμούς στη δεύτερη. Παράλληλα αναπτύσσεται ένα μικρός γεωμετρικός οικισμός. Tον 6ο αιώνα π.Χ. η πολιτεία με εκτεταμένες διαμορφώσεις μετέτρεψε τον χώρο αυτόν από ιδιωτικό σε δημόσιο για να φιλοξενήσει την Αγορά της πόλης. Τα πρώτα δημόσια κτήρια, η Νοτιανατολική Κρήνη και ο Βωμός των 12 Θεών, εμφανίστηκαν το 520 π.Χ., εποχή της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών.


Με την αλλαγή του πολιτεύματος και πάλι σε δημοκρατικό, το 508 / 507 π.Χ. ξεκίνησε η έντονη οικοδομική δραστηριότητα στην Αγορά. Πρώτα κατασκευάστηκαν το Παλαιό Βουλευτήριο για τη νέα Βουλή και η Βασίλειος Στοά, έδρα του Άρχοντα Βασιλέα. Τοποθετήθηκαν επίσης οι δύο λίθινοι όροι στη νοτιοδυτική της γωνία για να σημάνουν τον ιερό χώρο. Η λεηλασία της Αγοράς από τα Περσικά στρατεύματα το 480 / 479 π.Χ. μετέτρεψε πολλά από τα οικοδομήματά της σε ερείπια. Από το 2ο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. παρατηρήθηκε έντονη ανοικοδόμηση, η οποία συνεχίστηκε και μέσα στον 4ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται άμεσα με την ακμή της Δημοκρατίας.
Τότε κατασκευάστηκαν η Ποικίλη Στοά, η Θόλος, το Νέο Βουλευτήριο, η Στοά του Διός Ελευθερίου, η Ν. Στοά Ι, το Νομισματοκοπείο, τα Δικαστήρια, ο Ναός του Ηφαίστου, ο Ναός του Απόλλωνα Πατρώου, η Νοτιοδυτική κρήνη κ.ά. Την πολιτική παρακμή της Αθήνας που επέφερε η άνοδος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο βασίλειο της Μακεδονίας ακολούθησε η πολιτιστική ακμή του 2ου π.Χ. αιώνα. Η Αγορά της Αθήνας έλαβε την εποχή αυτή νέα μορφή με την ανέγερση των τριών μεγάλων στωικών οικοδομημάτων: της Μεσαίας Στοάς, της Νότιας Στοάς ΙΙ και της Στοάς του Αττάλου, δωρεάς του Βασιλιά της Περγάμου Άτταλου Β’ στην κοιτίδα της φιλοσοφίας.
Μεγάλο πλήγμα στα οικοδομήματα της Αγοράς επέφερε η λεηλασία τους από τα στρατεύματα του Σύλλα το 86 π.Χ., ως τιμωρία επειδή οι Αθηναίοι τάχθηκαν με το μέρος του βασιλιά Μιθριδάτη του Πόντου και όχι των Ρωμαίων. Παρά τις καταστροφές η πόλη γνώρισε νέα ακμή κατά τους χρόνους της αυτοκρατορίας του Οκταβιανού – Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ) και του Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.). Στο κεντρικό τετράγωνο της Αγοράς ανεγέρθηκαν το Ωδείο για να φιλοξενήσει τις μουσικές εκδηλώσεις, ο Νοτιοδυτικός και ο Νοτιανατολικός ναός για τη λατρεία της Αυτοκρατορικής οικογένειας και μεταφέρθηκε αυτούσιος από την Παλλήνη ο Ναός του Άρη.
Το 267 μ.Χ. η εισβολή των Ερούλων κατέστρεψε εκ θεμελίων τα οικοδομήματα της Αγοράς. Στην επόμενη φάση ανοικοδόμησης της πόλης η περιοχή βρέθηκε εκτός του νέου οχυρωματικού περιβόλου και αναπτύχθηκαν σ’ αυτήν τα πολυτελή συγκροτήματα των αστικών επαύλεων του 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ., στα οποία άκμασε για τελευταία φορά η νεοπλατωνική φιλοσοφία. Οι αλλεπάλληλες επιθέσεις βαρβαρικών φύλων από το τέλος του 4ου έως τα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ., οπότε έγινε η Σλαβική επιδρομή, οδήγησαν και πάλι στην καταστροφή τα κτήρια της Αγοράς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οριστική παρακμή του χώρου.
Κατά τις ανασκαφές της Αθηναϊκής Αγοράς διερευνήθηκαν τα περίπου 122 στρέμματα του κατηφορικού εδάφους στα βορειοδυτικά της Ακροπόλεως. Ανασκάφθηκε υλικό όλων των περιόδων από την Ύστερη Νεολιθική έως τους Νεότερους Χρόνους, που ρίχνει φως σε 5.000 χρόνια Αθηναϊκής ιστορίας. Η περιοχή κατοικούνταν πολύ καιρό πριν καταστεί το πολιτικό κέντρο της Αθήνας. Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, από το οποίο έχουν βρεθεί περίπου 50 τάφοι, που χρονολογούνται από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Πρόκειται κυρίως για θαλαμωτούς τάφους με πολλαπλές ταφές. Η χρήση της περιοχής ως νεκροταφείου συνεχίστηκε και στην Εποχή του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.).
Βρέθηκαν περισσότερες από 80 ταφές (ενταφιασμοί και καύσεις). Δεκάδες πηγάδια υποδεικνύουν την ύπαρξη οικιών και υποδηλώνουν ότι η περιοχή είχε αρχίσει παράλληλα να κατοικείται. Από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. φαίνεται ότι η γη μετατράπηκε σταδιακά από ιδιωτική σε δημόσια. Τα πρώτα κτίρια ή μνημεία (Νοτιοανατολική Κρήνη [15], Βωμός των Δώδεκα Θεών [2]) ανεγέρθηκαν στη δεκαετία του 520, κατά τη διάρκεια της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών. Η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 508 / 507 π.Χ. οδήγησε στην κατασκευή του Παλαιού Βουλευτηρίου [8] (στη θέση του μεταγενέστερου Μητρώου), στην τοποθέτηση των ορόσημων [10] και ίσως στην οικοδόμηση της Βασιλείου Στοάς [27].
Η καταστροφή του 480 / 479 π.Χ. από τους Πέρσες μετέτρεψε την πόλη σε ερειπιώνα. Όμως τα κτίρια στην Αγορά επισκευάστηκαν και τον 5ο και τον 4ο αιώνα προστέθηκαν πολλά ακόμη προκειμένου να εξυπηρετήσουν την ακμάζουσα Αθηναϊκή δημοκρατία. Η Ποικίλη Στοά [28], η Θόλος [6], το Νέο Βουλευτήριο [7], η Στοά του Διός Ελευθερίου [3], η Νότια Στοά Ι [14], το Νομισματοκοπείο [16] και τα Δικαστήρια [23], χτίστηκαν στην περιφέρεια της μεγάλης πλατείας, μαζί με κρήνες, ναούς και καταστήματα. Η άνοδος του Μεγάλου Αλεξάνδρου επισκίασε την πολιτική θέση της Αθήνας, και κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. η πόλη βρέθηκε υπό την επιρροή των διαδόχων του.
Η ανάκαμψη του 2ου αιώνα τροφοδοτήθηκε από την αίγλη της Αθήνας ως του σημαντικότερου πολιτιστικού και εκπαιδευτικού κέντρου της Μεσογείου, και άκμασαν οι φιλοσοφικές σχολές που είχαν ιδρύσει ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Ζήνωνας και ο Επίκουρος. Κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν τρεις μεγάλες στοές στην Αγορά, η Μεσαία [17], η Νότια ΙΙ [19] και η Στοά του Αττάλου [22] ακόμη, το κτίριο των αρχείων (Μητρώο [8]) ανακαινίστηκε και απέκτησε πρόσοψη με κιονοστοιχία. Η Αθήνα θα γνωρίσει τη δύναμη της Ρώμης, όταν το 86 π.Χ. ο Σύλλας την πολιορκεί, επειδή αυτή είχε συνταχθεί με τον Μιθριδάτη του Πόντου.
Παρά τις συνέπειες αυτής της κακής επιλογής, η πόλη γνώριζε νέα ακμή χάρη στη φήμη των σχολών και των πνευματικών της ιδρυμάτων. Στην Αγορά χτίστηκαν ναοί για να στεγάσουν τη λατρεία των Αυτοκρατόρων [25] και ένα μεγάλο Ωδείο (κτίριο συναυλιών [24]) ανεγέρθηκε στο κέντρο της πλατείας στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. H Αθήνα ευημερεί έως τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ., με ιδιαίτερη περίοδο ακμής επί αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138). Γύρω στο 150 μ.Χ. ο περιηγητής Παυσανίας θα την περιγράψει λεπτομερώς. Τον 3ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει μια περίοδος δοκιμασιών για την Αθήνα. Το 267 έρχονται από το βορρά οι Έρουλοι, που την καταστρέφουν.
Στην ανοικοδόμηση που ακολουθεί, το νέο τείχος [20] της πόλης δεν θα περιλάβει στον προστατευόμενο χώρο του την παλαιά Αγορά. Τον 4ο και τον 5ο αιώνα στην περιοχή θα χτιστούν μεγάλες επαύλεις. Εμφανή είναι στα κτίρια τα σημάδια και άλλων βαρβαρικών επιδρομών: των Βησιγότθων υπό τον Αλάριχο το 395, των Βανδάλων τη δεκαετία του 470 και των Σλάβων το 582 / 583. Τον 7ο αιώνα η περιοχή εγκαταλείπεται για να ξανακατοικηθεί τον 10ο αιώνα, όταν η πόλη θα επεκταθεί.


ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας καταλαμβάνει αρκετά μεγάλη έκταση βορειοδυτικά της Ακρόπολης, που ορίζεται νότια από τον Άρειο Πάγο, βόρεια από τον Ηριδανό ποταμό και δυτικά από το χαμηλό λόφο του Αγοραίου Κολωνού. Διαχρονικά, ο χώρος της Αγοράς διατρέχεται από τρεις οδούς. Η πρώτη οδός διατρέχει την πλατεία της Αγοράς από τα βορειοδυτικά και κατευθύνεται προς την Ακρόπολη. Η οδός αυτή αργότερα ταυτίζεται με τη λεγόμενη Παναθηναϊκή Οδό, την οποία ακολουθεί η εορταστική πομπή των Παναθηναίων. Στην Κλασική περίοδο αποκαλείται απλώς «δρόμος».
Η δεύτερη οδός διακλαδώνεται από την πρώτη στη βόρεια είσοδο της Αγοράς και ακολουθεί πορεία προς τα νοτιοδυτικά, κατά μήκος της δυτικής οδού. Η τρίτη οδός κλείνει την πλατεία προς νότο, συνδέοντας τις δύο προηγούμενες. Εντός αυτών δημιουργείται ένας ευρύς τριγωνικός χώρος.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Στις πολλές επιμήκεις στοές, στις δενδροστοιχίες με πλατάνια και λεύκες έβρισκαν καταφύγιο οι αρχαίοι Αθηναίοι, από τις κλιματικές συνθήκες, ενώ την υδροδότηση εξασφάλιζε το Πώρινο Υδραγωγείο αρχικά (5ος αιώνας π.Χ.) και το Αδριάνειο στη Ρωμαϊκή Εποχή, το οποίο παρέμεινε σε χρήση μέχρι τα νεότερα χρόνια. Οι αρχαίοι συγγραφείς και περιηγητές που μνημονεύουν την Αγορά υπήρξαν οι ίδιοι τακτικοί θαμώνες της, όπως ο Παυσανίας που στην »Ελλάδος Περιήγησιν» (γράφτηκε μεταξύ 155 – 175 μ.Χ.) περιγράφει λεπτομερώς την πόλη όπως την είδε και την έζησε εκείνος στο ταξίδι του επί υπατείας Ηρώδου Αττικού.
Μια και η Αγορά ήταν επίσης τόπος συναθροίσεων, εκεί ανεγείρονταν οι ανδριάντες ξακουστών πολιτών αλλά και ευεργετών – προστατών, συντηρώντας την Αθηναϊκή συλλογική ιστορική μνήμη: «Σε άλλες πόλεις θα δείτε αγάλματα αθλητών τοποθετημένα στην Αγορά, ενώ στην Αθήνα αγάλματα γενναίων στρατηγών και τυραννοκτόνων (όπως των Αρμοδίου και Αριστογείτονα, που είχαν αρπάξει οι Πέρσες)» σημειώνει ο ρήτορας Λυκούργος. Προφανώς, αναφέρεται στο Μνημείο των Επώνυμων Ηρώων, του οποίου διατηρείται μόνο το βάθρο, ενώ μνημονεύει και την ύπαρξη μάγων και θαυματοποιών που διασκέδαζαν τους πολίτες (τέτοιες παραστάσεις δίνονταν συνήθως στην Ποικίλη Στοά).
Το τέλος του «Χρυσού Αιώνα» βρίσκει την Αθήνα σε ύφεση, εμπορική και οικοδομική. Στα Ελληνικά πράγματα, εξάλλου, κυριαρχούν πια οι Μακεδόνες. Καθώς όμως μπαίνουμε στον 2ο π.Χ. αιώνα, η Αγορά ξαναζεί μέρες λαμπρής οικοδομικής δραστηριότητας. Δεν είναι μόνο η οικονομική ανάκαμψη αλλά και οι γενναίες προσφορές ηγεμόνων των ελληνιστικών βασιλείων, που συναγωνίζονταν κιόλας σε γαλαντομία. Ανοικοδομούνται η Στοά του Αττάλου, η Μέση, η Νότια Στοά και το Μητρώο που, εκτός της στέγασης των δημοτικών αρχείων, είχε επίσης θρησκευτική χρήση.
Αντίθετα, με τα τόσο πλούσια ιστορικά, αλλά σε γενικές γραμμές λιτά, χαμηλών τόνων κτίρια της Κλασικής Εποχής που διατηρούν την ανθρώπινη κλίμακα ακόμα και επί Αθηναϊκής Ηγεμονίας, τα αντίστοιχα των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων είναι ευμεγέθη, φανταχτερά και πομπώδη. Ενόσω όμως η Αθήνα και η Αγορά της γνωρίζουν μια δεύτερη ακμή, έρχεται η ατυχής συμμαχία με τον Μιθριδάτη κατά των Ρωμαίων. Ο θρυλικός βασιλιάς του Πόντου, εν τέλει, ηττήθηκε και το 86 μ.Χ. ο Σύλλας καταφθάνει με τις λεγεώνες του «ante portas» (κάτι που έμοιαζε ιστορικά αναπόφευκτο, έτσι κι αλλιώς). Οι Αθηναίοι απέστειλαν πρεσβεία ζητώντας του να σεβαστεί την ένδοξη ιστορία τους, αλλά ο σκληροτράχηλος Ρωμαίος δεν συγκινήθηκε.
Ασφυκτικά πολιορκούμενη, η πόλη αμύνθηκε ηρωικά επί μήνες, όμως τελικά υπέκυψε και ακολούθησαν σφαγές και καταστροφές. Τα επόμενα χρόνια, Ρωμαίοι άρχοντες και Αυτοκράτορες, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Αύγουστος και ο Αδριανός, αλλά και εύποροι αξιωματούχοι που θαύμαζαν τον Ελληνικό πολιτισμό, και ειδικά την Κλασική Αθήνα, επισκευάζουν παλιά ή ανοικοδομούν καινούργια κτίρια και υποδομές εν είδει «εξιλέωσης» (Ωδείο Αγρίππα, Νυμφαίο, νέες δημόσιες βιβλιοθήκες, δρόμοι, στοές), με αντάλλαγμα την υπακοή των Αθηναίων και την απόδοση θρησκευτικών τιμών στον Αυτοκράτορα που γινόταν στην Αγορά, στον Ναό του Άρεως και στη Στοά του Διός.
Η πόλη βρίσκει σε κάποιο βαθμό την παλιά της αίγλη και η Αρχαία Αγορά τη λαμπρότητά της, παρά τη μετατόπιση της εμπορικής κίνησης και των συναθροίσεων στη νέα Αγορά (τη γνωστή ως Ρωμαϊκή) που ίδρυσε ο Αύγουστος λίγο ανατολικότερα. Όμως, ήδη τον 2ο αιώνα μ.Χ. η εξασθενημένη πια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δέχεται απανωτές βαρβαρικές εισβολές. Το 267 μ.Χ. οι Έρουλοι, εκστρατεύουν στην Ελλάδα λεηλατώντας, καίγοντας και γκρεμίζοντας ό,τι βρεθεί στο διάβα τους. Κυριεύουν εύκολα την Αθήνα και δεν αφήνουν λίθον επί λίθου – μόνο το Ηφαιστείο δεν πείραξαν, ενώ «όρθια», παρά τις μεγάλες ζημιές που υπέστη, παρέμεινε και η Ακρόπολη.
Και πάνω που η πόλη είχε κάπως συνέλθει, μολονότι ήδη «σκιά» του παλιού εαυτού της (όπως και η Αρχαία Αγορά, που πια βρισκόταν εκτός των νέων τειχών), εμφανίζονται κάτι άλλοι πολεμοχαρείς, οι Γότθοι του Αλάριχου (396 μ.Χ.), που όντας νεοφώτιστοι Χριστιανοί, εχθρεύονταν, επιπλέον, καθετί «ειδωλολατρικό». Η Θόλος, πολλοί ναοί και στοές ισοπεδώθηκαν, εντούτοις η Αθήνα κατάφερε να αναρρώσει και ξανάγινε πόλος έλξης, χάρη κυρίως στις ακμάζουσες φιλοσοφικές της σχολές. Στο μέσο, μάλιστα, της παλιάς πλατείας της Αρχαίας Αγοράς υψώθηκε ένα ευμέγεθες οικοδομικό συγκρότημα, όπου ξεχώριζε η λεγόμενη Στοά των Γιγάντων.
Την είπαν έτσι για τα υπερμεγέθη αγάλματά της που αναπαριστούν Γίγαντες και Τρίτωνες, η οποία Στοά των Γιγάντων, τη Ρωμαϊκή Εποχή έγινε, πιθανότατα, έδρα του κυβερνήτη. Υψώθηκαν κιονοστοιχίες στη βόρεια πλευρά και τρεις υδρόμυλοι στην ανατολική. Όμως το ολέθριο διάταγμα του Ιουστινιανού το 529 μ.Χ., που καθιστούσε απαγορευτική τη λειτουργία της Ακαδημίας και των φιλοσοφικών σχολών γενικότερα (αρκετοί φιλόσοφοι και ρήτορες προσέφυγαν τότε στον φιλομαθή Πέρση βασιλιά Χοσρόη), σε συνδυασμό με νέες βαρβαρικές επιδρομές βυθίζουν και πάλι την πόλη στην παρακμή.
Κάποια σημάδια προσωρινής ανασυγκρότησης παρατηρούνται τον 10ο αιώνα – προφανώς συνέβαλε και η επίσκεψη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Βασίλειου Β’, ο οποίος γιόρτασε τους θριάμβους του επί Βουλγάρων και Σλάβων στον Παρθενώνα, ο οποίος, όπως και το Ηφαιστείο, είχε μετατραπεί σε Χριστιανικό ναό. Η Αθήνα θα δοκιμαστεί εκ νέου το 1204 όταν, λίγο προτού πέσει στους Φράγκους, της επιτίθεται ο στασιαστής δυνάστης του Ναυπλίου, Λέοντας Σγουρός, ο οποίος, αδυνατώντας να εκπορθήσει την Ακρόπολη, ξεσπά στα πέριξ. Διαβάζουμε ότι το νότιο τμήμα της πόλης και μεγάλο μέρος της Αρχαίας Αγοράς ερήμωσαν έκτοτε επί μακρόν, όπως έδειξε το παχύ στρώμα λάσπης που βρέθηκε στα κατεστραμμένα σπίτια.


Όταν ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, η Αρχαία Αγορά έχει κατοικηθεί ξανά, όμως τα περισσότερα οικήματα μετατρέπονται σε ερείπια στις δύο μακροχρόνιες πολιορκίες της Ακρόπολης που ακολουθούν. Ένα από αυτά, στη Στοά των Γιγάντων, ανήκε στον τότε Γάλλο πρόξενο και η αρχαιολογική σκαπάνη φανέρωσε εκεί θραύσματα της πλούσιας αρχαιολογικής συλλογής που διατηρούσε, όπως αρκετοί Ευρωπαίοι που έζησαν ή πέρασαν από την Αθήνα. Μετά την Ανεξαρτησία η περιοχή κατοικήθηκε ξανά – όλα σχεδόν τα οικήματα (σπίτια, εργαστήρια και παρεκκλήσια) που κατεδαφίστηκαν το 1931, οπότε ξεκινούν οι ανασκαφές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής, ήταν του 19ου αιώνα.
ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Οι πρώτοι άνθρωποι φθάνουν στην πόλη κατά το τέλος της Νεολιθικής εποχής, κάπου μεταξύ 3500 και 3200 π.Χ. Τα λίγα σκόρπια ίχνη τους που διασώθηκαν μέχρι σήμερα μαρτυρούν ότι πρώτοι αυτοί διάλεξαν για μόνιμη εγκατάσταση την περιοχή του βράχου της Ακροπόλεως. Στην αρχή πιθανόν να μην θέλησαν να μείνουν ακριβώς επάνω στην κορυφή, αλλά από ανασκαφές γνωρίζουμε ότι είχαν ασφαλώς διασκορπιστεί στη νότια και βόρεια κλιτύ του βράχου, και ίσως κατά καιρούς χρησιμοποιούσαν τα δύο μικρά σπήλαια επάνω από το θέατρο του Διονύσου.
Το νερό, πρώτο και βασικότερο στοιχείο για την ίδρυση οικισμού, το αντλούσαν από ρηχά πηγάδια βάθους 3-4 μ., για την ακρίβεια, που είχαν ανοίξει στα ΒΔ του βράχου, εκεί όπου αργότερα, στους ιστορικούς χρόνους, υπήρχε η ονομαστή πηγή Κλεψύδρα. Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας υπάρχουν στο χώρο της Αγοράς της Αθήνας από την Προϊστορική περίοδο και συγκεκριμένα από την Τελική Νεολιθική περίοδο (3000 π.Χ.). Συγκεκριμένα, στα υψώματα νότια της Αγοράς έχουν εντοπιστεί είκοσι πηγάδια για την περισυλλογή νερού.

Μαζί με τα κεραμικά ευρήματα που σηματοδοτούν το σφράγισμά τους, τα πηγάδια αυτά αποτελούν την πρωιμότερη ένδειξη κατοίκησης στο χώρο της Αγοράς, καθώς ο Νεολιθικός οικισμός της Αθήνας εκτεινόταν κατά κύριο λόγο κατά μήκος της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης. Στον κατεξοχήν χώρο της Αγοράς έχει βρεθεί ένα μόνο νεολιθικό πηγάδι και μία ταφή ανδρός ηλικίας περίπου 30 ετών και ύψους 1,65 μ. Δεν υπάρχουν υλικά κατάλοιπα του οικισμού τον οποίο εξυπηρετούσαν τα πηγάδια, ίσως η κατοίκηση να γινόταν στα παρακείμενα σπήλαια, στους πρόποδες της Ακρόπολης.
ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ Η πρώτη εποχή του Χαλκού, βρίσκει τους κατοίκους της σημερινής Αθήνας να είναι ακόμα έντονα επηρεασμένοι από τον Νεολιθικό τρόπο ζωής. Τον πρώτο καιρό μένουν κλεισμένοι στον χώρο τους, αλλά αμέσως μετά συνδέονται και επικοινωνούν με την Πελοπόννησο, τη Στερεά και τις Κυκλάδες. Σπίτια και μόνιμες κατασκευές δεν διασώθηκαν, αλλά η σκόρπια κεραμεική μαρτυρεί ότι συνεχίζουν να κατοικούν στις παλιές θέσεις, ενώ άλλοι διαμένουν τώρα ασφαλώς και στην κορυφή του βράχου, κοντά στο Ερέχθειο, όπου βρέθηκαν σαφή ίχνη τους. Μέσα στην αρχαία Αγορά αρχίζει να διαγράφεται ένα μονοπάτι προς τα δυτικά, προς την Ακαδημία Πλάτωνος, που θα γίνει αργότερα δρόμος.
Από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ή Πρώιμη Ελλαδική περίοδο (3000 – 2000) ελάχιστα είναι τα ευρήματα από την Αρχαία Αγορά, κυρίως όστρακα αγγείων. Αντίθετα, ο χώρος αναπτύσσεται ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη χιλιετία, στη Μέση (2000 – 1600) και την Ύστερη (1600 – 1100) Ελλαδική περίοδο. Κατά τη Μέση Ελλαδική περίοδο, η ανθρώπινη παρουσία εντοπίζεται σε πέντε πηγάδια της περιόδου, που τοποθετούνται στη ΒΔ άκρη της Ακρόπολης, διάσπαρτα μεταξύ των πολυάριθμων νεολιθικών. Στο χώρο της Αγοράς έχουν βρεθεί διάσπαρτα αρκετά όστρακα αγγείων του λεγόμενου γκρίζου μινυακού ρυθμού (τεφρά αγγεία με σαπωνοειδή επιφάνεια κατασκευασμένα στον κεραμικό τροχό), αλλά και του αμαυρόχρωμου ρυθμού, διακοσμημένα με απλά γεωμετρικά σχέδια.
Απουσιάζουν πάντως ίχνη οικοδομημάτων ή ταφές. Ιδιαίτερα ακμάζει η Αγορά κατά την Ύστερη Ελλαδική περίοδο (1600 – 1100). Πρόκειται για το διάστημα κατά το οποίο ανθεί στην Αθήνα ο Μυκηναϊκός πολιτισμός. Εκείνη την περίοδο η Αγορά της Αθήνας λειτουργεί και ως νεκροταφείο, αλλά και ως οικιστικός χώρος. Το διοικητικό κέντρο της πόλης βρίσκεται στην Ακρόπολη, ενώ ο οικισμός εκτείνεται κατά κύριο λόγο σε αυτήν και σε μια ζώνη νοτίως του βράχου, μια περιοχή όπου φυσικές πηγές παρείχαν στους κατοίκους τις απαραίτητες προμήθειες σε νερό. Σύμφωνα με τη μυθολογία, το τέλος της περιόδου (1200 – 1100 π.Χ.) σημαδεύεται από το συνοικισμό των κωμών της Αττικής από το Θησέα.
Ο οποίος έπεται ενός πρωιμότερου (1500 π.Χ.) και πιο περιορισμένου συνοικισμού δεκαπέντε οικισμών, από τον Κέκροπα. Ο συνοικισμός του Θησέα αποτελεί κατ’ ουσίαν ένα συνασπισμό των διασκορπισμένων οικισμών, υπό την αιγίδα και την εξουσία ενός άνακτα, που έδρευε στο ανάκτορο της Ακρόπολης. Η πρώτη φάση του Μυκηναϊκού πολιτισμού, η Υστεροελλαδική Ι, είναι ελάχιστα γνωστή στην Αθήνα, κυρίως από όστρακα αγγείων από την Ακρόπολη. Η επόμενη φάση (Υστεροελλαδική ΙΙ), που χρονικά αντιστοιχεί στο 15ο αιώνα π.Χ. (1500 – 1400) έχει αφήσει αρκετά ίχνη στην Ακρόπολη.
Η μεγάλη ακμή της μυκηναϊκής Αθήνας ταυτίζεται με την τρίτη φάση της Υστεροελλαδικής περιόδου, ιδιαίτερα τα πρώιμα χρόνια της (περ. 1410 – 1380). Ο πληθυσμός εξαπλώνεται σε όλο το νότιο τμήμα της πόλης. Είναι όμως πιθανό να είχε σχηματιστεί και ένας νέος οικισμός στα βόρεια της Ακρόπολης, του οποίου το νεκροταφείο ήταν στην Αγορά της Αθήνας. Άλλα δύο σημαντικά νεκροταφεία τοποθετούνται στον Άρειο Πάγο, με εξαιρετικά πλούσιες ταφές, και στη ρίζα του Λόφου των Νυμφών. Στο χώρο της Αγοράς της Αθήνας υπάρχει ένας εκτεταμένος αριθμός ταφών της ΥΕ ΙΙ και ΙΙΙΑ περιόδου (16ος – 14ος αιώνας), ενώ ελάχιστες είναι αυτές που τοποθετούνται στην ΥΕ ΙΙΙΒ και ΙΙΙΓ (13ος-12ος αιώνας).
Συνολικά έχουν ανασκαφεί 41 τάφοι στο μυκηναϊκό νεκροταφείο του χώρου αυτού, εκ των οποίων οι 21 ήταν θαλαμωτοί και εξυπηρετούνταν από ξεχωριστό δρόμο. Οι λακκοειδείς τάφοι είναι επίσης σχετικά δημοφιλείς, αφού εντοπίζουμε 12. Πιο πολυτελείς από τους θαλαμωτούς είναι οι τάφοι που ανασκάφηκαν στη βόρεια κλιτύ του Αρείου Πάγου, έξω από το κυρίως νεκροταφείο. Οι θαλαμωτοί τάφοι της Αγοράς ήταν μικροί σε μέγεθος, κυρίως εξαιτίας του σκληρού βράχου στον οποίο έπρεπε να σκαφτούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν πολλαπλές ταφές: αξιοσημείωτος είναι ο τάφος VII, ο οποίος περιείχε 25 ταφές και πολλά πλούσια κτερίσματα, σε χώρο μόλις 5,5 τ.μ.


Οι περισσότερες ταφές ήταν του ίδιου τύπου: ο νεκρός τοποθετείται κοντά στην είσοδο του θαλάμου, είτε σε εκτεταμένη είτε σε συνεσταλμένη στάση. Στους λακκοειδείς τάφους απαντούν και άλλοι τύποι ταφών (μέσα σε μικρά ξύλινα φέρετρα, κενοτάφια, τάφοι παιδιών κ.λπ.). Οι ενήλικοι που θάβονταν σε λάκκους ανήκαν προφανώς στα κατώτερα στρώματα της κοινωνικής τάξης, καθώς τους συνόδευαν ελάχιστα κτερίσματα. Εκτός των ταφών, στο χώρο της Αγοράς υπάρχουν πολυάριθμα πηγάδια με μυκηναϊκή κεραμική, ενώ βρέθηκαν και ίχνη δρόμων στη ΒΔ γωνία της Αγοράς, στην περιοχή της Θόλου, στα δυτικά και στην περιοχή της Νότιας Πλατείας.
Οι δρόμοι αυτοί χρονολογούνται σε γενικές γραμμές στη Νεολιθική ή την Πρώιμη Ελλαδική περίοδο, αλλά υπάρχουν ενδείξεις χρήσης τους και κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο. Η λαμπρή ιστορία της ύστερης μυκηναϊκής πόλης θα ανακοπεί βίαια στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. Αν και η έκταση της πόλης δεν αλλάζει, η πυκνότητα της κατοίκησης είναι πολύ αραιότερη τώρα, με οικίες διασκορπισμένες. Η συγκεντρωτική οικονομία των Μυκηναϊκών παλατιών καταρρέει, με αποτέλεσμα την απομόνωση, την παύση των εμπορικών συναλλαγών και τη γενικότερη πτώση του υλικού πολιτισμού. Η μεγάλη διασπορά των νεκροταφείων, με συστάδες ολιγάριθμων τάφων, μαρτυρά την επιστροφή σε μια αγροτική μορφή οργάνωσης του εδάφους, όπου κυριαρχούν οι αγροικίες.
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Μετά το 1100 π.Χ., ο χώρος της Αγοράς συνεχίζει να κατοικείται. Έχουν ανασκαφεί μερικοί τάφοι της Υπομυκηναϊκής περιόδου, με λιγοστά όμως ευρήματα. Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται γενικά από πτώση του βιοτικού επιπέδου και από τη δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι ταφές πάντως είναι αρκετά προσεγμένες: πρόκειται για λάκκους οι οποίοι επενδύονται εσωτερικά με πλάκες και σκεπάζονται με ακανόνιστους λίθους. Τα κτερίσματα είναι ένα ή δύο αγγεία, τοποθετημένα κοντά στα πόδια του νεκρού. Την ίδια περίοδο ξεκινά η λειτουργία του νεκροταφείου του Κεραμεικού, το οποίο εν πολλοίς θα αντικαταστήσει την Αγορά στη χρήση της ως νεκροταφείου, αν και οι μεμονωμένες ταφές δε θα εκλείψουν πριν από το 700 π.Χ. περίπου.
Χαρακτηριστικό της ειρηνικής ζωής των Αθηναίων της περιόδου είναι η απουσία, σε γενικές γραμμές, όπλων από τις ταφές, ήδη από τις αρχές του 8ου αιώνα και καθ’ όλη τη διάρκειά του. Κατά τη διάρκεια της Πρωτογεωμετρικής και της Γεωμετρικής περιόδου (1100 – 700), ο χώρος της Αγοράς πρώτη φορά κατοικείται συστηματικά. Οι ταφές των δύο περιόδων δεν είναι πολυάριθμες (80 συνολικά). Ακολουθούνται νέα έθιμα, ο ενταφιασμός των νεκρών εγκαταλείπεται περίπου από το 1100 έως το 800 π.Χ. και τον αντικαθιστά η καύση των νεκρών. Από περίπου το 800 έως το 700, επανακάμπτει και το έθιμο του ενταφιασμού και πλέον συνυπάρχει με την καύση των νεκρών.
Το τελευταίο διάστημα της Γεωμετρικής περιόδου (760 – 700) αποτελεί μια περίοδο μεγάλης ακμής, παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού, μεγαλύτερη εξάπλωση της κατοίκησης στην Αττική, ενώ η χρήση της γραφής είναι αρκετά διαδεδομένη. Δύο συστάδες τάφων ορίζονται με περίβολο και έχουν ερμηνευτεί ως οικογενειακά νεκροταφεία. Το πρώτο βρίσκεται στη βάση του λόφου του Αγοραίου Κολωνού. Περιλαμβάνει συνολικά είκοσι δύο ταφές, εκ των οποίων οι είκοσι ανήκουν στο διάστημα μεταξύ των μέσων του 8ου και των αρχών του 7ου αιώνα. Στις τρεις πλευρές υπάρχει περίβολος από ισχυρούς λίθους, ενώ η τέταρτη πλευρά κλείνει από το φυσικό βράχο.
Έτσι δημιουργείται ένας ακανόνιστος χώρος περίπου 6 x 17,5 μ. Ο δεύτερος περίβολος βρίσκεται στη δυτική κλιτύ του Αρείου Πάγου και περιλάμβανε είκοσι δύο ενταφιασμούς, είκοσι δύο καύσεις και δύο ταφές παιδιών, ενώ υπάρχουν και τρεις τάφοι όπου το έθιμο ταφής δεν έχει διευκρινιστεί από την ανασκαφή. Οι ταφές αυτές είναι ελαφρώς υστερότερες από εκείνες του προηγούμενου περιβόλου, ξεκινώντας από τον ύστερο 8ο αιώνα έως τα τέλη του 6ου. Ο περίβολος περιέκλειε σε ένα ακανόνιστο παραλληλόγραμμο μια έκταση 16 x 36 μ. Παράλληλα, στο χώρο της Αγοράς αναπτύσσονται πολυάριθμα εργαστήρια κεραμικής και χαλκοτεχνίας.
Τα πρώτα δίνουν το όνομά τους στην ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκει (Κεραμεικός). Τέλος μαρτυρείται και η ύπαρξη οικιών, όπως πιστοποιείται από τα άφθονα πηγάδια που ανασκάφηκαν και περιείχαν γεωμετρικά αγγεία (συνολικά 35 πηγάδια περιέχουν υλικό από την Πρωτογεωμετρική και τη Γεωμετρική περίοδο). Ο αριθμός των πηγαδιών δείχνει ότι η κατοίκηση θα πρέπει να ήταν σχετικά πυκνή, αλλά τα απομεινάρια των οικιών κάτω από τα μνημεία των μεταγενέστερων εποχών είναι τόσο ισχνά, που δεν είμαστε σε θέση να καταλάβουμε το γενικό σχέδιό τους. Η αυλαία του 8ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την απότομη και ξαφνική διακοπή της έντονης δραστηριότητας των χρόνων που προηγήθηκαν στην Αθήνα.
Το αρχαιολογικό μητρώο του 7ου αιώνα είναι εξαιρετικά ισχνό εν συγκρίσει προς αυτό του 8ου αιώνα. Ο αριθμός των ταφικών κτισμάτων της Αθήνας και, γενικότερα, της Αττικής είναι αισθητά μικρότερος σε σχέση με πριν. Ανάλογη εικόνα λαμβάνουμε και σε ό,τι αφορά στα πηγάδια – φρέατα, τα περισσότερα εκ των οποίων στην περιοχή της μετέπειτα Αγοράς έπεσαν σε αχρησία, παρόλο που την ίδια ώρα σημάδια έντονης χρήσης του χώρου παρουσιάζονται στα ιερά του Ομβρίου Διός στον Υμηττό και της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα. Τα στοιχεία συγκλίνουν προς την υπόθεση ότι περί τα τέλη του 8ου αιώνα η Αθήνα ταλανίσθηκε σοβαρά, ίσως από ξηρασία που συνοδεύτηκε από λιμό και επιδημικές ασθένειες.
Ίχνη κατοίκησης έχουν ανακαλυφθεί στις παρυφές της μετέπειτα Αγοράς, ενώ οι ταφές εξακολουθούν βορείως του λόφου του Αρείου Πάγου.Αναμφίβολο πάντως είναι ότι η πόλη διήλθε από μια φάση αναταραχών και μεγάλης παρακμής κατά τα χρόνια γύρω και αμέσως μετά το 700. Είναι τότε που το πλήθος των εισηγμένων αγγείων στην Αθήνα ξεπερνά κατά πολύ την παραγωγή της εξαγόμενης εντόπιας κεραμεικής, φαινόμενο μοναδικό στην Αθηναϊκή ιστορία πολλών αιώνων.
ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Ο 7ος αιώνας π.Χ. αποτελεί για την Αθήνα, και την Αττική γενικότερα, περίοδο περισυλλογής, αναδίπλωσης και εντέλει παρακμής, η οποία συνοδεύεται επιπρόσθετα από σημαντικότατη κάμψη στον υλικό πολιτισμό και κατά πάσα πιθανότητα από δραστική μείωση του πληθυσμού, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από το μικρό αριθμό ταφών που αποδίδονται στη συγκεκριμένη περίοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιστορικές πηγές συνδέουν το διάστημα αυτό με μια κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, στάσης και κοινωνικής διαμάχης μεταξύ των εύπορων τάξεων και των ελεύθερων γεωργών και τεχνιτών, η οποία εμπόδισε την Αθήνα να αναπτυχθεί κατά τον ίδιο τρόπο που αυτό επιτεύχθηκε σε πόλεις όπως το Άργος, η Κόρινθος, η Χαλκίδα και η Σπάρτη.


Ορισμένοι ιστορικοί μάλιστα διατυπώνουν την άποψη ότι η Αθήνα επλήγη από παρατεταμένη ανομβρία την περίοδο εκείνη, γεγονός που προφανώς είχε αποτέλεσμα την παρακμή της γεωργικής παραγωγής και την ένταση των κοινωνικών συγκρούσεων. Στο χώρο της Αγοράς επικρατεί η εικόνα που συναντήσαμε στη διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου, αλλά σιγά σιγά η συνήθεια να χρησιμοποιείται ο χώρος ως νεκροταφείο εγκαταλείπεται. Η τάση αυτή ίσως να οφείλεται στην πραγματικότητα στη μείωση του πληθυσμού και συνακόλουθα στον περιορισμένο αριθμό ταφών. Γεγονός πάντως είναι ότι στο χώρο της Αγοράς υπάρχουν σχετικά ολιγάριθμες μαρτυρίες για την περίοδο μεταξύ των αρχών του 7ου αιώνα και του 600 π.Χ.
Η συνέχεια πάντως στη χρήση των οικογενειακών ταφικών περιβόλων που συναντήσαμε στην Ύστερη Γεωμετρική περίοδο φανερώνει ότι οι όποιες αλλαγές έγιναν σταδιακά. Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. ο χώρος της Αγοράς εξελίσσεται εκ νέου. Αν και δεν υπάρχουν απτές ενδείξεις για οργανωμένη διοικητική χρήση της περιοχής από την εποχή του Σόλωνα (594 π.Χ.), εντούτοις καθαρίζονται και ισοπεδώνονται οι χώροι όπου προηγουμένως υπήρχαν οι γεωμετρικές οικίες. Το γεγονός ότι η περιοχή της Ακρόπολης χρησιμοποιείται για μια σειρά δημόσιες τελετές, οι οποίες επηρεάζουν και το χώρο της Αγοράς, ίσως να αποτέλεσε το έναυσμα για τις σχετικές εργασίες.
Μάλιστα, ορισμένοι μελετητές δέχονται ότι η απαρχή της διαρρύθμισης του χώρου της Αγοράς ως τμήματος της πολιτικής ζωής της πόλης οφείλεται στη θεσμοθέτηση των Μεγάλων Παναθηναίων το 566 π.Χ. Η μεγάλη πομπή της γιορτής διέτρεχε την Αγορά κατά τα Κλασικά χρόνια και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι κάτι τέτοιο δε γινόταν ήδη στην Αρχαϊκή περίοδο. Το τέλος της Αρχαϊκής περιόδου σημαδεύεται από την πτώση της τυραννίας του Πεισιστράτου και των γιων του και την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της δημοκρατίας στην Αθήνα. Η δημοκρατία προέκυψε μέσα από μια διαδικασία σύγκρουσης των δύο κυριότερων πολιτικών παρατάξεων.
Από τη μία μεριά των αρίστων και των οπαδών τους και από την άλλη του δήμου, του πλήθους των ελεύθερων πολιτών, που όμως δεν κατείχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα την επαύριο της εκδίωξης των τυράννων από την Αθήνα (510 π.Χ.). Επώνυμος άρχων εκλέχθηκε ο Ισαγόρας, ένας ευγενής που είχε τη στρατιωτική στήριξη του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη (ο οποίος είχε παρέμβει στρατιωτικά και είχε εκδιώξει τον Ιππία και τους οπαδούς του από την Αθήνα, καταλύοντας την πεντηκονταετή τυραννία της οικογένειας των Πεισιστρατιδών). Ο Κλεισθένης, μέλος της οικογένειας των Αλκμεωνιδών, εμφανίστηκε ως προστάτης του δήμου και πρότεινε μια σειρά μεταρρυθμίσεις, οι οποίες μετέτρεψαν το πολίτευμα από αριστοκρατία σε δημοκρατία.
Ο Ισαγόρας και ο Κλεομένης αντέδρασαν. Ο Κλεισθένης εξορίστηκε. Αργότερα εξορίστηκαν 700 ακόμη οικογένειες. Όταν όμως ο Ισαγόρας επιχείρησε να αντικαταστήσει τη βουλή με ένα σώμα 300 υποστηρικτών του, τα μέλη της αντέδρασαν και κάλεσαν το λαό στα όπλα. Οι εξεγερμένοι Αθηναίοι εκδίωξαν τους Σπαρτιάτες και επανέφεραν τον Κλεισθένη και τους εξόριστους πολίτες. Ο λαός (δήμος) είχε θριαμβεύσει σε αυτή την πρώτη πολιτική επανάσταση της ιστορίας. Οι αλλαγές είναι κοσμογονικές, το 507 π.Χ. η Αθήνα νικά το συνασπισμό όλων των εχθρών της (Ευβοέων, Βοιωτών και Πελοποννησίων), το 500 π.Χ. αρχίζει να χτίζει τη θαλάσσια ηγεμονία της ελέγχοντας τη Λήμνο και τις θαλάσσιες οδούς προς τη Μαύρη θάλασσα.
Το 499 – 494 π.Χ. αποφασίζει να σπεύσει αρωγός των συγγενών της Ιώνων, που είχαν επαναστατήσει από τον Περσικό ζυγό, και το 490 π.Χ. νικά τους Πέρσες στο Μαραθώνα. Στο διάστημα αυτό η νεοσύστατη δημοκρατία αναλαμβάνει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, που δυστυχώς μένει ημιτελές, λόγω του ξεσπάσματος των Μηδικών πολέμων και της καταστροφής της πόλης από τον Ξέρξη. Στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης και στο χώρο της Αγοράς γίνονται εκτεταμένες εργασίες, των οποίων δυστυχώς τα ίχνη δεν είμαστε πάντα σε θέση να διακρίνουμε.
Κάποια πρώιμα Κτήρια (C και D), που ενδεχομένως να έχουν και δημόσια εκτός από ιδιωτική χρήση, ανήκουν στην περίοδο αυτή και εντοπίζονται στη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς, η οποία διαχρονικά επείχε θέση διοικητικού κέντρου. Συνολικά πάντως ο χώρος της Αγοράς συνεχίζει να χρησιμοποιείται από εργαστήρια κεραμέων και χαλκουργών. Ταυτόχρονα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα κτήρια με θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως ο Βωμός των 12 Θεών, ο Βωμός της Αφροδίτης Ουρανίας και το Αιακείον, διοικητικά κτήρια (Παλαιό Βουλευτήριο) καθώς και ένα σημαντικό κρηναίο οικοδόμημα, η Νοτιοανατολική Κρήνη (που ορισμένες φορές ταυτίζεται εσφαλμένα με την Εννεάκρουνο).
Κάποια από αυτά τα κτήρια σχετίζονται με την τυραννία των Πεισιστρατιδών, ενώ άλλα (Αιακείον, Παλαιό Βουλευτήριο) πρέπει να αποδοθούν στη δημοκρατία που εγκαθίδρυσε ο Κλεισθένης μετά το 507 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου, η αγορά της πόλης πρέπει να αναζητηθεί σε άλλη θέση. Η ανακάλυψη της θέσης του Αγλαυρίου στη δυτική κλιτύ της Ακρόπολης, σε σημείο που δεν υποψιάζονταν οι αρχαιολόγοι, οδήγησε σε μια σειρά από μελέτες τη δεκαετία του ’90, οι οποίες έθεσαν σε νέα βάση τον προβληματισμό για το πρώιμο διοικητικό κέντρο της πόλης. Η Αρχαία Αγορά, όπως είθισται πλέον να αποκαλείται, πρέπει να ήταν το διοικητικό κέντρο της πόλης έως τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.
Κατάλογος Κτηρίων
Νοτιοανατολική Κρήνη
Βωμός των Δώδεκα Θεών
Βωμός Αφροδίτης Ουρανίας
Αιάκειον
Παλαιό Βουλευτήριο
Συγκρότημα των Κτιρίων C, D και F

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η περσική κατάκτηση της Αθήνας το 480 – 479 π.Χ. οδήγησε σε εκτεταμένες καταστροφές, κάτι που μαρτυράται βέβαια κατά κύριο λόγο στην Ακρόπολη της Αθήνας. Τα πηγάδια της Ακρόπολης κλείνουν σχεδόν όλα με κεραμικό υλικό που προέρχεται από την περίοδο 500-480 π.Χ. Μετά το 480 π.Χ., ο Θεμιστοκλής και μετέπειτα ο Κίμωνας αναλαμβάνουν τη διευθέτηση ενός νέου διοικητικού κέντρου για την Αθήνα. Η πραγματική εικόνα της Αγοράς στην έναρξη της Κλασικής περιόδου (479 π.Χ.), μετά την αποχώρηση των Περσών, πρέπει να ήταν μια σειρά ερειπωμένα κτήρια, που είχαν υποστεί ανεπανόρθωτες καταστροφές, λόγω της Περσικής κατάκτησης. Ιδιαίτερα τα κτήρια της δυτικής πλευράς καταστράφηκαν ολοσχερώς.


Έπειτα από ένα εύλογο διάστημα, η πόλη δημιούργησε μια σειρά κτήρια διοικητικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. Η Θόλος χτίζεται γύρω στο 465 π.Χ., προκειμένου να στεγάσει τους πρυτάνεις. Το Νέο Βουλευτήριο αναλαμβάνει τη θέση του Παλαιού, το οποίο μετατρέπεται σε τόπο φύλαξης των αρχείων του κράτους και χώρο λατρείας της Μητέρας των Θεών. Η οικοδομική δραστηριότητα είναι έντονη και στη βόρεια πλευρά: η Βασίλειος Στοά ξαναχτίζεται με το αυθεντικό υλικό των ετών του 550 – 500 π.Χ. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το Βωμό των Δώδεκα Θεών, που πιθανότατα ξαναχτίζεται λίγο μετά το 480 π.Χ.
Οικοδομείται επίσης και η περίφημη Ποικίλη Στοά από το γαμπρό του Κίμωνα, τον Πεισιάνακτα, και στολίζεται με ζωγραφικά έργα μεγάλης αξίας από τον Πολύγνωτο, το Μικίωνα και τον Πάναινο. Νέα κτήρια ανεγείρονται σταδιακά και στην ανατολική και τη νότια πλευρά. Τα κτήρια της ανατολικής πλευράς, απλοί περίβολοι, έχουν μάλλον δικαστική χρήση. Αντίθετα, στη νότια οικοδομείται γύρω στο 430 π.Χ. η Νότια Στοά Ι, όπου τελούνται συσσίτια. Άλλα κτήρια της ίδιας περιόδου είναι η Στοά του Ελευθερίου Διός και το Νομισματοκοπείο. Η πόλη εντάσσεται και στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή, όταν χτίζεται ο περίφημος ναός του Ηφαίστου και της Αθηνάς Εργάνης, το λεγόμενο «Θησείο», λίγο μετά το 450 π.Χ.
Στη δυτική πλευρά της Αγοράς συγκεντρώθηκαν επομένως τα βασικά δημόσια κτήρια νομοθετικού, δικαστικού, διοικητικού και στρατιωτικού χαρακτήρα, ενώ στη νότια αυτά που σχετίζονταν με την εμπορική και οικονομική ζωή της πόλης. Μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., η Αγορά της Αθήνας οργανώνεται ως το διοικητικό κέντρο μιας δημοκρατίας, η οποία αποτελούσε ταυτόχρονα και το κέντρο μιας «αυτοκρατορίας». Η μεγαλοπρέπεια των κτηρίων της Ακρόπολης δε γίνεται αισθητή στο χώρο της Αγοράς. Σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις κάποια μνημεία διακρίνονται για την πολυτέλειά τους, όπως για παράδειγμα η Στοά του Ελευθερίου Διός.
Μια σειρά αλλαγές παρατηρούνται και κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων του 5ου αιώνα π.Χ., όταν σημειώνονται καταστροφές ή τροποποιήσεις στη χρήση μιας σειράς μνημείων, όπως η Θόλος, το Παλαιό Βουλευτήριο, τα δικαστήρια κάτω από τη Στοά του Αττάλου κ.λπ. Οι περισσότερες αλλαγές σχετίζονται με τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 411 π.Χ., την πτώση της Αθήνας στους Σπαρτιάτες το 404 π.Χ. και την τυραννία των τριάκοντα. Η οικοδομική δραστηριότητα στην Αγορά ανανεώθηκε στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ.
Παρά τις δυσκολίες της Αθήνας στο πολιτικό επίπεδο, που ακολούθησαν την ήττα της στον Πελοποννησιακό πόλεμο, η οικονομία της πόλης άνθησε ιδιαίτερα στη διάρκεια αυτού του αιώνα. Αποκορύφωμα της ακμής της ήταν η περίοδος που την τύχη της πόλης έλεγχε ο ρήτορας Λυκούργος, ο οποίος κόσμησε την πόλη, αλλά και την Αγορά, με μια σειρά πολυτελή κτήρια. Ο ναός του Απόλλωνος Πατρώου, το Τετράγωνο Περιστύλιο, η νέα εκδοχή του Μνημείου των Δώδεκα Ηρώων, η Οπλοθήκη τοποθετούνται χρονικά στο διάστημα που η πόλη είναι ακόμη αυτόνομη.
Κατάλογος Κτηρίων
Βασίλειος Στοά
Ναός του Απόλλωνος Πατρώου
Νέο Βουλευτήριο
Ποικίλη Στοά
Ναός του Διός Φρατρίου και της Αθηνάς Φρατρίας
Στοά του Ελευθερίου Διός
Θόλος ή Σκιάς
Μνημείο των Επωνύμων Ηρώων
Νότια Στοά Ι
Οικία του Σίμωνος
Νομισματοκοπείον
Ναός του Ηφαίστου
Κτήρια Α και Ε στη ΒΔ Γωνία της Αγοράς
Παρόδιο Ιερό
Τριγωνικό Ιερό

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η Αθήνα μάχεται κατά των Μακεδόνων σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου. Η ήττα όμως των συνασπισμένων νοτιοελλαδικών δυνάμεων στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) σηματοδοτεί το τέλος της ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής της πόλης. Μετά την καταστροφή της Θήβας (336 π.Χ.) και την κατάκτηση της Ανατολής από τον Αλέξανδρο, η Αθήνα αναγκάζεται να παραμείνει πιστή στους Μακεδόνες. Το 322 π.Χ. όμως εξεγείρεται, αλλά ηττάται και χάνει την ανεξαρτησία της. Έκτοτε, και για όλο το διάστημα του 3ου αι. π.Χ., παραμένει υποτελής στους Μακεδόνες. Την περίοδο αυτή ιδιαίτερο ρόλο στα πράγματα της πόλης διαδραματίζει ο Δημήτριος ο Πολιορκητής.
Χτίζει την ελληνιστική Πύλη, ενώ προσθέτει τον ίδιο και τον πατέρα του στους αρχικούς 10 Επωνύμους Ήρωες της πόλης. Η απελευθέρωση της Αθήνας έρχεται γύρω στο 220 π.Χ., όταν ο Μακεδόνας φρούραρχος Διογένης πείθεται να δωροδοκηθεί και να εγκαταλείψει τη θέση του. Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. η Αθήνα συμμαχεί με τη Ρώμη κατά των Μακεδόνων. Ανεξάρτητη έκτοτε, γνωρίζει πραγματική πολιτισμική και αρχιτεκτονική αναγέννηση στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., χάρη στη συνδρομή των ελληνιστικών βασιλείων της Αιγύπτου, της Συρίας, της Περγάμου, της Καππαδοκίας και του Πόντου.


Είναι η εποχή που η Αγορά πήρε την τελική ορθογώνια μορφή της με τη διαμόρφωση εκτεταμένων κιονοστοιχιών στην περίμετρό της. Κιονοστοιχία συνεχής διατρέχει την πρόσοψη των μνημείων της δυτικής πλευράς, ενώ η νότια πλευρά κοσμείται με μια σειρά μεγαλόπρεπα κτήρια, τη Μέση Στοά (180 π.Χ.), τη Νότια Στοά ΙΙ (150 π.Χ.) και το Ανατολικό Κτήριο (150 π.Χ.). Στη δυτική πλευρά κατεδαφίζονται τα κτήρια που υπήρχαν και ανοικοδομείται η Στοά του Αττάλου. Στην ίδια περίοδο ξαναχτίζεται το Μητρώο, αντικαθιστώντας το ταπεινό πλέον Παλαιό Βουλευτήριο. Περιστύλια, περίβολοι και πλήθος αναθηματικών αγαλμάτων και μνημείων ολοκληρώνουν τη διακόσμηση της πλατείας.
Η Αγορά της Αθήνας ακολουθεί τα πολεοδομικά πρότυπα των μεγάλων μητροπόλεων της Ασίας (Πέργαμος), αλλά και των μικρότερων, αλλά εξαιρετικά επιτυχημένων νέων βασιλικών κτήσεων (Πριήνη, Άσσος). Σημαντικό πλήγμα για την Ελληνιστική Αθήνα υπήρξε η καταστροφή της από την επιδρομή του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα, ο οποίος πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη το 86 π.Χ. Το μεγαλύτερο τμήμα της νότιας πλευράς της Αγοράς καταστράφηκε ολοσχερώς. Η περιοχή χρησιμοποιήθηκε στο εξής κυρίως για βιοτεχνικές δραστηριότητες (κεραμική, μεταλλοτεχνία, μαρμαρογλυπτική κ.ά.). Ωστόσο, και άλλα κτήρια υπέστησαν σοβαρότατες ζημιές, αλλά επισκευάστηκαν.
Κατάλογος Κτηρίων
Στοά του Αττάλου
Τιμητικό Βάθρο
Βήμα
Μέση Στοά
Νότια Στοά ΙΙ
Ανατολικό Κτήριο
Ελληνιστική Πύλη
Οπλοθήκη
Τετράγωνο Περιστύλιο
Νοτιοδυτική Κρήνη

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η Αθήνα την εποχή της Δεύτερης Σοφιστικής ήταν μια πόλη όπου συνυπήρχε η ζοφερή πραγματικότητα της ζωής σε μια μίζερη και καταχρεωμένη επαρχιακή πόλη με το ηρωικό παρελθόν. Έχει εύστοχα αποκληθεί «θεματικό πάρκο» της Αρχαιότητας, όπου οι Αθηναίοι έπρεπε να παίζουν το ρόλο των φιλοσόφων και καλλιτεχνών ένδοξων προγόνων τους. Οι Ρωμαίοι της ύστερης δημοκρατίας και της Αυτοκρατορίας είχαν πάθος με την Αθήνα. Ωστόσο, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ήταν χρεωμένοι στο ζάπλουτο πατέρα του Ηρώδη του Αττικού. Στην Αθήνα πάντως συνέρρεαν σπουδαστές από διάφορα μέρη: οι φιλοσοφικές σχολές (Περίπατος, Ακαδημία, Στοά, Επικούρεια) ήταν διάσημες και διατηρούσαν την αίγλη τους.
Οι Ρωμαίοι (π.χ. ο Κικέρων) αναζητούσαν να ακολουθήσουν τα βήματα των μεγάλων αντρών του παρελθόντος. Στα αξιοθέατα της πόλης δε συγκαταλέγονταν μόνο τα μνημεία της, αλλά και η ακτή όπου ο Δημοσθένης έκανε εξάσκηση στη ρητορική, η Ακαδημία του Πλάτωνα, ο τάφος του Περικλή, το σπίτι του Επικούρου κ.λπ. Κομβικό σημείο των περιηγήσεων των επισκεπτών, όπως αποδεικνύει και η διαδρομή του Παυσανία, ήταν, πέραν της Ακρόπολης, και η Αγορά. Τη Ρωμαϊκή εποχή διακρίνονται τρεις φάσεις κατά τις οποίες η Αθήνα λαμπρύνεται με οικοδομήματα: η πρώτη είναι η περίοδος του Αυγούστου (30 π.Χ. – 14 μ.Χ.), η δεύτερη είναι η περίοδος του Αδριανού (112 – 138 μ.Χ.) και η τρίτη η περίοδος των Αντωνίνων (140 μ.Χ. κ.ε.).
Με την οικοδόμηση της Ρωμαϊκής Αγοράς από τον Αύγουστο, ο χώρος χάνει τη σημασία του ως εμπορικό κέντρο. Για το λόγο αυτό ο ανοιχτός χώρος της πλατείας της Αγοράς καλύπτεται σταδιακά με οικοδομήματα (Ωδείο του Αγρίππα, ΝΑ και ΝΔ Ναός, Ναός του Άρεως κ.λπ.). Η Αθήνα παραμένει κατά τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ. μια πόλη που η πλειονότητα των κατοίκων της είναι φτωχοί (οι περισσότεροι ήταν χρεωμένοι στον πατέρα του Ηρώδη του Αττικού). Ο Αύγουστος είναι ο τελευταίος από μια σειρά σημαντικών Ρωμαίων που γοητεύτηκαν από το περασμένο μεγαλείο της Αθήνας.
Καθένας τους (Καίσαρας, Κικέρωνας, Πομπήιος, Μάρκος Αντώνιος, Αύγουστος) συνεισέφερε στην ανάκαμψη της κατεστραμμένης από το Σύλλα Αθήνας. Νέο χαρακτήρα πήρε η Αγορά στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. και στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Το διάστημα αυτό συμπίπτει με τη δραστηριότητα του Αυγούστου, του μονάρχη που συνειδητά επέλεξε το παρελθόν ως οδηγό του για το μέλλον. Ο Αύγουστος άλλαξε δραματικά το τοπίο της Αγοράς της Αθήνας: η εμπορική δραστηριότητα μεταφέρθηκε στη νέα Αγορά, τη λεγόμενη Ρωμαϊκή, ενώ η παλιά μετατράπηκε σε καλλιτεχνικό κέντρο και χώρο αναψυχής με την προσθήκη κτηρίων και έργων τέχνης, χάρη στις δωρεές των Ρωμαίων ευεργετών της πόλης.
Την κεντρική ανοιχτή πλατεία της Αρχαίας Αγοράς κάλυπταν πλέον το Ωδείο του Αγρίππα, ενώ κλασικοί ναοί και μνημεία, όπως της Αθηνάς από την Παλλήνη, της Αθηνάς Σουνιάδος από το Σούνιο, της στοάς της Δήμητρας από το Θορικό, μεταφέρονται αυτούσια ή τμηματικά στο κέντρο της πόλης και ανασυστήνονται ή χρησιμεύουν για την ανέγερση σύνθετων κτηρίων με έντονα κλασικιστικό χαρακτήρα. Τα μνημεία αυτά είναι ο Ναός του Άρεως, ο ΝΔ Ναός, ο ΝΑ Ναός, ο Βωμός του Άρεως και ο Βωμός του Διός Αγοραίου.
O 2ος αιώνας μ.Χ. σηματοδότησε την τελευταία μεγάλη περίοδο ακμής της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας με την κατασκευή της Βιβλιοθήκης του Πανταίνου (επί Αυτοκράτορα Τραϊανού), της Βασιλικής, του Μονοπτέρου και του Νυμφαίου (επί Αδριανού), αλλά και την ολοκλήρωση μιας σειράς έργων, όπως το Υδραγωγείο και η Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Η Αθήνα των μέσων του 2ου αιώνα είναι μια επαρχιακή πόλη, η οποία όμως διατηρεί ζωντανή κάποια από την παλιότερη αίγλη της. Για σύντομο διάστημα, επί Αδριανού, αποτελεί κέντρο του Πανελληνίου, της πολιτισμικής και θρησκευτικής ένωσης των Ελλήνων.


Με το τέλος της περιόδου των Αντωνίνων η πόλη αρχίζει σταδιακά να παρακμάζει, διαδικασία που διαρκεί έως το 267, όταν οι Έρουλοι την καταστρέφουν. Το βαρβαρικό αυτό φύλο κατάφερε να υπερνικήσει εύκολα την αντίσταση των Αθηναίων, οι οποίοι υπεράσπιζαν το Βαλεριανό τείχος, που είχε οικοδομηθεί το 254. Υπό την ηγεσία του ιστορικού Δεξίππου Ποπλίου Ερεννίου, οι εναπομείναντες Αθηναίοι κρύφτηκαν στα δάση. Το εύρος των καταστροφών που προκάλεσαν οι Έρουλοι αποκαλύφτηκε με τις ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής. Όλα τα κτήρια στη νότια και την ανατολική πλευρά της Αγοράς επλήγησαν.
Συγκεκριμένα, το Ωδείο υπέστη τη μεγαλύτερη καταστροφή και ακολουθούν η Μέση Στοά, η Βιβλιοθήκη του Πανταίνου, η Στοά του Αττάλου, και ιδιαίτερα το νότιο τμήμα της που κάηκε. Αργότερα τα κτήρια αυτά χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την προμήθεια οικοδομικού υλικού. Στη δυτική πλευρά οι ζημιές εντοπίστηκαν μόνο στα νότια, το Μητρώο και το Βουλευτήριο καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η Θόλος επιβίωσε και επιδιορθώθηκε αργότερα. Η Στοά του Διός, ο ναός του Απόλλωνος Πατρώου, η Βασίλειος Στοά και η Ποικίλη επέζησαν έως τα τέλη του 4ου αιώνα και την επιδρομή των Γότθων του Αλαρίχου. Καταστροφές επισημάνθηκαν και στη βόρεια πλευρά της Αγοράς, όπου η βασιλική κάηκε.
Έξω από τα όρια της Αγοράς καταστράφηκαν το ΝΑ Κτήριο και το Ελευσίνιο, ενδεχομένως μάλιστα να σημειώθηκαν εκτενείς ζημιές και στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Νομίσματα του αυτοκράτορα Γαλλιηνού (253 – 268), που βρέθηκαν σε κλειστά αρχαιολογικά σύνολα, επιβεβαίωσαν τη χρονολόγηση της καταστροφής. Ακολουθώντας τα ίχνη της καταστροφής, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Έρουλοι εισήλθαν σε δύο τμήματα. Το πρώτο πέρασε από το Δίπυλο, όπου έγινε σκληρή μάχη και σημειώθηκαν καταστροφές, και ακολούθησε την Παναθηναϊκή Οδό έως το κέντρο της Αγοράς.
Η καταστροφή στο νότιο τμήμα της Αγοράς και στις βόρειες υπώρειες του Αρείου Πάγου ενδεχομένως να προκλήθηκε από μια ομάδα που εισήλθε από τις Πύλες του Πειραιά και προσέγγισε την Αγορά από το νοτιοδυτικό της άκρο. Ίσως ένα τρίτο κύμα να επέδραμε από την Πνύκα και την περιοχή της Πύλης του Αγίου Δημητρίου. Αυτοί έφτασαν ως τη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, όπου επίσης σημειώθηκαν καταστροφές. Οι Αθηναίοι πρέπει να κρύφτηκαν σε κάποιο παρακείμενο της Ακρόπολης σημείο, γιατί εκεί δε σημειώθηκαν καταστροφές. Επιτέθηκαν στους Ερούλους και τους έτρεψαν σε φυγή.
Τις μαρτυρίες της καταστροφής σώζει το έργο του ίδιου του Δεξίππου (τα Σκυθικά), όπου παρουσιάζεται εκτενής περιγραφή της μάχης. Κατά τ’ άλλα αναφορές γίνονται στην προφανώς ιστορικά ατεκμηρίωτη απόφαση των Ερούλων να μην κάψουν τα βιβλία, γιατί αυτά είναι που θα έκαναν και στο μέλλον τους Αθηναίους ανίκανους στη μάχη. Μετά την επιδρομή η Αθήνα μετατρέπεται σε επαρχιακή κωμόπολη, που απλώς αντανακλά το παλιότερο μεγαλείο της.
Κατάλογος Κτηρίων
Βασιλική
Βωμός Διός Αγοραίου
Ναός του Άρεως
Νοτιοανατολικός Ναός
Νοτιοδυτικός Ναός
Νυμφαίον
Μονόπτερος
Ωδείο του Αγρίππα
Βιβλιοθήκη του Πανταίνου
Νοτιοανατολική Στοά

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Κατά τη διάρκεια της επιδρομής των Ερούλων το (267) στην Αθήνα τα περισσότερα από τα οικοδομήματα της Αρχαίας Αγοράς, όπως το Ωδείο και οι μεγάλες Ελληνιστικές στοές, καταστράφηκαν πλήρως. Τα αρχιτεκτονικά μέλη των κτηρίων αυτών χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή ενός οχυρωματικού περίβολου, του λεγόμενου Υστερορωμαϊκού τείχους, που διέτρεχε την ανατολική πλευρά της Αγοράς και περιέκλειε το βόρειο τμήμα της πόλης. Στα τέλη του 4ου αιώνα ο Αλάριχος και οι Βησιγότθοι προξένησαν νέες μεγάλες ζημιές στην πόλη. Κατά τον 5ο και 6ο αιώνα, ωστόσο, παρατηρείται νέα οικοδομική δραστηριότητα στο χώρο.
Ανεγέρθηκαν μερικά μεγάλα συγκροτήματα, όπως το «Γυμνάσιο» στα νότια -ένα εκπαιδευτήριο με αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, παλαίστρα και λουτρά- και άλλες μεγάλες οικίες στα βόρεια του Αρείου Πάγου (Οικία Γ’), στην περιοχή της Θόλου και ανατολικά της Στοάς του Αττάλου. Κάποιες από τις οικίες, όπως αυτές στο νότιο τμήμα της Αγοράς προς τον Άρειο Πάγο, ταυτίζονται ως φιλοσοφικές σχολές ή εκπαιδευτήρια. Επί Ιουστινιανού η δράση των φιλοσοφικών σχολών καταργήθηκε (529) και, σύμφωνα με τις πηγές, αποσπάστηκαν αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη από τα κτήρια με σκοπό την ανέγερση της Αγίας Σοφίας. Νέα καταστροφή της Αγοράς και της πόλης προκάλεσε η επιδρομή των Σλάβων το 582.
Νέες οικοδομικές δραστηριότητες που χρονολογούνται στον προχωρημένο 7ο αιώνα, όπως η μετατροπή του Ηφαιστείου σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και η κατασκευή ενός συγκροτήματος ανατολικά της Στοάς του Αττάλου, σχετίζονται πιθανόν με την επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Αθήνα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κώνστας Β’ το 662 – 663. Όπως διαπιστώνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα, κατά τον 8ο και τον 9ο αιώνα η πόλη βρισκόταν σε παρακμή. Τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης εκδηλώνονται τον επόμενο αιώνα.


Όπως φαίνεται από τις ιδιωτικές κατοικίες, που πλήθυναν και στο χώρο της Αρχαίας Αγοράς, ο πληθυσμός αυξήθηκε και άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες εκκλησίες, όπως ο Ναός των Αγίων Αποστόλων, ο λεγόμενος αργότερα του Σολάκη – ένα εξαίσιο δείγμα Μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής, που χρονολογείται γύρω στο 1000. Στο βόρειο τμήμα της Αγοράς και του Αγοραίου Κολωνού, ανατολικά του Θησείου, διαμορφώνεται από το 10ο έως το 12ο αιώνα ευρύτατη και πυκνοκατοικημένη συνοικία. Το τμήμα αυτό της Μεσαιωνικής πόλης έχει μελετηθεί διεξοδικά και μας δίνει πληρέστερη εικόνα για τον τύπο των συνοικιών. Όπως φαίνεται δεν υπήρχε πολεοδομικός σχεδιασμός.
Τα σπίτια παρατάσσονται δεξιά και αριστερά από ένα στενό δρόμο που όδευε από βορρά προς νότο. Είχαν μικρά δωμάτια γύρω από μία αυλή, η οποία κατά κανόνα ήταν ασβεστωμένη και σε ορισμένες περιπτώσεις διέθετε μικρό υπόστεγο στη μία πλευρά. Συνήθως, παρατηρούνται δύο ή τρεις επάλληλες χρονολογικά οικιστικές φάσεις. Η ύδρευση εξασφαλιζόταν με πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές, ενώ για την αποθήκευση των τροφίμων χρησίμευαν πιθάρια βαλμένα μέσα στο δάπεδο. Οι κατασκευές ήταν πολύ ευτελείς και σώζονται συνήθως μόνο τα θεμέλια, χωρίς να είναι δυνατή η αποκατάσταση των ορόφων. Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχαν μικρά κτήρια για βιοτεχνικές εγκαταστάσεις (εργαστήρια) και εμπορικά «καταστήματα».
Έχει βρεθεί και ένα μεγάλο τετράγωνο κτήριο με δωμάτια γύρω, το οποίο ήταν ίσως κλειστή αγορά ή πανδοχείο ή κατά άλλους βιοτεχνικό συγκρότημα και πιθανόν υφαντουργείο. Η κατάσταση που αναφέραμε άλλαξε άρδην στις αρχές του 13ου αιώνα μετά την καταστροφική επιδρομή του 1203 από το δυνάστη του Ναυπλίου, Λέοντα Σγουρό, και ιδιαίτερα μετά τη φραγκική κατάληψη της πόλης το 1204. Στα μετέπειτα χρόνια της Φραγκοκρατίας λίγες από τις συνοικίες διατηρήθηκαν, ενώ σε αρκετές παρατηρούνται διακυμάνσεις κατοίκησης και ερήμωσης.
ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Η έκταση που καταλαμβάνει η σημερινή Αρχαία Αγορά έπαψε να είναι πυκνοκατοικημένη ήδη από το 13ο αιώνα. Από περιγραφές και χαλκογραφίες των περιηγητών από το 15ο έως το 17ο αιώνα διακρίνεται ότι η περιοχή βρισκόταν εκτός των τειχών της πόλης και δεν υπήρχαν πολλά σπίτια. Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και στο 18ο αιώνα, με τη διαφορά ότι η περιοχή του Θησείου, όπως και η Μονή των Καπουτσίνων, έχει οριστεί από τους Οθωμανούς ως τόπος ταφής των «ξένων». Το 1778 με την εντολή του Χασεκή, βοεβόδα της Αθήνας, που αποσκοπούσε στην προστασία της πόλης από τους Αλβανούς, χτίστηκαν τα «Τείχη του Χασεκή».
Μετά την οικοδόμηση των τειχών η περιοχή της Αρχαίας Αγοράς βρέθηκε εντός των τειχών και παρατηρήθηκε αύξηση στον αριθμό των κατοικιών της. Έπειτα από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους υπήρξαν σχέδια για την ανάπλαση της περιοχής και τη δημιουργία εκεί βασιλικού κήπου. Όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα οδήγησαν τις Αρχές να προβούν σε σταδιακή απαλλοτρίωση του χώρου για αρχαιολογικές έρευνες. Η πρώτη φάση των ανασκαφών ξεκίνησε το 1859 και συνεχίστηκε έως το 1912 από την Αρχαιολογική Εταιρεία.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Τα οικοδομήματα της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών αναπτύχθηκαν στις τέσσερις πλευρές ενός τετράγωνου χώρου που περικλείεται από τρεις λόφους: της Ακροπόλεως, του Αρείου Πάγου και του Αγοραίου Κολωνού. Ο χώρος διασχίζεται από τα βορειοδυτικά έως τα νοτιανατολικά από την οδό των Παναθηναίων, μια από τις σημαντικότερες οδικές αρτηρίες της αρχαίας πόλης, πλάτους 12 – 20 μ., την οποία ακολουθούσε κάθε τετραετία η φημισμένη πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων. Κοντά στη βορειοδυτική γωνία βρίσκεται ο Βωμός των 12 Θεών (522 – 521 π.Χ.), άσυλο των ικετών και αφετηρία των οδικών μετρήσεων της πόλης.
Στην δυτική πλευρά του τετραγώνου της Αγοράς κατά μήκος της αρχαίας »Δυτικής οδού» αναπτύχθηκαν σταδιακά τα σημαντικότερα διοικητικά οικοδομήματα και ιερά των Αθηνών. Η κυκλική Θόλος (470 π.Χ.), έδρα των πρυτάνεων της Βουλής των 500, το Νέο Βουλευτήριο (τέλη 5ου αιώνα π.Χ.), αμφιθεατρικός χώρος για την προετοιμασία των νομοσχεδίων πριν δοθούν προς ψήφιση στην Εκκλησία του Δήμου, το Μητρώο (2ος αιώνας π.Χ.), κτήριο τεσσάρων δωματίων με κιονοστοιχία στην πρόσοψη για τη στέγαση του Ιερού της Μητέρας των Θεών και του αρχείου της πόλης, το Μνημείο των Επωνύμων Ηρώων (350 π.Χ.).
Επίμηκες βάθρο με περίβολο, επάνω στο οποίο υψώνονταν τα χάλκινα αγάλματα των μυθικών ηρώων των δέκα Αθηναϊκών φυλών. Στην δυτική πλευρά της Αγοράς βρίσκονται επίσης, ο Ναός του Απόλλωνα Πατρώου (325 π.Χ.), ιδρυτή της φυλής των Ιώνων, με τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψή του, ο μονόχωρος ναός του Διός Φρατρίου και της Αθηνάς Φρατρίας (350 π.Χ.), αφιερωμένος στις προστάτιδες Θεότητες των θρησκευτικών φρατριών των Ιώνων, η Στοά του Διός Ελευθερίου, του θεού ελευθερωτή, ο οποίος στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) βοήθησε τους Έλληνες να διώξουν τους Πέρσες και η Βασίλειος Στοά (500 π.Χ.), έδρα του άρχοντα βασιλέα, υπεύθυνου για θρησκευτικά ζητήματα και για τους νόμους.
Στην κορυφή του λόφου του Αγοραίου Κολωνού δεσπόζει ο Ναός του Ηφαίστου (μέσα του 5ου αιώνα π.Χ), το γνωστό μας «Θησείο». Στην νοτιοδυτική γωνία του τετραγώνου της Αγοράς τοποθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ. ένας μαρμάρινος όρος με την επιγραφή «όρος ειμί τες αγοράς», ο οποίος βρίσκεται δίπλα στο υποδηματοποιείο του Σίμωνος, γνωστό από τους αρχαίους συγγραφείς ως τόπο συνάντησης του Σωκράτη με τους μαθητές του. Στα νοτιοδυτικά μέχρι την Πνύκα εκτείνεται μια κοιλάδα, στην οποίαν οι ανασκαφές αποκάλυψαν τα λείψανα αρχαίων οικιών, καταστημάτων και εργαστηρίων (»Βιοτεχνική περιοχή»).
Εδώ αποκαλύφθηκε το λεγόμενο Πώρινο Κτήριο, το οποίο ταυτίστηκε με το δημόσιο Δεσμωτήριο του 5ου αιώνα π.Χ., όπου φυλακίστηκε και θανατώθηκε ο Σωκράτης. Στη νότια πλευρά της Αγοράς ανεγέρθηκαν οικοδομήματα δημόσιου χαρακτήρα όπως η Νοτιοδυτική κρήνη (340 – 325 π.Χ.), το Αιάκειον των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. (παλαιότερα είχε ταυτιστεί με την Ηλιαία), η Νότια Στοά Ι (430 – 420 π.Χ.) και η μεταγενέστερή της Νότια Στοά ΙΙ (2ος αιώνας π.Χ.), η Νοτιανατολική κρήνη (530 – 520 π.Χ) και το Νομισματοκοπείο (400 π.Χ.). Ο Ναός των Αγίων Αποστόλων χρονολογείται στις αρχές του 10ου αιώνα μ.Χ. και ανήκει στο Βυζαντινό οικισμό που αναπτύχθηκε στην περιοχή.


Στο μέσον του ανοιχτού χώρου της Αγοράς κατασκευάστηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. η Μεσαία Στοά, προορισμένη πιθανότατα για το εμπόριο, το 15 π.Χ. το Ωδείο, δωρεά του Αγρίππα στους πολίτες της Αθήνας με μεγάλη αίθουσα συναυλιών και πρόσοψη με κολοσσιαία αγάλματα Τριτώνων και Γιγάντων, ο ναός του Άρη, δωρικός περίπτερος του 5ου αιώνα π.Χ. ο οποίος μεταφέρθηκε στην Αγορά από την Παλλήνη την Ρωμαϊκή περίοδο. Στην ανατολική πλευρά της Αγοράς δεσπόζει η Στοά του Αττάλου (159 – 138 π.Χ.), αποκατεστημένη στην αρχική της μορφή για να στεγάσει το μουσείο της Αρχαίας Αγοράς και στη βόρεια πλευρά ξεχωρίζει η Ποικίλη Στοά (475 – 450 π.Χ.) διακοσμημένη με ζωγραφικούς πίνακες.
Στο λόφο του Αρείου Πάγου, τόπο συνδεδεμένο με δίκες μυθικές και ιστορικές, αποκαλύφθηκαν, στη βόρεια κλιτύ τέσσερις πολυτελείς κατοικίες της Ύστερης Αρχαιότητας «φιλοσοφικές σχολές» και στις νότιες υπώρειες »ανασκαφές Doerpfeld» μια συνοικία του αρχαίου δήμου του Κολλυτού με ιερά και κατοικίες.
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η ΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΩΝ
Πολλοί δρόμοι ξεκινούσαν και κατέληγαν στο πλάτωμα της Αγοράς. Ανάμεσά τους όμως ξεχωρίζει ο ευρύς δρόμος που είναι γνωστός ως Δρόμος ή »Ὁδὸς τῶν Παναθηναίων», η κεντρική λεωφόρος της πόλης. Με μήκος λίγο μεγαλύτερο από 1 χλμ., ο δρόμος αυτός οδηγούσε από το Δίπυλο -την κυριότερη πύλη του τείχους- στην Ακρόπολη, και συνιστούσε τη διαδρομή της μεγαλειώδους πομπής με την οποία κορυφωνόταν η γιορτή των Παναθηναίων. Σχεδόν στο μέσον της πορείας του ο δρόμος εισέρχεται από τη βορειοδυτική γωνία στην Αγορά και, αφού τη διασχίσει διαγωνίως, εξέρχεται από τη νοτιοανατολική της γωνία.
Η οδός δεν είναι πλακοστρωμένη, εκτός από το νότιο τμήμα της -όπου ξεκινά η απότομη άνοδος προς την Ακρόπολη- στο οποίο τοποθετήθηκαν μεγάλες λίθινες πλάκες κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Σε άλλα σημεία διαμορφώνεται από στρώσεις χαλικιού. Στο βόρειο τμήμα της ανασκάφθηκαν 66 επάλληλες στρώσεις, που αντανακλούν 1.000 και πλέον χρόνια χρήσης, από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 6ο αιώνα μ.Χ. Την πορεία του δρόμου την όριζε στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή περίοδο σειρά ανοιχτών λίθινων ρείθρων κατά μήκος της νότιας πλευράς του. Κοιλώματα κατά μήκος του αγωγού συγκρατούσαν τη λάσπη, προκειμένου αυτός να διατηρείται καθαρός.
Οι γούρνες που βρίσκονταν στα πλάγια πιθανόν παρείχαν νερό στα υποζύγια. Εκτός από την πομπή, ο δρόμος χρησιμοποιούνταν και για αρματοδρομίες (ἀποβάτης δρόμος) κατά τη διάρκεια της γιορτής των Παναθηναίων και ίσως ως διάδρομος για αγώνες δρόμου πριν να κατασκευαστεί ένα κανονικό στάδιο. Επίσης, χρησίμευε ως χώρος προπόνησης των νεαρών νεοσύλλεκτων του Αθηναϊκού ιππικού. Από αυτήν διερχόταν η μεγάλη πομπή που απευθυνόταν στην λατρεία της Θεάς κατά την εορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, που καθιερώθηκε από τον Πεισίστρατο το 566 π.Χ., απ’ όπου πήρε το όνομά της η οδός.
Σωζόμενη αναθηματική επιγραφή του β΄ ημίσεος του 4ου αιώνα π.Χ. στην Βόρεια Κλιτύ της Ακροπόλεως, δυτικά της Πινακοθήκης των Προπυλαίων και μπροστά από το βάθρο του Αγρίππα, μαρτυρεί ότι κάπου σε αυτό το σημείο κατέληγε η παναθηναϊκή πομπή κι έπειτα έστριβε με κατεύθυνση επάνω προς τα Προπύλαια. Ένας άλλος, μικρότερος δρόμος, που είχε την αφετηρία του στη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς και διασταυρωνόταν με την Οδό Παναθηναίων στην βορειοδυτική γωνία, μπροστά από την Βασίλειο Στοά, οδηγούσε στον δήμο της Μελίτης, ανάμεσα στον Άρειο Πάγο και τον Αγοραίο Κολωνό, εξακολουθώντας την πορεία του έως τον λόφο των Νυμφών (Πνύξ). Το εντός της Αγοράς τμήμα της Οδού Παναθηναίων χρησιμοποιείτο όχι μόνο για την διέλευση της πομπής των Παναθηναίων αλλά και ως χώρος διεξαγωγής των διαφόρων αγωνισμάτων στίβου και ιππικών αγώνων. Για τον λόγο αυτό πολύ συχνά αναφέρεται απλώς με την ονομασία δρόμος, όρος μέσω του οποίου δηλώνεται τόσο η ίδια η πράξη του αγώνος, όσο και ο χώρος στον οποίο τελείται. Δύο επιγραφές προερχόμενες από την Ακρόπολη κάνουν μνεία για μια επισκευή του «Δρόμου» της Αγοράς κατά την επανάληψη της εορτής των Παναθηναίων πριν το 550 π.Χ.
Η αφετηρία του «Δρόμου» πρέπει να βρισκόταν λίγο βορειώτερα του Βωμού των Δώδεκα Θεών, έμπροσθεν των εκεί ευρισκομένων Ερμών, και το τέρμα του κοντά στο Ελευσίνιο προς νότον, σε απόσταση περίπου 360 μ. από την άφεση. Εκατέρωθεν του «Δρόμου», μετά το βορειοδυτικό άκρο της Αγοράς, υπήρχαν στοές που εξυπηρετούσαν λειτουργικούς σκοπούς, σχετιζόμενους μάλλον με την προπαρασκευή και εκτέλεση των λατρευτικών πράξεων των Παναθηναίων.
Ο ΒΩΜΟΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΩΝ Κοντά στο μέσον της ανοιχτής πλατείας, και λίγο προς τα βόρεια, βρίσκεται ο Βωμός των Δώδεκα Θεών, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είναι σήμερα θαμμένο κάτω από τη γραμμή του Ηλεκτρικού Σιδηρόδρομου Αθήνας – Πειραιά (1891). Σώζεται μία γωνία από τη θεμελίωση του περιβόλου καθώς και η μαρμάρινη βάση ενός χάλκινου αγάλματος με την επιγραφή «Ο Λέαγρος, ο γιος του Γλαύκωνα, το αφιέρωσε στους Δώδεκα Θεούς». Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ο νεότερος Πεισίστρατος -εγγονός του τυράννου- ίδρυσε το βωμό στην Αγορά κατά τη διάρκεια της θητείας του ως άρχοντας (522 – 521 π.Χ.).
Η πάνω πλευρά της σωζόμενης θεμελίωσης του περιβόλου (4ος αιώνας π.Χ.) διατηρεί ίχνη του χαμένου σήμερα λίθινου φράκτη που όριζε την ιερή περιοχή γύρω από το βωμό. Ο βωμός ήταν ένα από τα ελάχιστα μνημεία που είχε επιτραπεί να χτιστούν μέσα στην ανοιχτή πλατεία και χρησίμευε ως αφετηρία των οδικών μετρήσεων. Ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στην απόσταση από την Ηλιούπολη της Αιγύπτου μέχρι τη θάλασσα, σημειώνει ότι αυτή ήταν σχεδόν ίση με εκείνη από το Βωμό των Δώδεκα Θεών στην Αθήνα μέχρι την Ολυμπία.
Ίσως είναι ο ίδιος βωμός που μνημονεύει ο Παυσανίας ως «Βωμό του Ελέους», που χρησίμευε ως απαραβίαστο άσυλο των ικετών. Επίσης σε ένα ορόσημο του 400 π.Χ. περίπου διαβάζουμε την επιγραφή «Η πόλη με έστησε, μνημείο αληθινό, για να φανερώνω σε όλους τους ανθρώπους το μέτρο του ταξιδιού τους: η απόσταση από το Βωμό των Δώδεκα Θεών μέχρι το λιμάνι είναι 45 στάδια» (IG II² 2640). Βρισκόμαστε λοιπόν κυριολεκτικά στην καρδιά της πόλης.


ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Η ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Κατά μήκος της δυτικής πλευράς της Αγοράς, στους βορειοανατολικούς πρόποδες του Αγοραίου Κολωνού, αμέσως στα νότια της Βασιλείου Στοάς και σχεδόν εφαπτόμενη με αυτή, χτίστηκε στα 430 – 420 π.Χ. η κατά πολύ μεγαλύτερή της δωρική Στοά του Ελευθερίου Διός. Το επίθετο «ελευθέριος» που αποδόθηκε στον Δία λέγεται ότι προέρχεται από την ελευθερία που κέρδισαν οι Έλληνες στην μάχη των Πλαταιών, όπου πέτυχαν την τελική νίκη επί των Περσών σε Ελληνικό έδαφος. Μάλιστα, βωμός προς τιμήν του Διός Ελευθερίου είχε στηθεί κοντά στο πεδίο της μάχης, ενώ θυσίες και εορτές (τα λεγόμενα «Ελευθέρια») προς τιμήν του θεού τελούνταν ακόμη στα χρόνια του Πλουτάρχου (περ. 120 μ.Χ.).
Μολονότι η χρήση του κτίσματος ήταν προφανώς θρησκευτική, όλως περιέργως δεν διαμορφώθηκε σε ναϊκό οικοδόμημα αλλά δανείστηκε την μορφή της στοάς, αρχιτεκτονικού τύπου που συνδέεται με λειτουργίες κατεξοχήν δημόσιου χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό μας ξενίζει λιγότερο εάν αναλογιστούμε την στενή σχέση πολιτείας και θρησκείας στην αρχαιότητα, ωστόσο η αρχιτεκτονική λύση που επελέγη στην περίπτωσή μας παραμένει πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Η στοά παρουσιάζει κάτοψη ορθογώνια με δύο πτέρυγες στις άκρες της, λαμβάνοντας συνολικό σχήμα Π. Στην πρόσοψη φέρει Δωρική κιονοστοιχία που πυκνώνει στις πτέρυγες, ενώ έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη και δεύτερης, ιωνικής κιονοστοιχίας στο εσωτερικό.
Στον δυτικό τοίχο της Στοάς, κατ’ ουσίαν μέσα στον φυσικό βράχο του Αγοραίου Κολωνού που κόπηκε γι’ αυτόν τον σκοπό, προστέθηκαν στους Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς χρόνους δύο αίθουσες με κυρίως θάλαμο και προθάλαμο η καθεμιά, διάρθρωση που παραπέμπει σε ναϊκά οικοδομήματα,η κεραμεική που βρέθηκε στα δυό δωμάτια τα χρονολογεί στον 1ο αιώνα μ.Χ., εποχή κατά την οποία παρατηρείται η ανάγκη μετακίνησης πολλών ναών.
Όπως συνέβη με την Ποικίλη Στοά και με άλλα κτίρια της Αγοράς (Βουλευτήριον) και εκτός αυτής (Ερέχθειον, Προπύλαια, Πρυτανείον, Πομπείον), σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανίου, έτσι και η Στοά του Διός Ελευθερίου ήταν εμπλουτισμένη με ζωγραφικές παραστάσεις που κοσμούσαν τους τοίχους της, περιλαμβάνοντας απεικονίσεις των δώδεκα Ολύμπιων Θεών, του Δήμου και της Δημοκρατίας, και της μάχης της Μαντινείας, έργο που φιλοτέχνησε ο Ευφράνωρ. Παράλληλα, στο κτίριο είχαν ανατεθεί οι ασπίδες εκείνων που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πόλης, τις οποίες πήραν μαζί τους στην Ρώμη οι στρατιώτες του Σύλλα κατά την ρωμαϊκή επιδρομή στην Αθήνα το 86 π.Χ.
Οι ζωγραφικές συνθέσεις αλλά και η ανάρτηση ψηφισμάτων στην στοά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επιτέλεσε και κοινωνικό ρόλο, λειτουργώντας ως χώρος ανεπίσημων συγκεντρώσεων για πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις. Είναι ξεκάθαρο από διάφορα χωρία του Πλάτωνος και του Ξενοφώντος ότι ο Σωκράτης σύχναζε εκεί, όπου συναντούσε τους φίλους και τους μαθητές του, ενώ επίσης η στοά φιλοξένησε πολλές φορές τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη (ο ίδιος έλεγε ότι έχτισαν την στοά για να την έχει ως σπίτι του, και ίσως εδώ να βρισκόταν το πιθάρι μέσα στο οποίο διέτριβε).
Κατά μία άποψη, αδιευκρίνιστη μέχρι σήμερα, η Στοά του Ελευθερίου Διός δεν αποκλείεται να αποτέλεσε και την έδρα του διοικητικού σώματος των έξ Θεσμοθετών, εντούτοις, δεν είναι απαραίτητο να υποθέσει κανείς ενδεχόμενη δημόσια χρήση για ένα οικοδόμημα θρησκευτικού προσανατολισμού, όπως η υπό εξέταση στοά. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ήταν διακοσμημένη με ζωγραφικές συνθέσεις του φημισμένου καλλιτέχνη του 4ου αιώνα Ευφράνορα. Στο κτίριο ήταν αναρτημένες οι ασπίδες όσων είχαν πέσει σε μάχες για την ελευθερία της Αθήνας. Στην Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο, στο πίσω μέρος της στοάς προστέθηκαν δωμάτια, όπου ίσως στεγαζόταν κάποια λατρεία Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΠΑΤΡΩΟΥ
Δίπλα στη Στοά του Διός, βρίσκονται τα υπολείμματα ενός μικρού ναού του Απόλλωνα, που λατρευόταν ως Πατρώος, δηλαδή ως πατέρας του Ίωνα -ο τελευταίος θεωρείται γενάρχης των Ιώνων, του Ελληνικού φύλου στο οποίο ανήκαν οι Αθηναίοι. Ο ναός χρονολογείται στο β´ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. και διέθετε Ιωνικούς κίονες μόνο στην πρόσοψή του. Το μνημειακών διαστάσεων μαρμάρινο άγαλμα που βρέθηκε στα ερείπια φαίνεται ότι είναι το λατρευτικό άγαλμα του γλύπτη Ευφράνορα, που αναφέρει ο Παυσανίας.
Ο ναός του Απόλλωνος Πατρώου (Προγονικού) οικοδομήθηκε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. στην δυτική πλευρά της Αγοράς, ανάμεσα στην Στοά του Διός Ελευθερίου και στο Μητρώον, πιθανώς με μέριμνα του Λυκούργου (ο Πλούταρχος συνδέει το όνομά του με την ανάθεση ενός βωμού του Απόλλωνος στην Αγορά). Πρόκειται για απλή κατασκευή, που διαρθρωνόταν σε μονόχωρο σηκό, όπου προστέθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους πρόναος, δεν γνωρίζουμε εάν ο ναός ήταν τετράστυλος «εν παραστάσι» (με 4 κίονες ανάμεσα σε παραστάδες) ή πρόστυλος (με πρόσταση 6 κιόνων), ενώ χαρακτηριστική είναι η παντελής απουσία πτερού (περιμετρικής κιονοστοιχίας).
Ένα μικρό παράπλευρο δωμάτιο ανοιγόταν στην βόρεια πλευρά του σηκού, με τον οποίο επικοινωνούσε μέσω διόδου, δίνοντας στον ναό συνολικό σχήμα Γ. Ο πλευρικός αυτός θάλαμος ενδεχομένως στέγαζε το λατρευτικό άγαλμα του θεού, ίσως όμως να λειτούργησε ως άδυτο -σύνηθες φαινόμενο στους ναούς του Απόλλωνος- που τοποθετήθηκε πλάι στον σηκό και όχι στο πίσω μέρος του (όπως ισχύει κατά κανόνα) για αισθητικούς και οικονομικούς λόγους, ενώ δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ως θησαυρός για την εναπόθεση πολύτιμων αντικειμένων και προσφορών ή ως αρχείο για την φύλαξη δημοσίων εγγράφων. Ο ναός εδράζεται στα αποσπασματικά σωζόμενα θεμέλια ενός προγενέστερου κτίσματος, το οποίο έχει ταυτισθεί με προκάτοχό του του 6ου αιώνα π.Χ., πίσω από τον οποίο υπάρχει ένας λάκκος για την χύτευση του χαλκού που χρησίμευσε στην κατασκευή ενός υστεροαρχαϊκού λατρευτικού αγάλματος στο τύπο του Κούρου. Τα στοιχεία για την εκεί τελούμενη λατρεία από την περίοδο της καταστροφής του πρωιμότερου ναού από τους Πέρσες το 480 π.Χ. μέχρι την ανέγερση του νέου περί το 330 π.Χ. είναι ανεπαρκή, φαίνεται ότι η προϋπάρχουσα λατρεία αναβίωσε όταν πλέον μετά τα Περσικά παρουσιάσθηκε η ιδεολογική ανάγκη αναδιοργάνωσής της.

Που μεταφράστηκε στην ανοικοδόμηση του ναού, με την έμφαση τώρα να στρέφεται στην πατρογονική ιδιότητα του Απόλλωνος (ο Θεός θεωρείτο γενάρχης της φυλής των Ιώνων, άρα και προπάτορας των Ιωνικής καταγωγής Αθηναίων). Παρόλ’ αυτά, οι ομφαλοί που βρέθηκαν στον χώρο του ναού παραπέμπουν στον Πύθιο Απόλλωνα, στην λατρεία του οποίου προσιδιάζει και η διαμόρφωση της μικρής παράπλευρης αίθουσας, γεγονός που μπορεί να είναι ενδεικτικό για την συστέγαση μιας τέτοιας λατρείας στον ναό.
Πάντως, τον καιρό που ο Παυσανίας επισκέφθηκε την Αθήνα (γύρω στο 150 μ.Χ.), στον ναό ήταν στημένα τρία αγάλματα, φιλοτεχνημένα από τους γλύπτες Ευφράνωρα, Λεωχάρη και Κάλαμι αντιστοίχως. Ένα ακέφαλο άγαλμα του Απόλλωνος Κιθαρωδού στον τύπο του »παρενδυτικού» (tranvestitus, δηλ. ντυμένου με γυναικεία περιβολή), που αποκαλύφθηκε σε σημείο παρακείμενο του οικοδομήματος και σήμερα φιλοξενείται στο μουσείο της Στοάς του Αττάλου, έχει υποτεθεί ότι είναι το παραδιδόμενο έργο του Ευφράνωρος (350 – 330 π.Χ.) που είδε ο Παυσανίας. ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΝ
Στην κορυφή του λόφου του Αγοραίου Κολωνού, που οριοθετεί την Αρχαία Αγορά των Αθηνών στη δυτική πλευρά, βρίσκεται ο ναός του Ηφαίστου, ευρύτερα γνωστός ως »Θησείο». Πρόκειται για έναν από τους καλύτερα διατηρημένους αρχαίους ναούς, γεγονός που οφείλεται εν μέρει και στη μετατροπή του σε χριστιανική εκκλησία. Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, στο ναό λατρεύονταν από κοινού ο Ήφαιστος, προστάτης των μεταλλουργών, και η Αθηνά Εργάνη, προστάτρια των κεραμέων και της οικοτεχνίας.
Την ταύτιση του ναού ως »Ηφαιστείο» επιβεβαίωσε η ανασκαφική έρευνα με την αποκάλυψη εργαστηρίων μεταλλουργίας στην ευρύτερη περιοχή του λόφου, επισκιάζοντας, έτσι, παλαιότερες απόψεις, που αναγνώριζαν ως λατρευόμενες Θεότητες το Θησέα, τον Ηρακλή ή τον Άρη. Η οικοδόμηση του ναού πρέπει να πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στα έτη 460 – 420 π.Χ. από άγνωστο αρχιτέκτονα, στον οποίο, όμως, αποδίδονται και άλλοι ναοί στην Αττική, με παρόμοια κατασκευή. Ο ναός διέθετε πρόναο και οπισθόδομο, δίστυλους εν παραστάσι. Εξωτερικά περιβαλλόταν από την περίσταση, μια Δωρική κιονοστοιχία, με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 13 στις μακρές.
Χτίσθηκε στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. στην κορυφή του λόφου του Αγοραίου Κολωνού, που αποτελεί το φυσικό όριο της Αγοράς προς δυσμάς, ένας μεγαλοπρεπής ολομάρμαρος ναός. Πρόκειται για τον καλύτερα διατηρημένο αρχαίο ναό επί Ελληνικού εδάφους, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του οποίου συναγωνίζονται σε τελειότητα αυτά του Παρθενώνος, παρά την σαφή διαφορά μεγέθους ανάμεσα στους δύο ναούς (ολόκληρο το Ηφαιστείον χωρούσε στον σηκό του Παρθενώνος) και την απασχόληση διαφορετικού συνεργείου τεχνιτών.
Άγνωστος παραμένει ο αρχιτέκτονας που ανέλαβε την συνολική εποπτεία των εργασιών, ο οποίος, αν κρίνουμε από τις λύσεις που υιοθετήθηκαν, ανήκε μάλλον στην σφαίρα επιρροής του Ικτίνου και του Σκόπα. Οι εμφανείς ομοιότητες – συγγένειες που παρουσιάζει το Ηφαιστείον με άλλους τρεις ναούς της Αττικής (του Ποσειδώνος στο Σούνιο, του Άρεως στην Αγορά και της Νεμέσεως στον Ραμνούντα), που η αποπεράτωσή τους σταμάτησε ταυτόχρονα στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου, οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ίσως πρόκειται για τέσσερα έργα ενός και του αυτού δημιουργού.
Μολονότι είναι περίπου σύγχρονο με τα υπόλοιπα κτίσματα που συμπεριλήφθηκαν στο λεγόμενο περίκλειο οικοδομικό πρόγραμμα, δεν φαίνεται να εντασσόταν άμεσα σε αυτό. Κανένα ίχνος λατρείας ή προγενέστερων δομών δεν έχει βρεθεί κάτω από το κτίριο είτε στην άμεση γειτονία του· ωστόσο, λογικό είναι να υποθέσουμε ότι στον ναό αντιστοιχούσε και ένας βωμός στα ανατολικά του, ο οποίος όμως δεν έχει διασωθεί. Για μεγάλο διάστημα στο παρελθόν το οικοδόμημα είχε ταυτισθεί λανθασμένα με το καλούμενο «Θησείον» ή με ιερό του Ηρακλέους, εξαιτίας των παραστάσεων με τους άθλους των δύο διάσημων ηρώων που κοσμούσαν τις μετόπες του ναού, ενώ άλλοι το θεωρούσαν ως τον παραδιδόμενο ναό της Αρτέμιδος Ευκλείας.
Παρόλ’ αυτά, η πορεία των ερευνών, σε συνδυασμό με την μαρτυρία του Παυσανίου, ανέδειξε ως επικρατέστερη την άποψη ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος από κοινού στην λατρεία του Ηφαίστου και της Αθηνάς. Πράγματι, ο Ήφαιστος, Θεός της μεταλλουργίας και γενικότερα της τεχνολογίας, και η αδελφή του Αθηνά, μέντορας των τεχνών και της χειροτεχνίας (που εδώ λόγω της ιδιότητάς της αποκαλείται »Εργάνη»), που κάθε άλλο παρά τυχαία τιμήθηκαν στον λόφο που δέσποζε πάνω από το εμπορικό κέντρο της πόλης, ήταν οι πλέον κατάλληλοι προς λατρεία Θεοί – προστάτες των καλλιτεχνών, των βιοτεχνών και των άλλων δημιουργών, που είχαν τα εργαστήριά τους εγκατεστημένα στις δυτικές και νότιες παρυφές του Αγοραίου Κολωνού.
Η χρονολόγηση του ναού στηρίζεται ως επί το πλείστον στο αρχιτεκτονικό του σχέδιο, στην τεχνοτροπία των γλυπτών του συνθέσεων, στην κεραμεική που αποκαλύφθηκε στην επίχωση του κτιρίου και στην μορφή των γραμμάτων των τεκτονικών συμβόλων της λίθινης οροφής που υποδείκνυαν την ορθή αρμολόγηση των επιμέρους δόμων. Η ανέγερσή του πρέπει να ξεκίνησε όχι πριν το 460 π.Χ. και όχι αργότερα από το 450 – 448 π.Χ., η συμπλήρωση της ανωδομής του είχε κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρωθεί στα 420 π.Χ., ενώ σύμφωνα με σωζόμενη επιγραφή τα λατρευτικά αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς τοποθετήθηκαν στον ναό μεταξύ των ετών 421 – 415 π.Χ. Το Ηφαιστείον ήταν Δωρικός περίπτερος, διπλός «εν παραστάσι» ναός, με κανονικές αναλογίες (πτερό 6 x 13 κιόνων), διαστάσεων περίπου 31,80 x 13,80 μ. Πρόκειται για το παλαιότερο γνωστό δείγμα ναού κατασκευασμένου σχεδόν εξ ολοκλήρου από μάρμαρο (πεντελικό για το μεγαλύτερο μέρος και παριανό για το γείσο, την σίμη και τα φατνώματα), με εξαίρεση την πώρινη κατώτερη βαθμίδα του κρηπιδώματος, την ξύλινη στέγη (αντικαταστάθηκε από λίθινη σε μεταγενέστερη περίοδο) και την πήλινη κεράμωσή του. Εσωτερικά διακρινόταν σε πρόναο, σηκό (κυρίως ναό) και οπισθόδομο.

Ο πρόναος και ο οπισθόδομος έφεραν από δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες, ενώ τις τρεις πλευρές του εσωτερικού του σηκού περιέτρεχε δίτονη κιονοστοιχία σχήματος Π, η οποία προστέθηκε αναμφίβολα σε μια δεύτερη, προχωρημένη οικοδομική φάση του ναού προσδίδοντάς του ιδιαίτερη ευρυχωρία, για να αφαιρεθεί πολύ αργότερα, προφανώς όταν ο ναός μετατράπηκε σε Χριστιανική εκκλησία. Οι τοίχοι του σηκού ήταν καλυμμένοι με κονίαμα, γεγονός που φανερώνει ότι προορίζονταν να δεχθούν έργα της μεγάλης ζωγραφικής, είτε ολοκληρώθηκαν ποτέ είτε όχι.
Είναι βέβαιο ότι οι παραστάσεις αυτές εμπεριείχαν στην σύνθεσή τους κάποιους από τους παρακείμενους κίονες σε μία ιδιόρρυθμη σύμμειξη αρχιτεκτονικών και ζωγραφικών στοιχείων, που δεν αποκλείεται να υπήρξε ένας από τους προδρόμους του διαδεδομένου στους Ελληνιστικούς χρόνους φαινομένου της συνάθροισης ετερόκλητων μοτίβων στα πλαίσια της ίδιας απεικόνισης. Ξεχωριστής σημασίας καινοτομία συνιστά η εισβολή ιωνικών στοιχείων, όπως η έμφαση που δόθηκε στο πλάτος του δυτικού και των δύο πλαϊνών πτερών καθώς και η διάταξη του θριγκού του προνάου.
Οι αξονικές σχέσεις των κιόνων του οποίου με τους κίονες της περίστασης επέτρεψαν την διαμόρφωση πάνω από την θύρα επιστυλίου και ζωφόρου που δεν σταματάει -όπως συμβαίνει συνήθως- στο πλάτος των παραστάδων αλλά συνεχίζεται περιμετρικά καθ’ όλο το μήκος των πλαϊνών πτερών. Εξίσου ασυνήθιστος και ενδεικτικός της καινούριας αντίληψης του χώρου κατά την κλασσική εποχή είναι ο έντονος τονισμός της ανατολικής πρόσοψης του ναού, που εν μέρει εξαίρεται μέσω της διαρρύθμισης του γλυπτού διακόσμου που στολίζει το εξωτερικό της.
Ενδεχομένως η επέκταση του ανατολικού πτερού να οφείλεται σε αλλαγή της αρχικής κάτοψης κατά την διάρκεια της εκτέλεσης του έργου (αντικατάσταση ενός μακρόστενου σηκού από έναν μικρότερο), αφορμή για την οποία στάθηκε η διάρθρωση του Παρθενώνος, που εν τω μεταξύ είχε αρχίζει να κτίζεται. Στο βάθος του σηκού και μπροστά από την εγκάρσια κιονοστοιχία στήθηκε βάθρο με ανάγλυφη διακόσμηση -ίσως με θέμα την γέννηση του Εριχθονίου- πάνω στο οποίο πατούσαν τα χάλκινα λατρευτικά αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, καμωμένα από τον μαθητή του Φειδίου και διάσημο γλύπτη Αλκαμένη.
Στα δυτικά του ναού εντοπίσθηκε ο λάκκος εντός του οποίου κατασκευάσθηκαν τα αγάλματα, μαζί με θραύσματα των πήλινων εκμαγείων. Όπως μας πληροφορεί η προαναφερθείσα σωζόμενη επιγραφή, οι δύο θεότητες απεικονίζονταν ως προστάτες των τεχνών και της βιοτεχνίας. Μάλιστα, με βάση τις πηγές ο Αλκαμένης φιλοτέχνησε τον Ήφαιστο έτσι ώστε να μην δείχνει την αναπηρία του (ήταν χωλός), αντίγραφο της μορφής αυτής απαντάται σε ερμαϊκή στήλη των Ρωμαϊκών χρόνων, όπου ο θεός φοράει σκούφο εργάτη, ενώ σε Ρωμαϊκό λύχνο, όπου σώζεται και το σώμα του, είναι ενδεδυμένος με εξωμίδα (αντιπροσωπευτικό ένδυμα των τεχνουργών) και κρατάει σφυρί και κοντάρι. Αξιοπρόσεχτη είναι επίσης η πλούσια διακόσμηση του ναού. Τις μετόπες της ανατολικής πρόσοψης κοσμούσαν οι άθλοι του Ηρακλέους, ενώ την βόρεια και την νότια πλευρά καταλάμβαναν ανά τέσσερις μετόπες τα κατορθώματα του τοπικού ήρωα Θησέως, όλες οι υπόλοιπες μετόπες παρέμειναν λευκές και ακόσμητες. Στην ανάγλυφη ζωφόρο επάνω από το επιστύλιο του προνάου, από την μία άκρη του ναού έως την άλλη, παριστάνονταν μορφές Θεοτήτων να παρακολουθούν μυθικούς αγώνες (ίσως την διαμάχη Παλλαντιδών – Θησέως), ανάλογη ζωφόρος βρίσκεται στον οπισθόδομο, περιορισμένη όμως στο πλάτος του σηκού, με θέμα την Κενταυρομαχία (σύγκρουση Λαπίθων και Κενταύρων).
Από τα κατάλοιπα (λείψανα γλυπτών από παριανό μάρμαρο) που έφεραν στο φως οι ανασκαφές συνάγεται ότι γλυπτή διακόσμηση είχαν αμφότερα τα αετώματα, καθ’ όσον αφορά το ανατολικό, που επιστεφόταν από ακρωτήρια – Νίκες, πιθανόν είναι να επαναλάμβανε το θέμα της Κενταυρομαχίας είτε να παρουσίαζε την Αποθέωση του Ηρακλέους στον Όλυμπο. Το δυτικό, που έφερε στην κορυφή ως ακρωτήριο γυναικεία μορφή του «πλούσιου» ρυθμού σε κίνηση, απεικόνιζε μάλλον σκηνές μυθικών μαχών, ίσως την «Ιλίου Πέρσιν» (Άλωση της Τροίας). Πλουσιώτερος όλων ήταν ο διάκοσμος των φατνωμάτων της οροφής, τα οποία στόλιζαν μαίανδροι σε ποικίλες περιελίξεις, δωρικά και Ιωνικά κυμάτια, αστέρια και ανθέμια σε ένα αρμονικό πολύχρωμο σύνολο. Ολόκληρο το οικοδόμημα, από την κρηπίδα έως και την οροφή, ήταν κατασκευασμένο από Πεντελικό μάρμαρο, ενώ τα αρχιτεκτονικά γλυπτά που το κοσμούσαν ήταν από Παριανό μάρμαρο. Στο εσωτερικό του σηκού υπήρχε δίτονη κιονοστοιχία σε σχήμα Π και στο βάθος του υπήρχε βάθρο, επάνω στο οποίο στέκονταν τα ορειχάλκινα λατρευτικά αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς, έργα του γλύπτη Αλκαμένη, σύμφωνα με τον Παυσανία, τα οποία πρέπει να φιλοτεχνήθηκαν ανάμεσα στα έτη 421 – 415 π.Χ. Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο. Από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μετόπες, που κοσμούσαν την ανατολική πλευρά της περίστασης εξωτερικά και παριστάνουν τους εννέα άθλους του Ηρακλή.
Σε συνέχεια αυτών, στη βόρεια και στη νότια πλευρά, εικονίζονται από τέσσερις άθλοι του Θησέα, σκηνές από τις οποίες προέκυψε η λαϊκή ονομασία »Θησείο» για το ναό. Η ζωφόρος δεν διατρέχει τις τέσσερις πλευρές του σηκού, αλλά μόνο τον πρόναο και τον οπισθόδομο. Στον πρόναο παριστάνεται ο νικηφόρος αγώνας του Θησέα κατά των απαιτητών του θρόνου, των 50 υιών του Πάλλαντα, στον οποίο παρίστανται και έξι θεοί του Ολύμπου. Στον οπισθόδομο, στο πλάτος του σηκού, παριστάνεται η Κενταυρομαχία. Αξιόλογες γλυπτικές παραστάσεις κοσμούσαν, επίσης, και τα αετώματα του ναού.
Στο δυτικό παριστανόταν η Κενταυρομαχία και στο ανατολικό η υποδοχή του Ηρακλή στον Όλυμπο ή η γέννηση της Αθηνάς. Ορισμένα από τα γλυπτά αυτά αναγνωρίζονται σε αγάλματα που βρέθηκαν στην περιοχή του ναού, όπως το αποσπασματικά σωζόμενο σύμπλεγμα δύο γυναικείων μορφών, από τις οποίες η μια μεταφέρει στον ώμο της την άλλη, σαν να προσπαθεί να τη σώσει (»Eφεδρισμός», Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς), και ο κορμός μιας ενδεδυμένης γυναικείας μορφής με έντονο το στοιχείο της κίνησης, που θα μπορούσε να είναι ένα από τα ακρωτήρια του ναού (»Νηρηίδα», Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς). Πρόκειται για τον καλύτερα διατηρημένο Δωρικό ναό στον Ελλαδικό χώρο.


Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανακαλύφθηκαν και ίχνη άλσους, που είχε διαμορφωθεί γύρω από το ναό τον 3ο αιώνα π.Χ. Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους γύρω από το ναό φυτεύθηκαν θάμνοι ή μικρά δένδρα σε παράλληλες σειρές, μέσα σε γλάστρες, οι οποίες ήλθαν στο φως κατά τις ανασκαφές. Τον 3ο αιώνα π.Χ. πρέπει υψώθηκε ένας τετράπλευρος περίβολος με είσοδο στην νότια πλευρά του, απ’ όπου η πρόσβαση ήταν ευκολώτερη. Κατά τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. μνημειακή κλίμακα στην ανατολική πλευρά του λόφου συνέδεσε τον ναό με τον χώρο της Αγοράς. Η ασυνήθιστα καλή κατάσταση διατήρησης του κτιρίου οφείλεται σε δύο παράγοντες.
Εκτός του ότι η πόλη της Αθήνας δεν βρίσκεται σε ζώνη έντονης σεισμικής δραστηριότητας, το Ηφαίστειο μετατράπηκε τον 7ο αιώνα σε Χριστιανικό ναό (Άγιος Γεώργιος) χωρίς εντούτοις να υποστεί εξωτερικές αλλά μόνον εσωτερικές τροποποιήσεις, και εξακολούθησε να λειτουργεί ως ναός μέχρι το 1835. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη δεν επέτρεψε τη χρησιμοποίηση των λίθων του ως οικοδομικό υλικό σε άλλα κτίσματα. Ωστόσο, οι βαθιές κοιλότητες στις βαθμίδες του ναού μαρτυρούν τα σημεία απ’ όπου αφαιρέθηκαν μολύβδινοι σύνδεσμοι. Η μετατροπή σε εκκλησία οδήγησε σε ηθελημένο ακρωτηριασμό των γλυπτών, από τον οποίο διασώθηκε το κεφάλι του Μινώταυρου στη μετόπη της νοτιοανατολικής γωνίας.
Κατά το 18ο αιώνα μέσα στο κτήριο ενταφιάσθηκαν πολλοί επιφανείς προτεστάντες, που πέθαναν στην Αθήνα, ενώ το 1834 πραγματοποιήθηκε εδώ η τελετή υποδοχής του βασιλιά Όθωνα. Έκτοτε ο ναός λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο, μέχρι την έναρξη των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής στην Αρχαία Αγορά, το 1930. Στις αρχές του 19ου αιώνα το εσωτερικό του ναού χρησιμοποιήθηκε ως προτεσταντικό κοιμητήριο, όπου τάφηκαν πολλοί Ευρωπαίοι φιλέλληνες που σκοτώθηκαν στην Ελληνική Επανάσταση. ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Στο νότιο άκρο της δυτικής πλευράς της Αγοράς βρίσκονταν συγκεντρωμένα τα σημαντικότερα διοικητικά κτίρια της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Παρά την κακή κατάσταση διατήρησής τους, η περιγραφή του Παυσανία (γύρω στο 150 μ.Χ.) μας επιτρέπει να τα ταυτίσουμε με βεβαιότητα.
Η ΘΟΛΟΣ
Ένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτήρια της Αγοράς είναι η Θόλος, κυκλικό οικοδόμημα, με έξι κίονες εσωτερικά και πρόπυλο στα ανατολικά που προστέθηκε τον 1ο αιώνα π.Χ. Ήταν έδρα του σώματος των πενήντα πρυτάνεων, δηλαδή των πενήντα βουλευτών μιας από τις δέκα φυλές, οι οποίες δημιουργήθηκαν από τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη το 508 – 507 π.Χ. Οι πρυτάνεις ασκούσαν διοίκηση για ένα διάστημα 35 ή 36 ημερών, μετά την πάροδο του οποίου αντικαθίσταντο από ισάριθμους πρυτάνεις άλλης φυλής, ώστε μέχρι το τέλος του έτους εναλλάσσονταν στη διοίκηση βουλευτές και των δέκα φυλών.
Η φυλή που διοικούσε ονομαζόταν πρυτανεύουσα και ο πρόεδρός τους, που κληρωνόταν σε ημερήσια βάση, Επιστάτης των Πρυτάνεων. Κατά τη θητεία τους οι πρυτάνεις εσιτίζοντο στη Θόλο, ενώ το 1/3 εξ αυτών, δηλαδή δεκαεπτά, διανυκτέρευαν στο κτήριο για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Στη Θόλο φυλάσσονταν επίσης τα επίσημα μέτρα και σταθμά του Αθηναϊκού κράτους. Η Θόλος εδράστηκε σε προϋπάρχον κτιριακό συγκρότημα των μέσων του 6ου αιώνα π.Χ., με παρόμοιο λειτουργικό προορισμό, και εγκαταλείφθηκε γύρω στο 400 μ.Χ. Η Θόλος, που αναγνωρίζεται λόγω του κυκλικού σχήματός της, αποτελούσε σύμφωνα με τον Αριστοτέλη την έδρα των πρυτάνεων της Βουλής των Πεντακοσίων.
Εδώ σιτίζονταν με δημόσια έξοδα οι 50 βουλευτές της κάθε φυλής που προέδρευε στη Βουλή για 35 μέρες περίπου (πρυτανεύουσα φυλή). Τουλάχιστον 17 από τους πρυτάνεις διανυκτέρευαν στο κτίριο, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη. Κατά μία έννοια λοιπόν η Θόλος είναι η καρδιά της Αθηναϊκής δημοκρατίας, όπου διαμένουν σε εικοσιτετράωρη βάση πολίτες που υπηρετούν ως βουλευτές. Το κτίριο της Θόλου χτίστηκε γύρω στο 470 π.Χ. και ήταν κυκλικό χωρίς εξωτερική διακόσμηση, με έξι εσωτερικούς κίονες να στηρίζουν την κωνική στέγη από μεγάλες ρομβοειδείς πήλινες κεραμίδες.
Στην Θόλο φυλάσσονταν επίσης τα κλειδιά των ναών, η σφραγίδα του κράτους, τα πρότυπα των μέτρων και των σταθμών (σημαντικά για τον έλεγχο του εμπορίου), και η εστία της πόλης. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανασκαφικά δεδομένα, το κτίσμα υπέστη αλλεπάλληλες καταστροφές (αρχικά από τους Τριάκοντα Τυράννους, οι οποίοι εγκατέστησαν το αρχηγείο τους εκεί, για να αποκατασταθεί μετά την πτώση τους και την επάνοδο των δημοκρατικών στην πόλη) και ανοικοδομήθηκε πολλές φορές μέχρι την εποχή του Παυσανίου (2ος αιώνας μ.Χ.), χωρίς ωστόσο να μεταβληθεί η αρχική μορφή του.
Πρόκειται για ευρύχωρο κτίριο κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο 18,3 μ. περίπου και είσοδο στην ανατολική πλευρά. Ο πλινθόκτιστος τοίχος του πατούσε σε λίθινο τοιχοβάτη, ενώ η στέγη ήταν κωνική, καλυμμένη με πήλινους κεράμους, και στηριζόταν εσωτερικά σε 5 ή 6 ξύλινους αράβδωτους ιωνικούς κίονες. Στο κέντρο της Θόλου έχουν εντοπιστεί ίχνη βωμού, όπου ίσως τελούνταν θυσίες, γεγονός που προβληματίζει καθ’ όσον αφορά την ακριβή διαμόρφωση της στέγης, πολλοί αποκαθιστούν υποθετικά ένα οπαίο στην κορυφή της, που θα χρησίμευε για την διοχέτευση του καπνού από την προσφορά θυσιών, ενώ άλλοι την θεωρούν την οροφή ολόχτιστη και αποδίδουν στις τελούμενες θυσίες συμβολικό χαρακτήρα.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια, ύστερα από πιθανή καταστροφή της από τον Σύλλα (86 π.Χ.), ίσως επί Οκταβιανού Αυγούστου, προστέθηκε στην είσοδο της ανακαινισμένης πλέον Θόλου μνημειακό πρόπυλο με 4 Ιωνικούς κίονες. Την ίδια περίοδο ή αργότερα, μέσα στον 2ο αιώνα π.Χ., εποχή ανοικοδόμησης και εξωραϊσμού πολλών μνημείων της Αθήνας από τους Αυτοκράτορες Αδριανό και Αντωνίνο Πίο, πρέπει να έγινε και η πλακόστρωση του δαπέδου (η κλασσική Θόλος είχε μάλλον το σύνηθες τότε χωμάτινο δάπεδο). Δεν γνωρίζουμε εάν οι τοίχοι της Ρωμαϊκής Θόλου ήταν πλίνθινοι ή λίθινοι, βέβαιο όμως είναι ότι κατά την τελευταία φάση του, γύρω στο 400 μ.Χ., το κτίριο ήταν ολόλιθο διότι έφερε βαρύ τρούλλο.
Τέλος, ο χώρος πέριξ του οικοδομήματος κλεινόταν από ακανόνιστου σχήματος περίβολο. Βασικό πρόβλημα ως προς την χωροταξική οργάνωση της Θόλου παραμένει η θέση των 50 κλινών, όπου σύμφωνα με την παράδοση σιτίζονταν οι Πρυτάνεις με δημόσια δαπάνη. Κατά μία πρόσφατη άποψη, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο οι πρυτάνεις να έτρωγαν όρθιοι και όχι καθιστοί ή ανακεκλιμένοι, όπως συνέβαινε σε πολλά ιερά όπου λάμβαναν χώρα τελετουργικά δείπνα.
Με την δραστηριότητα αυτή φαίνεται να σχετίζονται και τα θεμέλια ενός μικρού τετράγωνου κτίσματος στο πίσω μέρος (βορείως) της Θόλου, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως μαγειρείο, αφού στον χώρο του βρέθηκαν σκεύη (μελαμβαφή αγγεία) δημόσιας χρήσης με την επιγραφή ΔΕ (δεμοσίου, δηλ. δημοσίου) καθώς και λάκκοι με κατάλοιπα από κάρβουνα.


ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟΝ
Δίπλα στη Θόλο, προς τα βορειοδυτικά, βρίσκεται το Βουλευτήριο, η έδρα δηλαδή της Βουλής. Εδώ συνεδρίαζαν καθημερινά -εκτός από τις μέρες των γιορτών- οι 500 Αθηναίοι πολίτες που κληρώνονταν να υπηρετήσουν ως βουλευτές για ένα χρόνο. Αυτοί προετοίμαζαν τους νόμους που υποβάλλονταν στην Εκκλησία του Δήμου, η οποία συνερχόταν με τη συμμετοχή όλων των πολιτών στην Πνύκα κάθε 10 μέρες. Από το κτίριο σώζονται ελάχιστα κατάλοιπα. Διακρίνονται μόνο τα περιγράμματα των τοίχων στις τάφρους θεμελίωσης που έχουν σκαφτεί στο βράχο. Το κτίριο χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και οικοδομήθηκε για να αντικαταστήσει το Παλαιό Βουλευτήριο (περ. 500 π.Χ.) που βρίσκεται κάτω από το Μητρώο.
Το Νέο Βουλευτήριο ήταν ένα ορθογώνιο πρόστυλο κτήριο. Η μερική διατήρησή του σε επίπεδο θεμελίων δυσκολεύει την αποκατάσταση της διάταξης των εδράνων στο εσωτερικό του. Εξυπηρετούσε τις συνεδριάσεις της Βουλής των πεντακοσίων. Αυτή ήταν ένα σώμα αποτελούμενο από πενήντα ετησίως κληρωτούς πολίτες, τους πρυτάνεις, από κάθε μια από τις δέκα Αθηναϊκές φυλές, στις οποίες ο Κλεισθένης το 508 – 507 π.Χ. κατένειμε τους Αθηναίους. Η Βουλή των πεντακοσίων ως νομοπαρασκευαστικό σώμα προετοίμαζε τα νομοσχέδια, τα οποία στη συνέχεια υποβάλλονταν για ψήφιση στην Εκκλησία του Δήμου.
Για ένα διάστημα το Νέο Βουλευτήριο λειτουργούσε παράλληλα με το Παλαιό Βουλευτήριο, όμορο κτήριο στα ανατολικά του στο οποίο αρχικά συνεδρίαζαν οι βουλευτές. Η έλλειψη διαθεσίμων χώρων στο Παλαιό Βουλευτήριο οδήγησε στην κατασκευή του Νέου για τις συνεδριάσεις της Βουλής, ενώ το πρώτο φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε μόνο ως ιερό και για τη φύλαξη των κρατικών αρχείων. Το β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. η είσοδος στο Νέο Βουλευτήριο εξυπηρετήθηκε από μνημειώδες πρόπυλο Ιωνικού ρυθμού, που κατασκευάστηκε αμέσως νότια του Παλαιού Βουλευτηρίου.
Το Νέο Βουλευτήριον, που φιλοξένησε τις καθημερινές συνεδριάσεις της Βουλής των Πεντακοσίων (με εξαίρεση τις μέρες αργίας) μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ήταν μάλλον μια ευρύχωρη αίθουσα με παράθυρα και ξύλινα εδώλια αμφιθεατρικά τοποθετημένα, με είσοδο στην νοτιοανατολική γωνία και στοά στην νότια πλευρά του. Την ίδια περίοδο κατακευάστηκε στην νοτιοανατολική γωνία του Παλαιού Βουλευτηρίου και μετέπειτα Μητρώου μνημειακό πρόπυλο που συνέδεε λειτουργικά τα κτίσματα του τριγύρω χώρου (Βουλευτήριον, Μητρώον, Θόλος).


ΤΟ ΜΗΤΡΩΟΝ
Το Μητρώο εξυπηρετούσε δύο λειτουργίες, ήταν ιερό της Μητέρας των Θεών και συγχρόνως έδρα του αρχείου της πόλης, δηλαδή τόπος φύλαξης των δημόσιων εγγράφων. Τα υπολείμματα που διατηρούνται σήμερα ανάγονται στο β´μισό του 2ου αιώνα π.Χ. και επικαλύπτουν θεμελιώσεις παλαιότερων δημόσιων κτιρίων, όπως το Παλαιό Βουλευτήριο. Το Ελληνιστικό κτίσμα του Μητρώου διέθετε τέσσερις αίθουσες που είχαν κοινή πρόσοψη με στοά 14 Ιωνικών κιόνων. Εκτός από ένα μικρό τμήμα βαθμίδων στα νότια, σώζονται μόνο τα θεμέλια του κτιρίου από ερυθρωπό κροκαλοπαγή λίθο.
Δεν γνωρίζουμε πώς αρχειοθετούνταν και φυλάσσονταν τα δημόσια έγγραφα, ούτε την ακριβή θέση του αγάλματος της Μητέρας των Θεών, το έργο του Αγοράκριτου που είδε ο Παυσανίας. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία συνάγεται ότι το Παλαιό Βουλευτήριον (περ. 500 π.Χ.) δεν έπαψε να χρησιμοποιείται όταν οικοδομήθηκε στα δυτικά του το Νέο (416/5 – 409/6 π.Χ.), ωστόσο η λειτουργία του περιορίστηκε. Κατά την διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., τον καιρό που η Βουλή των Πεντακοσίων συνερχόταν ακόμη εκεί, το κτίριο στέγασε επιπλέον τα επίσημα δημόσια αρχεία της πόλης.
Όταν η έδρα της Βουλής μεταφέρθηκε στο Νέο Βουλευτήριον, ίσως στο διάστημα 409 – 405 π.Χ., τα αρχεία παρέμειναν στο Παλαιό Βουλευτήριον, το οποίο εφεξής μετονομάσθηκε σε Μητρώον (ιερό της Ρέας, μητέρας των Ολύμπιων Θεών). Μόλις βορείως του Παλαιού Βουλευτηρίου υπήρχε πρωτύτερα ένας μικρός Αρχαϊκός ναός, προφανώς αφιερωμένος στην Μητέρα των Θεών, χθόνια Θεότητα που εισήχθη από την Φρυγία (πιθανότατα ταυτιζόταν με την Μικρασιατική μητέρα – Θεά Κυβέλη) και συνδέθηκε από τους Αθηναίους με την Ρέα. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. και δεν ανοικοδομήθηκε ποτέ, όμως η λατρεία του διατηρήθηκε ζωντανή και βρήκε νέο κατάλυμα στον χώρο του Παλαιού Βουλευτηρίου.
Στο Μητρώον φυλάσσονταν μία πλήρης σειρά από δημόσια τεκμήρια, όπως νόμοι, ψηφίσματα, αρχειακό υλικό, δικαστικά έγγραφα, οικονομικές αναφορές, λίστες εφήβων, καθώς και ιερά αναθήματα – προσφορές, μέτρα και σταθμά. Η συνεύρεση της λατρείας με το δημόσιο αρχείο φαντάζει περίεργη, και για κάποιον απροσδιόριστο για εμάς λόγο η Ρέα θεωρείτο -όπως δείχνουν τα πράγματα- κατάλληλη προστάτιδα των νόμων της πόλης. Η τελική διαμόρφωση του οικοδομήματος πρέπει να ολοκληρώθηκε γύρω στο 140 π.Χ., όταν ένα καινούριο κτίσμα διαδέχθηκε το παλαιότερο στο ίδιο σημείο, ίσως με δαπάνες του ηγεμόνα του Ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου Αττάλου Β’.
Κατά μία άλλη άποψη -λιγότερο αληθοφανή- το Ελληνιστικό Μητρώον πατάει στα θεμέλια ενός προϋπάρχοντος Αρχαϊκού Μητρώου και δεν διαδέχθηκε το παλιότερο Βουλευτήριον. Το οποίο μέχρι την οικοδόμηση του Νέου Βουλευτηρίου στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. λειτουργούσε σε άλλον, υπαίθριο χώρο (στο λεγόμενο «Συνέδριον»). Η αναγνώριση του Μητρώου ως ιερού και αρχειοφυλακείου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην μαρτυρία του Παυσανίου. Η χωροταξική οργάνωση του κτιρίου είναι έως έναν βαθμό ακαθόριστη (π.χ. δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα που ακριβώς τηρούνταν τα αρχεία και που στεκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Μητέρας των Θεών που περιγράφει ο Παυσανίας).
Και η μορφή του δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την χρήση του και την λειτουργικότητα του κάθε τμήματός του. Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τις διαθέσιμες πληροφορίες, το Μητρώο ήταν κατασκευασμένο από ποικίλα υλικά (αρουραίος λίθος, ακτίτης λίθος, γκριζογάλανο υμήττειο μάρμαρο και λευκό πεντελικό μάρμαρο) και περιλάμβανε τέσσερις αίθουσες, που είχαν την είσοδό τους η καθεμιά στην ανατολική πλευρά και δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, ενώ μπροστά τους ανοιγόταν προς ανατολάς κοινή στοά με 14 Ιωνικούς κίονες ανάμεσα σε παραστάδες.
Η πρώτη από τις αίθουσες προς βορρά ήταν και η μεγαλύτερη σε διαστάσεις, με εσωτερικό περιστύλιο που διαμόρφωνε αίθριο και υπερώο (εξώστη), ενώ δεν αποκλείεται να υπήρχε και βωμός στο κέντρο του αιθρίου. Τα δωμάτια που ενδεχομένως διαμορφώνονταν στο υπερώο μπορεί να χρησίμευαν ως ενδιαιτήματα (χώροι φιλοξενίας) για την διαμονή ξένων επισήμων προσώπων και αξιωματούχων είτε ως δημόσιο αρχείο (αρχικά θεωρήθηκε, μάλλον λανθασμένα, ότι σε αυτό το δωμάτιο ήταν αποθηκευμένο το κρατικό αρχειακό υλικό). Η μεσαία από τις τρεις άλλες αίθουσες έλαβε τον τύπο του δίστυλου «εν παραστάσι» ναού, και σε ευθυγράμμιση με τον άξονά του υπήρχε εκτός του κτιρίου βωμός, που υποδηλώνει λατρευτική χρήση.
Ο χώρος αυτός πρέπει να συνιστούσε τον καθεαυτό ναό της Μητέρας των Θεών, στον σηκό του οποίου βρισκόταν το αναφερόμενο από τον Παυσανία λατρευτικό χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς, έργο όχι του 140 π.Χ. αλλά της περιόδου 440-430 π.Χ., φιλοτεχνημένο από τον Φειδία ή από τον μαθητή του Αγοράκριτο. Οι άλλοι δύο μονόχωροι θάλαμοι εκατέρωθεν του ναΐσκου απ’ ό,τι φαίνεται λειτούργησαν ως δημόσιο αρχείο ή «δημόσια γράμματα» (κατά τους αρχαίους), ίσως εκεί φυλάσσονταν μέσα σε ερμάρια τα πρωτότυπα των ψηφισμάτων της Βουλής, γραμμένα σε πάπυρο, σε δέρμα είτε σε ξύλινους πίνακες.
Από το αρχείο αυτό, όπου καταγράφονταν και τοποθετούνταν όλες οι αποφάσεις της πόλης ταξινομημένες κατά χρόνο, μήνα και ημέρα υπ’ ευθύνη των αρχόντων και ειδικά εντεταλμένων υπαλλήλων, σώζονται σήμερα μόνο περίπου 7.500 επιγραφές, ικανές να μας δώσουν μια ιδέα του μεγέθους του.



ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΗΡΩΩΝ
Απέναντι από το Μητρώο βρίσκονται τα λείψανα του Μνημείου των Επώνυμων Ηρώων. Όταν ο Κλεισθένης το 508 – 507 π.Χ. διαμόρφωσε το σύστημα της δημοκρατίας, κατένειμε όλους τους Αθηναίους σε 10 νέες φυλές, καταργώντας τους παλαιούς θεσμούς. Για να δώσει ονόματα στις νέες φυλές, ο Κλεισθένης έστειλε στους Δελφούς 100 ονόματα Αθηναίων ηρώων, από τα οποία το μαντείο επέλεξε 10. Οι 10 αυτοί ήρωες έδωσαν τα ονόματά τους στις Αθηναϊκές φυλές. Αυτό το σύστημα των φυλών αποτέλεσε τη βάση επάνω στην οποία δομήθηκε η νεοσύστατη Αθηναϊκή δημοκρατία.
Το δικαίωμα του πολίτη, η στράτευση, η εκλογή σε βουλευτή, εξαρτιόταν από την ένταξη σε κάποια φυλή ακόμη και γιορτές τελούνταν προς τιμήν των επώνυμων ηρώων των φυλών. Το μνημείο, ένα ψηλό επίμηκες βάθρο με τους χάλκινους ανδριάντες των 10 επώνυμων ηρώων, λειτουργούσε ως δημόσιος πίνακας ανακοινώσεων, κάθε πολίτης μπορούσε να διαβάσει κάτω από τον ανδριάντα της φυλής του πληροφορίες για στρατεύσιμους, δημόσιες τιμητικές διακρίσεις, υποθέσεις προς εκδίκαση και προτάσεις νέων νόμων. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, το μνημείο είχε καίρια σημασία για τη γνωστοποίηση των επίσημων πληροφοριών.
Σήμερα σώζονται μόνο τμήματα του λίθινου περιβόλου του μνημείου και της βάσης του, καθώς και πέντε ασβεστολιθικές και δύο μαρμάρινες πλάκες από το ίδιο το βάθρο. Φιλολογικές αναφορές αφήνουν να εννοηθεί ότι οι Επώνυμοι στήθηκαν γύρω στο 425 π.Χ., αν και τα κατάλοιπα που βλέπουμε σήμερα δεν ανάγονται σε εποχή προγενέστερη του 330 π.Χ. περίπου. Χαράγματα στη θεμελίωση του περιβόλου μαρτυρούν ότι το μνημείο ανακαινίστηκε πολλές φορές. Αυτές οι προσαρμογές ακολουθούν πιθανότατα μεταβολές στο ίδιο το σύστημα των φυλών.
Οι Αθηναίοι κατά καιρούς, προκειμένου να κολακεύσουν ισχυρούς ηγεμόνες της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής περιόδου, τους αναγόρευαν επώνυμους ήρωες σε νέες φυλές που συγκροτούσαν. Έτσι, ο αριθμός των φυλών -και επομένως των ηρώων- κυμαινόταν μεταξύ 10 και 13. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα μνημεία της αθηναϊκής Αγοράς, του οποίου η πορεία εξελίχθηκε παράλληλα με την ιστορία της πόλης από τους Κλασσικούς έως και τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Ταυτίζεται με ασφάλεια λόγω της ιδιαίτερης μορφής του και χάρη στις μαρτυρίες των αρχαίων πηγών.
Η παλαιότερη από τις σχετικές αναφορές των αρχαίων συγγραφέων απαντάται στο έργο «Ειρήνη» του Αριστοφάνους (421 – 420 π.Χ.), όπου ο κωμωδιογράφος μας δίνει πληροφορίες και για τον πρακτικό ρόλο του οικοδομήματος. Η ανέγερσή του φαίνεται να συνδέεται με το Μητρώον και την μόνιμη αρχειακή συλλογή του, αφού γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιήθηκε για την τήρηση προσωρινών αρχείων, λειτουργώντας έτσι ως μέσο μαζικής επικοινωνίας του κράτους με τους πολίτες. Μολονότι πρέπει να είχε πρωτοχτιστεί ήδη πριν το 420 π.Χ., από αυτήν την φάση έχουν διασωθεί μόνο τα αποσπασματικά κατάλοιπα θεμελίωσης της βάσης του κοντά στην νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς.
Το μνημείο που συναντάει ο σημερινός επισκέπτης στο κέντρο του χώρου, σε μικρή απόσταση από την ανατολική πλευρά του Μητρώου, ανάγεται, βάσει της κεραμεικής που βρέθηκε στην τάφρο θεμελίωσής του, στο β΄ ήμισυ του 4ου αιώνα π.Χ., και συγκεκριμένα στα χρόνια περί το 330 π.Χ. Πρόκειται για μακρόστενο συμπαγές βάθρο, που περικλειόταν από λίθινο φράγμα (ύψους 1,5 μ.) στη μορφή περιβόλου με στέγασμα τριγωνικής διατομής και στο επάνω μέρος του έφερε τους -χαμένους πλέον- χάλκινους ανδριάντες των Επωνύμων Ηρώων, που είχαν δώσει τα ονόματά τους στην πολιτική διαίρεση των Αθηναίων σε δέκα φυλές με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένους (508/7 π.Χ.).
Καθώς και από έναν τριποδικό λέβητα σε καθένα από τα δύο άκρα εκατέρωθεν των αγαλμάτων. Στην πρόσοψη του βάθρου (ύψους 2 μ. περίπου), κάτω από κάθε άγαλμα, το Αθηναϊκό κράτος αναρτούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα τα λεγόμενα «λευκώματα», ασπρισμένες (βαμμένες λευκές) ξύλινες σανίδες – πινακίδες που έφεραν γραπτές ανακοινώσεις για διάφορα θέματα της επικαιρότητας (προτεινόμενα νομοσχέδια, νόμοι, κ.ά.) και επείχαν τον ρόλο δημοσίων »εφημερίδων τοίχου» της εποχής προς ενημέρωση των πολιτών κάθε φυλής αντίστοιχα. Σχεδόν μία γενιά αργότερα, στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., το μνημείο δέχθηκε σημαντικές τροποποιήσεις, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην οργάνωση του φυλετικού συστήματος. Έπειτα από προσωπικό αίτημα του Δημητρίου του Πολιορκητού (307 π.Χ.), που στο μεταξύ είχε αναλάβει τα ηνία της πόλης, να ιδρυθεί νέα φυλή προς τιμήν του, οι Αθηναίοι προχώρησαν στην θέσπιση δύο επιπλέον φυλών, της Δημητριάδος και της Αντιγονίδος (προς τιμήν του πατέρα του Δημητρίου Αντιγόνου Α’ του Μονόφθαλμου) και ταυτόχρονα αντικατέστησαν τους τρίποδες που κοσμούσαν το βάθρο με δύο καινούρια αγάλματα.
Μέσα στον 2ο αιώνα π.Χ., με την έλευση του Ελληνιστικού ηγεμόνος της Περγάμου Αττάλου Β’, δημιουργήθηκε ακόμα μία φυλή, η Ατταλίς, ως αντάλλαγμα για τις ευεργεσίες που ο Άτταλος προσέφερε στην Αθήνα, ενώ τον 2ο αιώνα μ.Χ. ιδρύθηκε η Αδριανίς φυλή προς τιμήν του φιλέλληνα Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αδριανού. Ως αποτέλεσμα, ο συνολικός αριθμός των φυλών έφθασε τις δεκατέσσερεις, γεγονός που επέβαλε όχι μόνο την πρακτική αναδιάταξη του πολιτικού σώματος στους δήμους, ώστε να κατανεμηθεί ισόρροπα κατ’ αναλογίαν προς τις φυλές, αλλά και την επέκταση του Βάθρου των Επωνύμων Ηρώων προς νότον, προκειμένου να φιλοξενήσει τους δύο τελευταίους ανδριάντες.


ΤΑ ΟΡΟΣΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΟΥ ΣΙΜΩΝΟΣ
Ενεπίγραφες μαρμάρινες στήλες (ὅροι) χρησιμοποιούνταν για να ορίσουν τις εισόδους στην Αγορά, στα σημεία όπου ένας δρόμος κατέληγε στην ανοιχτή πλατεία. Δύο από αυτά τα ορόσημα βρέθηκαν στην αρχική τους θέση και φέρουν την επιγραφή »HΟΡΟΣ ΕΙΜΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ». Η μορφή των γραμμάτων της επιγραφής χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ. Τα όρια της πλατείας έπρεπε να είναι σαφώς καθορισμένα για δύο λόγους: πρώτον, επειδή οι ανήλικοι και όσοι είχαν καταδικαστεί για συγκεκριμένα αδικήματα (π.χ. ασέβεια προς τους γονείς, λιποταξία, ασέβεια προς τους θεούς) απαγορευόταν να εισέλθουν στην Αγορά και δεύτερον, για να αποφεύγεται η καταπάτηση της δημόσιας γης από ιδιωτικά κτίσματα.
Σε ένα ιδιωτικό κτίριο, που ανακαλύφθηκε ακριβώς πίσω από το βόρειο ορόσημο της Αγοράς, βρέθηκαν πλατυκέφαλα σιδερένια καρφιά που χρησιμοποιούνταν στις σόλες των υποδημάτων και οστέινα καψούλια -δηλαδή δακτύλιοι για την επένδυση των οπών απ’ όπου περνούν τα κορδόνια-, ευρήματα που υποδηλώνουν ότι κάποιος υποδηματοποιός εργάστηκε εδώ τον 5ο αιώνα π.Χ. Τα θραύσματα ενός σκύφου (κυπέλλου) που βρέθηκαν επίσης εκεί κοντά φέρουν χαραγμένο το όνομα ΣΙΜΩΝ.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι, όταν ο Σωκράτης ήθελε να συναντήσει μαθητές που ήταν πολύ νέοι για να μπουν στην Αγορά, το έκανε στο κατάστημα του υποδηματοποιού Σίμωνα, το οποίο βρισκόταν εκεί κοντά. Αν και οι ενδείξεις είναι έμμεσες, είναι πολύ πιθανόν να έχουμε εδώ τα κατάλοιπα ενός από τους ανεπίσημους χώρους όπου δίδαξε ο Σωκράτης.
Η ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ – ΒΙΟΤΕΧΝΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΕΣ
Αφήνοντας την περιοχή του ορόσημου, μπορεί κανείς να κατευθυνθεί προς τα νοτιοδυτικά κατά μήκος ενός κοιλώματος που οδηγεί στην Πνύκα, στο χώρο συγκέντρωσης της Εκκλησίας του Δήμου. Tα ερείπια που συναντούμε ανήκουν σε μια οικιστική και εμπορική περιοχή που βρισκόταν σε χρήση για εκατοντάδες χρόνια. Η ανασκαφή των οικιών αποκάλυψε ότι εδώ εργάζονταν μεταλλουργοί, κατασκευαστές πήλινων ειδωλίων και γλύπτες. Αυτές οι Αθηναϊκές οικίες είχαν μικρές διαστάσεις, διέθεταν προσόψεις προς το δρόμο χωρίς ανοίγματα, και οι χώροι τους φωτίζονταν και αερίζονταν από μια εσωτερική αυλή. Οι τοίχοι είχαν λίθινα θεμέλια και ανωδομή από ωμόπλινθους.
Στις στέγες τοποθετούνταν κεραμίδια, ενώ τα δάπεδα φτιάχνονταν από πατημένο χώμα -σπάνια κατασκευάζονταν ψηφιδωτά δάπεδα. Ένα μεγαλύτερο κτίσμα, το λεγόμενο Πώρινο Οικοδόμημα, διαθέτει ένα μακρύ διάδρομο που πλαισιώνεται από τετράγωνα δωμάτια, και καταλήγει σε μια αυλή στο πίσω (νότιο) μέρος. Έχει προταθεί η ταύτιση του κτιρίου αυτού με τη φυλακή της πόλης (δεσμωτήριον), όπου εκτελέστηκαν ο Σωκράτης και άλλοι καταδικασμένοι για πολιτικά εγκλήματα. Η χρονολόγηση του οικοδομήματος, η θέση και η διαρρύθμισή του ταιριάζουν σε αυτή τη θεωρία, αν και είναι εξίσου πιθανό το κτίριο να είχε κάποια εμπορική χρήση.
Η ΝΟΤΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Σειρά πέντε δημόσιων κτιρίων όριζε τη νότια πλευρά της ανοιχτής πλατείας κατά την Κλασική περίοδο . Πρόκειται για σημαντικά μνημεία, που δυστυχώς διατηρούνται σε κακή κατάσταση. Τα ερείπια γίνονται λίγο πιο κατανοητά, αν σταθεί κανείς στο ψηλότερο επίπεδο του αρχαίου δρόμου που τα ορίζει προς νότον.
Η ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΝΗ
Το δυτικότερο κτίριο έχει μορφή Γ. Από τις κιονοστοιχίες των δύο πλευρών έφτανε κανείς στη μεγάλη δεξαμενή, η οποία βρισκόταν στο άκρο του επιμήκους λίθινου αγωγού που περνούσε κάτω από τη Νότια Οδό και προσέγγιζε το κτίσμα από τα ανατολικά. Πάνω από τα χαμηλά θωράκια που ορθώνονταν ανάμεσα στους εσωτερικούς κίονες, μπορούσε κανείς να προσεγγίσει το νερό, το οποίο διοχετευόταν από μικρούς αγωγούς τοποθετημένους μέσα στο πάχος των τοίχων. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες κρήνες της πόλης, η οποία -με βάση τα κεραμικά ευρήματα- χρονολογείται στην περίοδο γύρω στο 350-325 π.Χ.
ΑΙΑΚΕΙΟΝ
Δίπλα στη Νοτιοδυτική Κρήνη, προς τα ανατολικά, διακρίνονται τα υπολείμματα ενός μεγάλου τετράγωνου περιβόλου χωρίς σκεπή, με πλευρά περίπου 30 μ. Χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., ύστερα από χρησμό του μαντείου των Δελφών, και αφιερώθηκε στον Αιακό. Ο ήρωας αυτός από την Αίγινα ήταν ένας από τους κριτές του Κάτω Κόσμου, και στους τοίχους του αφιερωμένου σε αυτόν κτίσματος αναρτούσαν τις αποφάσεις των Αθηναϊκών δικαστηρίων. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. το Αιάκειο χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης και διανομής μεγάλων ποσοτήτων σιτηρών.
Η ΝΟΤΙΑ ΣΤΟΑ Ι
Η Νότια Στοά Ι, με μήκος περίπου 80 μ., καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της νότιας πλευράς. Καλύτερα διατηρείται το ανατολικό της άκρο. Η στοά, που διέθετε δύο σειρές κιόνων και 16 αίθουσες στο πίσω μέρος, χρονολογείται γύρω στο 430 – 420 π.X. Οι οικονομικές δυσχέρειες που επέφερε ο Πελοποννησιακός πόλεμος ενδεχομένως υπαγόρευσαν την κατασκευή του κτιρίου με ωμόπλινθους και λίθους σε δεύτερη χρήση. Η έκκεντρη θέση των θυρών στις αίθουσες φανερώνει ότι σε αυτές είχαν τοποθετηθεί κλίνες, που ίσως χρησίμευαν για τη σίτιση αρχόντων με δημόσια έξοδα.
Επιγραφή που βρέθηκε στο κτίριο υποδηλώνει ότι τουλάχιστον μία αίθουσα χρησιμοποιούνταν από τους μετρονόμους, τους αξιωματούχους δηλαδή που ήταν επιφορτισμένοι με την επιτήρηση και τον έλεγχο των μέτρων και των σταθμών. Επίσης, τα πολυάριθμα νομίσματα που βρέθηκαν στην ανασκαφή υποδηλώνουν και την εμπορική λειτουργία του κτιρίου. Η στοά διαλύθηκε στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., για να κατασκευαστεί η Νότια Στοά ΙΙ. Είναι ένα από τα διάφορα κτίρια που προφανώς εξυπηρετούσαν επίσημες εμπορικές δραστηριότητες κατά τους κλασσικούς χρόνους.
Πρόκειται για επιμήκη δωρική στοά μεγάλων διαστάσεων κατά μήκος της νότιας πλευράς της Αγοράς, με προσανατολισμό Β.Δ.- Ν.Α., η οποία στην εμπρόσθια όψη της έφερε διπλή κιονοστοιχία, εξωτερική (44 κίονες) και εσωτερική (22 κίονες), ενώ στο πίσω μέρος της ανοίγονταν μία σειρά από 16 δωμάτια που λειτουργούσαν ως καταστήματα. Η συνολική διάρθρωση της είναι ενδεικτική της τάσης για οικονομία χώρου. Βάσει της εκεί ανευρεθείσας κεραμεικής, η ανέγερση της χρονολογείται στο δ΄ τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ., και συγκεκριμένα κατά την διάρκεια της πρώτης φάσης του Πελοποννησιακού Πολέμου (430 – 420 π.Χ.).


Το οικοδόμημα επιβίωσε για σχεδόν 270 χρόνια, μέχρι περίπου το 150 π.Χ., οπότε αποσυναρμολογήθηκε προκειμένου να ελευθερώσει τον χώρο όπου στη συνέχεια εδράστηκε εν μέρει η Νότια Στοά ΙΙ. Δεδομένης της απουσίας γραπτών μαρτυριών, η ταύτισή του ως κτίσματος εμπορικού χαρακτήρα στηρίζεται αποκλειστικά στο σχέδιό του και στα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, καθώς και στον μεγάλο αριθμό νομισμάτων (περίπου 240) -κυρίως χάλκινων- που βρέθηκαν επί τόπου και ίσως να προέρχονταν από το γειτονικό Νομισματοκοπείο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική διαρρύθμιση της στοάς, ιδίως η έκκεντρη τοποθέτηση των θυρωμάτων όλων των δωματίων – καταστημάτων, απ’ ό,τι φαίνεται, η διαμόρφωση αυτή δεν οφείλεται σε λανθασμένη ή ελλιπή σχεδίαση αλλά ήταν εκούσια και υιοθετήθηκε για να δημιουργήσει διαστήματα κατάλληλα για την υποδοχή πάγκων ή ανακλίντρων, γεγονός που καθιστά πιθανή την χρήση του κτιρίου και ως χώρου εστίασης.

Δεδομένου ότι τα μέλη της Βουλής και οι άρχοντες σιτίζονταν με δημόσια δαπάνη, έχει διατυπωθεί η πρόταση ότι η Νότια Στοά Ι ενδέχεται να λειτούργησε παράλληλα ως έδρα μιας από τις δεκάδες κρατικές επιτροπές και συμβούλια που ήταν επιφορτισμένα με την άσκηση ποικίλων καθηκόντων σε καθημερινή βάση. Την άποψη αυτή ενισχύει επιγραφή του 222 – 221 π.Χ., που ανευρέθηκε σε ένα από τα δωμάτια και αποτελεί ένα αρχείο-κατάλογο των μετρονόμων, των επιθεωρητών των μέτρων και των σταθμών της πόλης. Η ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΗΝΗ
Τα λιγοστά ίχνη ακριβώς στα νότια της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων έχουν ταυτιστεί με τα υπολείμματα μιας πρώιμης κρήνης. Η ταύτιση βασίζεται τόσο στο μεγάλο πήλινο σωλήνα που έφερνε το νερό από τα ανατολικά στον πίσω τοίχο του κτίσματος, όσο και στους αποχετευτικούς αγωγούς που απομάκρυναν το νερό από τις δύο πλευρικές δεξαμενές. Η πρόσοψη του κεντρικού χώρου πρέπει να διέθετε κιονοστοιχία. Τα κεραμικά θραύσματα που βρέθηκαν κάτω από το δάπεδο, καθώς και η χρήση του πολυγωνικού συστήματος δόμησης για τους ασβεστολιθικούς τοίχους και των συνδέσμων σχήματος Ζ για την ένωση των λιθοπλίνθων, υποδεικνύουν χρονολόγηση γύρω στο 530 – 520 π.Χ.
Η Νοτιοανατολική Κρήνη είναι ένα από τα αρχαιότερα δημόσια κτίσματα της Αγοράς και το γεγονός ότι το νερό μεταφερόταν εδώ με σωλήνες υποδεικνύει ότι καταβάλλονταν προσπάθειες για την ανάπτυξη της περιοχής προκειμένου να μπορεί να εξυπηρετήσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Παυσανίας ταύτισε αυτό το κτίριο με την Εννεάκρουνο Kρήνη (δηλαδή αυτή με τους εννέα κρουνούς) που είχε χτιστεί τον 6ο αιώνα π.Χ. από τον τύραννο Πεισίστρατο. Ο Θουκυδίδης όμως -που προφανώς γνώριζε καλύτερα- τοποθετεί το περίφημο μνημείο νότια της Ακροπόλεως, κοντά στο ιερό του Ολυμπίου Διός.
ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΕΙΟ
Δίπλα ακριβώς στη Νοτιοανατολική Κρήνη, προς τα ανατολικά, βρίσκονται τα λιγοστά λείψανα ενός μεγάλου τετράγωνου κτιρίου με αρκετές αίθουσες. Το βόρειο τμήμα του βρίσκεται σήμερα κάτω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και το Νοτιοανατολικό Ναό της πρώιμης Ρωμαϊκής περιόδου. Χτισμένο γύρω στο 400 π.Χ., το κτίριο χρησιμοποιήθηκε τον 3ο και τον 2ο αιώνα π.Χ. ως νομισματοκοπείο χάλκινων νομισμάτων. Δεκάδες ασφράγιστα τεμάχια μετάλλου (πέταλα) που προορίζονταν για νομίσματα βρέθηκαν διασκορπισμένα σε όλο το κτίριο, καθώς και ίχνη βιοτεχνικής δραστηριότητας. Τίποτε, όμως, δεν φανερώνει ότι σε αυτόν το χώρο παράγονταν και τα αργυρά νομίσματα της Αθήνας.
Η ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΝΟΤΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ
Η όψη της νότιας πλευράς της Αγοράς άλλαξε ριζικά κατά τον 2ο αιώνα π.Χ., λόγω της οικοδόμησης αρκετών νέων κτιρίων. Η λεγόμενη Νότια Πλατεία δημιουργήθηκε από δύο επιμήκεις στοές και ένα τρίτο κτίριο που τις συνέδεε. Από τα κλασικά κτίσματα, η Νότια Στοά Ι διαλύθηκε, το Αιάκειο και η Νοτιοδυτική Κρήνη ενσωματώθηκαν στο νέο σύμπλεγμα, ενώ η Νοτιοανατολική Κρήνη και το Νομισματοκοπείο παρέμειναν ως είχαν. Μπορεί κανείς να κατανοήσει καλύτερα τη νέα πλατεία από το λεγόμενο Ανατολικό Κτίριο, στα βόρεια της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων.
Η ΜΕΣΑΙΑ ΣΤΟΑ
Πάνω στην παλαιά πλατεία πρώτη ανεγέρθηκε η Μεσαία Στοά με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, χωρίζοντας τον ανοιχτό χώρο σε δύο άνισα τμήματα, και καλύπτοντας ένα από τα αρχικά ορόσημα στο δυτικό άκρο της Αγοράς. Με μήκος σχεδόν 150 μ., η στοά αποτελεί το μεγαλύτερο κτίριο της Αγοράς. Διέθετε κιονοστοιχίες τόσο κατά μήκος των δύο μακρών πλευρών (βόρεια και νότια) όσο και στο μέσον. Σε κάποιους σπόνδυλους διακρίνονται ίχνη λεπτών θωρακίων που είχαν τοποθετηθεί ανάμεσα σε μερικούς κίονες. Στο ανατολικό άκρο σώζονται στην αρχική τους θέση κίονες και βαθμίδες του κτιρίου, ενώ στα δυτικά μόνο τα ογκώδη θεμέλια από ερυθρωπό κροκαλοπαγές πέτρωμα.
Αν εξαιρέσουμε το μέγεθός της, η στοά αποτελεί ένα μάλλον σεμνό κτίριο, οικοδομημένο με ασβεστόλιθο και με κεραμωτή στέγη, που χτίστηκε μεταξύ των ετών 180 – 140 π.Χ. περίπου.
ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΚΤΙΡΙΟ
Το Ανατολικό Κτίριο εφάπτεται στο ανατολικό άκρο της Μεσαίας Στοάς και εκτείνεται προς νότον. Η ανατολική του πλευρά διαμορφώνεται σε επιμήκη αίθουσα με δάπεδο από μικρά κομμάτια μαρμάρου. Σε αυτό το είδος του ψηφιδωτού έχουν τοποθετηθεί μεγάλες μαρμάρινες πλάκες, που συγκρατούσαν ξύλινα έπιπλα, ενδεχομένως τραπέζια. Οι βάσεις αυτές ίσως μπορούν να ερμηνευτούν ως υποστηρίγματα των τραπεζῶν των τραπεζιτών ή των αργυραμοιβών, υποδηλώνοντας ότι η Νότια Πλατεία εξυπηρετούσε κυρίως εμπορικές λειτουργίες. Στη δυτική πλευρά του Ανατολικού Κτιρίου υπήρχαν τέσσερις αίθουσες και ένα κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στο χαμηλότερο (ισόγειο) επίπεδο της Νότιας Πλατείας.
Η ΝΟΤΙΑ ΣΤΟΑ ΙΙ
Η Νότια Στοά ΙΙ ξεκινούσε από το νότιο άκρο του Ανατολικού Κτιρίου και εκτεινόταν προς τα δυτικά, παράλληλα με τη Μεσαία Στοά. Χρονολογείται στο β´μισό του 2ου αιώνα π.Χ. και διέθετε μία απλή Δωρική κιονοστοιχία από ασβεστόλιθο. Στην ανωδομή χρησιμοποιήθηκαν σε δεύτερη χρήση λίθοι από κάποιο κτίριο του 4ου αιώνα π.Χ. Η μικρή κρήνη στον πίσω τοίχο αποτελεί το μοναδικό διάκοσμο της στοάς. Η Νότια Στοά ΙΙ αχρήστευσε τη Νότια Στοά Ι, μεγάλο μέρος της οποίας προς τα δυτικά απομακρύνθηκε, προκειμένου να δημιουργηθούν τα δάπεδα του χαμηλότερου επιπέδου της Νότιας Πλατείας.


Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ
ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΡΩΜΑΪΚΟ ΤΕΙΧΟΣ
Στα ανατολικά του Ανατολικού Κτιρίου και του Νομισματοκοπείου συναντάμε και πάλι την οδό των Παναθηναίων. Σε αυτό το σημείο, στην ανατολική πλευρά του δρόμου ορθώνεται το ισχυρό Υστερορωμαϊκό Τείχος που οικοδομήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ., μετά τη λεηλασία των Ερούλων (267 μ.Χ.). Ξεκινά με μία πύλη στην Ακρόπολη, κατευθύνεται προς τα βόρεια παράλληλα με την ανατολική πλευρά της οδού των Παναθηναίων, εφάπτεται στα ερείπια της Στοάς του Αττάλου, και στη συνέχεια στρέφεται ανατολικά προς τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Η παλαιά Αγορά -το κέντρο της πόλης στα προγενέστερα χρόνια- δεν περιλαμβάνεται στον τειχισμένο χώρο της πόλης της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου, η οποία πλέον εκτεινόταν ανατολικότερα.
Το τείχος είναι κατασκευασμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου από επαναχρησιμοποιημένα αρχιτεκτονικά μέλη κτιρίων και μνημείων που κατέστρεψαν οι Έρουλοι. Μαρμάρινα επιστύλια, Ιωνικοί και Δωρικοί κίονες, επιγραφές και βάσεις αγαλμάτων, χρησιμοποιήθηκαν στις δύο συμπαγείς όψεις του, ενώ το μεταξύ τους κενό γεμίστηκε με χώμα και θραύσματα αρχαίων μαρμάρων. Τετράγωνοι πύργοι -σήμερα στο μεγαλύτερό τους μέρος καταστραμμένοι- ορθώνονταν σε τακτά διαστήματα στην πρόσοψη του τείχους.
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑΙΝΟΥ
Στην εσωτερική πλευρά του Υστερορωμαϊκού Τείχους και κάτω από αυτό, βρίσκονται τα ερείπια ενός κτιρίου, το οποίο σύμφωνα με την επιγραφή στο μαρμάρινο υπέρθυρο είναι η Βιβλιοθήκη του Πανταίνου. Το κτίριο αφιερώθηκε γύρω στο 100 μ.Χ. στην Αθηνά Αρχηγέτιδα, τον Αυτοκράτορα Τραϊανό και τους Αθηναίους. Αποτελείται από μία μεγάλη τετράγωνη αίθουσα, μία περίστυλη πλακόστρωτη αυλή και τρεις στοές που βλέπουν στο δρόμο και έχουν καταστήματα στο πίσω μέρος τους. Πολιτιστικό και εκπαιδευτικό ίδρυμα, η Βιβλιοθήκη αντανακλά τη θέση της Αθήνας ως σημαντικού πνευματικού και εκπαιδευτικού κέντρου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο δωρητής ήταν ο Τίτος Φλάβιος Πάνταινος -γιος του επικεφαλής φιλοσοφικής σχολής-, ο οποίος αναφέρει τον εαυτό του ως ιερέα των μουσών φιλοσόφων. Σε άλλη επιγραφή αναφέρονται οι κανονισμοί της βιβλιοθήκης: «Δεν επιτρέπεται να απομακρυνθεί κανένα βιβλίο, αφού ορκιστήκαμε. (Η βιβλιοθήκη) θα παραμένει ανοιχτή από την πρώτη έως την έκτη ώρα». Η βόρεια στοά της Βιβλιοθήκης εκτείνεται προς τα ανατολικά, κατά μήκος της νότιας πλευράς ενός μαρμαρόστρωτου δρόμου που στη Ρωμαϊκή περίοδο οδηγούσε από την (παλαιά) Αγορά στο Δωρικό πρόπυλο της αγοράς του Καίσαρα και του Αύγουστου -γνωστής ως Ρωμαϊκής Αγοράς.
Η βόρεια και η δυτική στοά καταστράφηκαν από τους Έρουλους το 267 μ.Χ. Η πρώτη ανοικοδομήθηκε τελικά τον 5ο αιώνα ως τμήμα ενός νέου διώροφου κτίσματος, ενώ η δεύτερη ενσωματώθηκε στο Υστερορωμαϊκό Τείχος.
Η ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ
Στην ανατολική πλευρά της ανοιχτής πλατείας της Αγοράς εκτείνεται η Στοά του Αττάλου. Χτίστηκε από το βασιλιά της Περγάμου Άτταλο Β’ (159 – 138 π.Χ.), ο οποίος είχε σπουδάσει στην Αθήνα κοντά στο φιλόσοφο Καρνεάδη. Κατά μία έννοια λοιπόν αποτελεί το δώρο ενός αφοσιωμένου μαθητή, ο οποίος δώρισε στους Αθηναίους ένα »εμπορικό κέντρο» όπως δηλώνει επιγραφή στο επιστύλιο της κάτω κιονοστοιχίας, η οποία διατηρείται αποσπασματικά: «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΤΤΑΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΟΣ». Το κτήριο αναπτυσσόταν σε μήκος περίπου 116 μέτρων, ήταν διώροφο με δεύτερη σειρά κιόνων στο εσωτερικό και 21 καταστήματα στο βάθος σε κάθε όροφο.
Στο ισόγειο η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν δωρική και η εσωτερική ιωνική, με αρράβδωτους κίονες. Στον όροφο η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν ιωνική και η εσωτερική είχε κιονόκρανα Περγαμηνού τύπου. Η Στοά του Αττάλου αποτελούσε για τους Αθηναίους χώρο συνάντησης, περιπάτου και εμπορικό κέντρο της εποχής. Καταστράφηκε από τους Ερούλους το 267 μ.Χ και ενσωματώθηκε στο Υστερορρωμαϊκό τείχος της Αθήνας. Οι διπλές κιονοστοιχίες στους δύο ορόφους προσέφεραν σκιερούς χώρους περιπάτου μπροστά από 42 καταστήματα, τα οποία εκμισθώνονταν από την πόλη σε ιδιώτες. Χρησιμοποιήθηκε λευκό πεντελικό μάρμαρο και γκριζογάλαζο μάρμαρο Υμηττού, και στους τοίχους ασβεστόλιθος.
Το γεγονός ότι το κάτω τμήμα των κιόνων της εξωτερικής κιονοστοιχίας παρέμεινε αράβδωτο, αποδεικνύει την έντονη κίνηση που αναμενόταν στο κτίριο: άνθρωποι και εμπορεύματα θα διακινούνταν συνεχώς τρίβοντας και χτυπώντας τους κίονες -επομένως ήταν περιττό να διαμορφωθούν οι ραβδώσεις στα σημεία της πιθανής φθοράς. Τα κιονόκρανα που χρησιμοποιήθηκαν στην εσωτερική κιονοστοιχία του πρώτου ορόφου ανήκουν σε ένα σπάνιο τύπο »περγαμηνά», μια παραλλαγή πρώιμων Αιγυπτιακών προτύπων. Η Στοά λειτούργησε για αιώνες ως το κύριο εμπορικό κέντρο των Αθηναίων.
Καταστράφηκε από τους Έρουλους το 267 μ.Χ. και στη συνέχεια προσαρτήθηκε στο νέο αμυντικό τείχος, το οποίο στο βόρειο άκρο της Στοάς διατηρεί το ύψος του μέχρι το επίπεδο της οροφής. Η Στοά αναστηλώθηκε πλήρως μεταξύ των ετών 1953 – 1956 για να στεγάσει το μουσείο του αρχαιολογικού χώρου (χωριστός οδηγός). Διαθέτει αποθήκες στο υπόγειο, εκθεσιακό χώρο στο ισόγειο, γραφεία και εργαστήρια στον πρώτο όροφο. Τμήματα του αρχικού κτιρίου διατηρήθηκαν ή ενσωματώθηκαν στο νότιο άκρο, προκειμένου ο επισκέπτης να μπορεί και μόνος του να διαπιστώσει πόσο πιστά έχει αναστηλωθεί η Στοά.
Η ανακατασκευή του κτιρίου καταδεικνύει ότι ο κτιριακός τύπος της στοάς αποτελεί την ιδανική αρχιτεκτονική μορφή για δημόσια κτίσματα στην Ελλάδα: οι χώροι περιπάτου στις κιονοστοιχίες παρέχουν φως και καθαρό αέρα σε χιλιάδες ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα τους προστατεύουν από το δυνατό ήλιο του καλοκαιριού ή τον άνεμο και τη βροχή του χειμώνα. Η αναστήλωση της Στοάς πραγματοποιήθηκε από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, βασίσθηκε στις μελέτες του αρχιτέκτονα Ιωάννη Τραυλού, και υλοποιήθηκε χάρη στη δωρεά του John D. Rockefeller Jr. Σήμερα, η Στοά λειτουργεί ως μουσείο, στο οποίο εκτίθενται τα ευρήματα από τις ανασκαφές του χώρου της Αρχαίας Αγοράς.


ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Κάτω από το βόρειο άκρο της Στοάς του Αττάλου βρίσκονται τα λιγοστά κατάλοιπα μίας ομάδας κτιρίων που ανάγονται στον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται κυρίως για περιστύλια, που φαίνεται ότι λειτούργησαν ως χώροι δικαστηρίων, στεγάζοντας τα ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνταν τακτικά με τη συμμετοχή 201 ή 501 Αθηναίων. Τα δικαστήρια αυτά αποφάσιζαν τελεσίδικα για την εγκυρότητα και την ερμηνεία των νόμων. Η ταύτιση των κτιρίων βασίζεται κυρίως στην ανακάλυψη μιας κάλπης αποτελούμενης από κάθετα τοποθετημένα τμήματα πήλινου αγωγού, που περιείχε επτά ενεπίγραφες χάλκινες δικαστικές ψήφους.
Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ
Στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι έλαβαν χρήματα ως δωρεά από τον Καίσαρα και τον Αύγουστο για την κατασκευή μιας νέας αγοράς. Τότε, το βόρειο τμήμα της ανοιχτής πλατείας της παλαιάς Αγοράς καλύφθηκε από δύο νέα οικοδομήματα, το Ωδείο του Αγρίππα και το ναό του Άρεως.
ΤΟ ΩΔΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΡΙΠΠΑ
Γύρω στο 15 π.Χ. ο Μάρκος Βιψάνιος Αγρίππας -γαμπρός και στρατηγός του Αύγουστου- δώρισε στους Αθηναίους ένα τεράστιο κτίριο μουσικών εκδηλώσεων, ένα ωδείο. Πρόκειται για μια πελώρια διώροφη κατασκευή που δέσποζε στο χώρο. Η αίθουσα συναυλιών με την υπερυψωμένη σκηνή και τη μαρμαροστρωμένη ορχήστρα χωρούσε περίπου 1.000 θεατές. Στις τρεις πλευρές της περιβαλλόταν από υπόγειες αίθουσες με κιονοστοιχίες (cryptoporticus) που στήριζαν στοές. Εξωτερικά το κτίριο κοσμούσαν πεσσοί με Κορινθιακά επίκρανα. Η πρόσβαση στο Ωδείο γινόταν, είτε από το υπερυψωμένο επίπεδο της Μεσαίας Στοάς στη νότια πλευρά, είτε από ένα μικρό πρόπυλο στη βόρεια πλευρά.
Το πλάτος της αίθουσας συναυλιών (25 μ.) αποδείχθηκε τελικά υπερβολικά μεγάλο, και η οροφή κατέρρευσε γύρω στο 150 μ.Χ. Το κτίριο ανοικοδομήθηκε ως αίθουσα ομιλιών, που χωρούσε μόνο 500 άτομα. Μια πολύ πιο περίτεχνη πρόσοψη διαμορφώθηκε στα βόρεια με ογκώδεις πεσσούς που έφεραν σκαλισμένες μορφές Γιγάντων (με ουρές φιδιών) και Τριτώνων (με ουρές ψαριών). Η απώλεια του Ωδείου του Αγρίππα ως χώρου συναυλιών, πιθανόν ώθησε τον Ηρώδη τον Αττικό να χτίσει το όμορφο νέο ωδείο του στη νότια κλιτύ της Ακροπόλεως γύρω στο 160 μ.Χ.
Το Ωδείο του Αγρίππα καταστράφηκε από τους Έρουλους το 267 μ.Χ. Στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. ανοικοδομήθηκε ως τμήμα ενός εκτεταμένου συγκροτήματος -ίσως ανακτόρου- με πολυάριθμες αίθουσες, λουτρά και αυλές, το οποίο εκτεινόταν προς νότον μέχρι την άκρη της παλαιάς Νότιας Πλατείας. Οι Γίγαντες και οι Τρίτωνες επαναχρησιμοποιήθηκαν σε μία μνημειακή είσοδο και η σημερινή τους θέση επάνω σε ψηλά βάθρα ανάγεται σε αυτήν την τελευταία φάση του κτιρίου.


Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ
Στα βόρεια ακριβώς του Ωδείου βρίσκονται τα λείψανα ενός κτίσματος που ο Παυσανίας το ταυτίζει με το ναό του Άρεως. Τα θεμέλια κατασκευάστηκαν στην πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο, ενώ η μαρμάρινη ανωδομή -τμήματα της οποίας έχουν σήμερα συγκεντρωθεί στο δυτικό άκρο της βάσης του ναού- ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται για ένα Δωρικό περίπτερο ναό, που παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με το Ηφαίστειο ως προς το σχέδιο, το μέγεθος και τη χρονολόγηση. Σύμβολα Ρωμαίων τεχνιτών επάνω στους λίθους υποδηλώνουν ότι ο ναός, που βρισκόταν αρχικά σε άλλη τοποθεσία.
Αποσυναρμολογήθηκε με προσοχή, σε όλα τα κομμάτια χαράχθηκαν σύμβολα που καθόριζαν τη θέση τους στο κτίριο, και ξαναχτίστηκαν επάνω στα νέα θεμέλια που κατασκευάστηκαν για το ναό στην Αγορά. Ο ναός του Άρεως αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα »περιπλανώμενου ναού», ανάμεσα στα πολλά κτίσματα που μεταφέρθηκαν με παρόμοιο τρόπο στο χώρο της Αγοράς κατά την Πρώιμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο.
Εξαιρετικά δείγματα κλασικής αρχιτεκτονικής μεταφέρονταν από τους απομακρυσμένους -σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειμμένους αυτήν την περίοδο- δήμους της Αττικής και επαναχρησιμοποιούνταν στο κέντρο της Αθήνας, πιθανώς στη λατρεία Θεοποιημένων Ρωμαίων Αυτοκρατόρων -ήταν ένας σχετικά φθηνός και με άμεσα αποτελέσματα τρόπος για να τιμηθεί η νέα άρχουσα τάξη. Ο ναός του Άρεως προέρχεται πιθανώς από το ιερό της Αθηνάς Παλληνίδος (στη σύγχρονη περιοχή του Σταυρού), όπου έχουν εντοπιστεί μεγάλες θεμελιώσεις ναού, χωρίς όμως να βρεθεί ίχνος της ανωδομής του.
Η ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΜΑΪΚΕΣ ΣΤΗΛΕΣ
Η περιοχή της βορειοδυτικής γωνίας βρίσκεται στο σημείο όπου η Οδός των Παναθηναίων -που ξεκινούσε από την κύρια πύλη της Αθήνας, το Δίπυλο- εισερχόταν στην πλατεία της Αγοράς. Επομένως, αυτό ήταν το κατάλληλο σημείο για να στηθούν οι Ερμαϊκές στήλες, τα ορόσημα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν από πολύ παλιά οι Αθηναίοι προκειμένου να επισημαίνουν όλες τις εισόδους. Οι Ἑρμαῖ ήταν μαρμάρινες στήλες τετράγωνης διατομής που έφεραν στο μέσον του ύψους τους σκαλισμένο το ανδρικό μόριο και απέληγαν σε προτομή του Ερμή. Δεκάδες τέτοιων αρχαιότροπων μνημείων έχουν ανασκαφεί στην περιοχή αυτή, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. έως τον 2ο αιώνα μ.Χ.
Η ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΤΟΑ
Στη δυτική πλευρά, ακριβώς στα νότια της Οδού των Παναθηναίων, βρίσκονται τα ερείπια της Βασιλείου Στοάς, ενός από τα πρωιμότερα και σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Αθήνας. Αποτελούσε την έδρα του άρχοντος βασιλέως -δεύτερου στην ιεραρχία της Αθηναϊκής διοίκησης-, που ήταν υπεύθυνος για τα θρησκευτικά ζητήματα και τους νόμους. Εδώ ήταν στημένες εγχάρακτες πλάκες με τους νόμους της πόλης, εδώ έδιναν τον ετήσιο όρκο τους όλοι όσοι θα υπηρετούσαν τη δημοκρατία, εδώ δικάστηκε ο Σωκράτης για ασέβεια το 399 π.Χ.
Η ταύτιση του κτιρίου είναι βέβαιη χάρη στον Παυσανία και σε δύο ενεπίγραφες βάσεις Ερμαϊκών στηλών που είχαν ανατεθεί από άρχοντες βασιλείς και βρέθηκαν στη θέση τους στις βαθμίδες του κτιρίου. Το κτίριο, μήκους μόνο 18 μ., είναι μικρό για στοά. Διαθέτει οκτώ Δωρικούς κίονες στην πρόσοψη και τέσσερις στο εσωτερικό. Η αρχική του μορφή τοποθετείται γύρω στο 500 π.Χ., και υπέστη εκτεταμένες τροποποιήσεις τον 5ο αιώνα. Δύο προεξέχουσες πτέρυγες προστέθηκαν μεταξύ του 410 – 400 π.Χ., προκειμένου να εκτεθούν εκεί νέα αντίγραφα του νομικού κώδικα της πόλης.
Η ΒΟΡΕΙΑ ΠΛΕΥΡΑ
Η ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ
Στην απέναντι πλευρά της σύγχρονης οδού Αδριανού, κατά μήκος της βόρειας πλευράς της αρχαίας πλατείας, εκτείνεται ο χώρος των πιο πρόσφατων ανασκαφών. Εδώ αποκαλύφθηκαν τα λείψανα άλλης μίας μεγάλης στοάς, που με βάση τον Παυσανία αναγνωρίζεται ως η Ποικίλη Στοά -δηλαδή ζωγραφισμένη. Oι εξωτερικοί κίονες του κτιρίου ήταν Δωρικοί, ενώ στο εσωτερικό Ιωνικοί. Χτίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του με ασβεστόλιθο, ενώ τα κιονόκρανα των εσωτερικών κιόνων ήταν μαρμάρινα. Tα κεραμικά ευρήματα υποδεικνύουν ως χρονολογία κατασκευής τα χρόνια γύρω στο 470 – 460 π.Χ. Η Ποικίλη Στοά, ένα από τα πιο φημισμένα κτίσματα της Αθήνας, οφείλει το όνομά της στους ξύλινους πίνακες ζωγραφικής που την κοσμούσαν.
Φιλοτεχνημένοι από τους καλύτερους καλλιτέχνες της κλασικής Ελλάδας, οι πίνακες τοποθετήθηκαν εδώ γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Εξακόσια περίπου χρόνια αργότερα, γύρω στο 150 μ.Χ., ο Παυσανίας είδε και περιέγραψε τέσσερις από αυτούς, με σκηνές στρατιωτικών θριάμβων των Αθηναίων, μυθικών και ιστορικών. Ο πιο γνωστός ίσως από όλους ήταν ο πίνακας του Πολυγνώτου με τη Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.). Το 400 μ.Χ. οι πίνακες είχαν πια εξαφανιστεί. Σύμφωνα με τον επίσκοπο Συνέσιο, που απογοητεύτηκε επειδή δεν μπόρεσε να τους δει κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, ένας Ρωμαίος ανθύπατος είχε απομακρύνει τους πίνακες.
Στο κτίριο επιδεικνύονταν επίσης θώρακες και όπλα των ηττημένων εχθρών, για να θυμίζουν στους Αθηναίους τα παλαιά μεγαλεία. Σε αντίθεση με πολλά κτίρια της Αγοράς, η στοά αυτή ήταν ένα πραγματικά δημόσιο κτίσμα, και κανένας αξιωματούχος, ομάδα ή λειτουργία δεν διεκδικούσε προτεραιότητα στη χρήση του. Χτίστηκε ως τόπος περιπάτου και συναντήσεων, και ως τέτοιος προσείλκυε τεράστια πλήθη, καθώς και επιτηδευματίες που χρειάζονταν την παρουσία κοινού: ταχυδακτυλουργούς, ανθρώπους που κατάπιναν σπαθιά και φωτιές, ζητιάνους.
Εξάλλου, ανάμεσα σε αυτούς που ασκούσαν την τέχνη τους στο κτίριο ήταν και φιλόσοφοι της Αθήνας, ειδικά ο Ζήνωνας -που είχε έρθει στην πόλη από την Κύπρο γύρω στο 300 π.Χ. Τόσο πολύ προέκρινε την Ποικίλη Στοά ως τόπο διδασκαλίας, ώστε ο ίδιος και οι μαθητές του έγιναν γνωστοί ως »Στωικοί».


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Kατά την ανασκαφή των τμημάτων της νεότερης πόλης που βρίσκονταν επάνω από την Αγορά, απομακρύνθηκαν αρκετές εκκλησίες. Ωστόσο, η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων λόγω της πρώιμης χρονολόγησής της κρίθηκε αναγκαίο όχι μόνο να μην κατεδαφιστεί αλλά και να αναστηλωθεί. Ο ναός, που χρονολογείται γύρω στο 1000 μ.Χ., με το πέρασμα των χρόνων υπέστη διαδοχικές προσθήκες, ιδιαίτερα στη δυτική του πλευρά. Η αρχική κάτοψη είναι μοναδική: ένας σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, στον οποίο όμως τα τέσσερα άκρα του σταυρού διαμορφώνονται σε ημικυκλικές κόγχες.
Ο κεντρικός τρούλος στηρίζεται εσωτερικά σε τέσσερις κίονες. H περίτεχνη εξωτερική τοιχοποιία διακοσμείται με κουφικά σχέδια (που κατασκευάζονταν με πλίνθους και οφείλουν την ονομασία τους στην αραβική γραφή που αναπτύχθηκε στην πόλη Kούφα). Τα σπαράγματα των τοιχογραφιών που φυλάσσονται στο εσωτερικό ανάγονται στον 17ο αιώνα, και προέρχονται από τον ίδιο το ναό αλλά και άλλους της περιοχής. Ουσιαστικά «διασώθηκε», διαβάζουμε, λόγω της ιδιαίτερης εσωτερικής διαμόρφωσης και των κομψών κουφικών σχεδίων της τοιχοποιίας, δεδομένου ότι άλλες προϋπάρχουσες εκκλησίες απομακρύνθηκαν για τις ανάγκες της ανασκαφής.
Είναι χτισμένος πάνω σε μέρος των θεμελίων του Νυμφαίου, έτσι το δάπεδο ανασκάφθηκε πριν για τυχόν ευρήματα. Νεότερες προσθήκες στο δυτικό τμήμα αφαιρέθηκαν, ενώ τρεις από τους τέσσερις αρχαίους κίονες που στήριζαν τον νάρθηκα αντικατέστησαν σύγχρονοι. Οι σωζόμενες τοιχογραφίες του 17ου – 18ου αιώνα συντηρήθηκαν, ενώ προστέθηκαν άλλες από προϋπάρχοντες ναούς. Η αποκατάσταση του μνημείου έγινε με την εποπτεία της αρχαιολόγου Alison Frantz και τη χορηγία του Samuel H. Kress Foundation.
Ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική λεπτομέρεια: την Αγία Τράπεζα συναποτελούσαν ένα τετράγωνο κιονόκρανο με άκανθο που στήριζε βαθμιδωτά μια Ιωνική βάση, ένα Δωρικό κιονόκρανο κι έναν πλίνθο, όλα από πεντελικό μάρμαρο. Η εκκλησία είναι σήμερα αξιοθέατο, αλλά λειτουργείται μία φορά τον χρόνο, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων.
Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΘΕΣΜΟΙ
Η Αγορά της Αθήνας ήταν η καρδιά του Αθηναϊκού κράτους. Οι κυριότερες εργασίες που σχετίζονταν με τη διοίκηση λάμβαναν χώρα αλλού, στην Πνύκα, όπου συνεδρίαζε η εκκλησία του δήμου και από τον 4ο αιώνα π.Χ. στο Θέατρο του Διονύσου. Ο χώρος της Αγοράς στέγαζε τις διοικητικές δραστηριότητες του Αθηναϊκού κράτους, η βουλή και τα αρχεία του κράτους στεγάζονταν στο Βουλευτήριο και το παρακείμενο Μητρώο. Παρά το γεγονός ότι η βουλή συνεδρίαζε συχνά (όσο το επέτρεπαν οι θρησκευτικές απαγορεύσεις), οι εξουσίες των εκλεγμένων με κλήρο αντιπροσώπων δεν ήταν ιδιαίτερα διευρυμένες. Την εξουσία ασκούσαν οι πρυτάνεις, δηλ. το σώμα των 50 βουλευτών από κάθε φυλή που αναλάμβαναν περιοδικά τη διοίκηση.
Οι πρυτάνεις στεγάζονταν και σιτίζονταν στη Θόλο, όπου εκτελούσαν και τις εργασίες τους. Στην καρδιά της Αγοράς βρισκόταν το Νομισματοκοπείο, όπου κόβονταν τα νομίσματα της πόλης. Εκεί φυλάσσονταν οι Παναθηναϊκοί αμφορείς και το λάδι που δίδονταν, μαζί με άλλα έπαθλα, στους νικητές των Παναθηναίων. Τελευταίο και σημαντικότερο: στο χώρο της Αγοράς, σε διάφορα σημεία, αναρτώνταν τα σημαντικά ψηφίσματα, οι αποφάσεις της εκκλησίας του δήμου και της βουλής, ειδήσεις για τις δραστηριότητες των φυλών, στρατιωτικές διαταγές και νομοθετήματα. Πάνω από 7.500 χιλιάδες επιγραφές έχουν βρεθεί στην Αγορά της Αθήνας.
Οι περισσότερες αφορούν νόμους, συνθήκες της πόλης με άλλα κράτη, τιμητικά ψηφίσματα για ιδιώτες και συμμαχικές πόλεις, οικοδομικές επιγραφές, καταλόγους σκευών από τα ιερά, τους οποίους συνέτασσαν οι θησαυροφύλακες (και για τους οποίους έδιναν λόγο στις αρχές), και πολλά άλλα. Ένα από τα μέτρα που πήρε η Αθηναϊκή δημοκρατία για να προστατευτεί από την τυραννία ήταν ο οστρακισμός, δηλ. ο εξορισμός για 10 έτη ενός επιφανούς Αθηναίου που επέλεγε ο δήμος. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι το μέτρο αυτό αποσκοπούσε στο να τεθεί φραγμός στο δρόμο προς την τυραννία του Ιππάρχου, γιου του Χάρμου και εγγονού του Ιππία από τη μεριά της κόρης του.
Ο Ίππαρχος, προφανώς επειδή το 510 π.Χ. ήταν ανήλικος (κάτω των 30), δεν εξορίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους Πεισιστρατίδες, αλλά παρέμεινε στην πόλη. Γύρω του συσπειρώθηκαν οι οπαδοί των τυράννων. Κατόρθωσε μάλιστα να εκλεγεί επώνυμος άρχων το 496 π.Χ. Τελικά εξοστρακίστηκε το 488 – 487 π.Χ. Δεν επέστρεψε στην πόλη το 480 π.Χ., όταν ανακλήθηκαν οι εξόριστοι, επειδή προφανώς είχε καταφύγει στην αυλή του Ξέρξη, όπως είχε κάνει προηγουμένως και ο παππούς του, και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Η απόσταση των 20 ετών μεταξύ της σύλληψης του μέτρου και της πρώτης εφαρμογής του δημιουργεί το ερώτημα αν ο λόγος που αναφέρεται για τη θέσπισή του είναι σωστός.
Σε κάθε περίπτωση, ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι αργότερα το μέτρο έχασε τη σημασία του, όταν εξορίστηκε ένας πολιτικός που δεν είχε βλέψεις στην τυραννία. Πρόκειται για τον Ξάνθιππο, τον πατέρα του Περικλή, που είχε συμμαχήσει με τους Αλκμεωνίδες συνάπτοντας γάμο με μια γυναίκα από το εν λόγω γένος. Στο πέρασμα του χρόνου, το μέτρο του οστρακισμού χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά από τους πολιτικούς ηγέτες των παρατάξεων της Αθήνας, όταν η πολιτική διαμάχη έφθανε σε τέτοια όξυνση, ώστε η απομάκρυνση ενός πρωταγωνιστή ήταν απαραίτητη για την άρση αδιεξόδων.
Το μέτρο πρόβλεπε τα εξής: ο δήμος συγκεντρωνόταν στην Αγορά, σε έναν ανοικτό χώρο που οριζόταν τελετουργικά από ένα σχοινί (περισχοίνισμα). Ψήφιζε αρχικά αν κατά το τρέχον έτος χρειαζόταν να τεθεί σε εφαρμογή το μέτρο του οστρακισμού. Οι ψήφοι ήταν θραύσματα από αγγεία, τα λεγόμενα όστρακα, στα οποία χαρασσόταν ή γραφόταν με μελάνι το όνομα του πολιτικού που ο κάθε Αθηναίος επιθυμούσε να εξοριστεί. Εκείνος που έπαιρνε τις πιο πολλές ψήφους έπρεπε μέσα σε 10 ημέρες να εγκαταλείψει την πόλη για 10 χρόνια, χωρίς όμως να στερηθεί τα πολιτικά και περιουσιακά του δικαιώματα εσαεί.


Υπάρχουν δύο διαφορετικές απόψεις για την εκλογική διαδικασία: είτε χρειάζονταν 6.000 ψήφοι προκειμένου αυτή να είναι έγκυρη είτε ο επικρατέστερος υποψήφιος έπρεπε να λάβει οπωσδήποτε 6.000 θετικές ψήφους. Η πρώτη άποψη θεωρείται ως η πιθανότερη από την πλειονότητα των ιστορικών. Εξάλλου, για ένα και μόνο πρόσωπο, σε μία και μόνο ψηφοφορία, έχουν βρεθεί 4.400 όστρακα, για το Μεγακλή Ιπποκράτους Αλωπεκήθεν (εξοστρακίστηκε το 487 – 486 π.Χ., όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης). Δεύτερος ακολουθεί με μεγάλη διαφορά ο Καλλίας Κρατίου Αλωπεκήθεν (700 όστρακα). Ίσως αυτός να είναι ο τρίτος οπαδός του τυραννικού κόμματος που εξορίστηκε, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται από τον Αριστοτέλη (486 – 485 π.Χ.).
Ο πολίτης που καταδικαζόταν σε οστρακισμό μπορούσε να διαμένει έξω από τα σύνορα της πόλης (πριν από τους Περσικούς πολέμους ακόμη και στη Σαλαμίνα, που δεν ήταν δήμος, αλλά αποτελούσε τμήμα του Αθηναϊκού κράτους). Δημοφιλής τόπος ήταν η Ερέτρια. Με βάση τη μαρτυρία του Πλουτάρχου, γίνονταν δύο καταμετρήσεις. Μία για το αν είχε επιτευχθεί ο αριθμός των 6.000 ψήφων και μία δεύτερη για το ποιος έπρεπε να οστρακιστεί. Αν η πρώτη συνθήκη δεν εκπληρωνόταν, τότε προφανώς δε γινόταν η δεύτερη καταμέτρηση και έτσι δε γινόταν γνωστό ποιος ήταν ο λιγότερο δημοφιλής πολιτικός.
Οι Αθηναίοι προσέρχονταν με τα όστρακά τους εγγεγραμμένα, όχι όμως εμφανή στους γύρω τους. Πιθανόν να τα κρατούσαν ανάμεσα στο δείκτη και το μέσο, κατακόρυφα, και με το άλλο χέρι να έκρυβαν την πλευρά που είχε γράμματα. Ας σημειωθεί πάντως ότι ορισμένα όστρακα έχουν γράμματα και από τις δύο πλευρές. Δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο εξασφαλιζόταν ότι κάποιος δε διπλοψήφιζε ή ότι δεν έριχνε δύο όστρακα. Πιθανόν αστυνομική δύναμη να έλεγχε τους ψηφοφόρους εντός του περιτοιχίσματος. Ίσως το ρίσκο να μην άξιζε τον κόπο αν η αποκάλυψη της απάτης επέφερε βαριά τιμωρία.
Οι αρχαιολόγοι της Αθήνας έχουν βρει συνολικά 10.500 όστρακα, εκ των οποίων τα 9.000 στον Κεραμεικό (όπου παρασύρθηκαν προφανώς από τα νερά). Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα έχουν βρεθεί στην Αγορά, ενώ ένας αριθμός προέρχεται από την Ακρόπολη. Από αυτά 180 γράφουν το όνομα του Θεμιστοκλή και έχουν γραφεί από 14 συνολικά άτομα. Αυτά όμως δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Παλαιότερα πιστευόταν ότι αυτά τα όστρακα τα είχαν ετοιμάσει μέλη της παράταξης που ήταν αντίθετη στο Θεμιστοκλή. Στην πραγματικότητα, μάλλον υπάρχει μια πιο ταπεινή εξήγηση:
Οι εν λόγω 14 γραφείς ήταν μεροκαματιάρηδες που προσδοκούσαν ένα μικρό χρηματικό κέρδος από την πώληση των οστράκων στους αγράμματους ή σε αυτούς που δεν είχαν προμηθευτεί έγκαιρα όστρακα. Επειδή όμως ο Θεμιστοκλής τη χρονιά που έγινε η συγκεκριμένη παρτίδα (στα τέλη της δεκαετίας του 480 π.Χ.) «δεν είχε ζήτηση», τους ξέμειναν τα όστρακα, μαζί με λίγα άλλα που έγραφαν διαφορετικά ονόματα, και τα πέταξαν. Χάρη στα ευρήματα από τον Κεραμεικό και την Αγορά γνωρίζουμε πολλά για τον οστρακισμό: πολλές φορές τα όστρακα που αναφέρουν διαφορετικά ονόματα προέρχονται από το ίδιο αγγείο, κάτι που δείχνει ότι χρησιμοποιήθηκαν στην ίδια χρονιά.
Για παράδειγμα, όστρακα με το όνομα του Μεγακλή (εξορίστηκε το 487 – 486 π.Χ., ως μέλος του τυραννικού κόμματος) έχει βρεθεί ότι ανήκουν στο ίδιο αγγείο με όστρακα που αναφέρουν τον Αριστείδη Ξενοφίλου, τον Ιπποκράτη Αναξίλεω, το Θεμιστοκλή Νεοκλέους Φρεάρριο, τον Καλλικράτη Λαμπροκλέους (παντελώς άγνωστο κατά τα άλλα), τον Καλλία Κρατίου από την Αλωπεκή.
Στη δεκαετία του 480 π.Χ. εξορίστηκαν επίσης ο Ξάνθιππος Αρίφρονος, πατέρας του Περικλή (484 π.Χ. – την ίδια χρονιά ψηφίστηκε και ο Θεμιστοκλής), ο Αριστείδης Λυσιμάχου, γνωστός και ως Αριστείδης ο «δίκαιος») (482 π.Χ. – την ίδια χρονιά ψηφίστηκαν ο Ιπποκράτης Αλκμεωνίδης, ο Θεμιστοκλής και ο Καλλίξενος Αριστωνύμου), στη δεκαετία του 470 π.Χ. ο Θεμιστοκλής, το 471 π.Χ. ο Καλλίας Διδυμίου, μεταξύ 471 π.Χ. και 461 π.Χ. ο Κίμων Μιλτιάδου. Άλλο γνωστό όνομα είναι ο Λέαγρος Γλαύκωνος. Το 442 π.Χ. ψηφίστηκαν και ο Περικλής Ξανθίππου και ο Θουκυδίδης Μιλησίου.
Πολύ χιούμορ περιέχει η πληροφορία που διασώζει ύστερη πηγή, σύμφωνα με την οποία και ο ίδιος ο Κλεισθένης εξοστρακίστηκε. Προφανώς είναι λανθασμένη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε αρκετά όστρακα παρουσιάζονται και σχόλια εις βάρος των ψηφισθέντων: ύβρεις, κατηγορίες για Μηδισμό, για θηλυπρέπεια, για αιμομιξία, καθώς και εικονογράφηση με την οποία οι ευφάνταστοι Αθηναίοι πλαισίωναν την ψήφο τους. Ένας μάλιστα, σε στιγμή απόγνωσης προφανώς, ψήφισε εναντίον του λιμού. Η δικαστική δραστηριότητα που λάμβανε χώρα στην Αγορά αποτελεί και το σημαντικότερο παράγοντα της λειτουργίας της Αθηναϊκής δημοκρατίας.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της πόλης παρουσιάζονται ως δικομανείς, που δεν έχουν άλλο στο νου τους παρά το πότε θα παρακαθήσουν ως δικαστές σε κάποιο δικαστήριο, προκειμένου να κερδίσουν και ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο. Η πληθώρα των δικαστηρίων του Αθηναϊκού κράτους και το γεγονός ότι δεν υπήρχε οργανωμένο σώμα δικαστών, κατηγόρων ή συνηγόρων, αλλά ο κάθε πολίτης μπορούσε να βρεθεί σε κάποια από αυτές τις θέσεις, καθιστούν τη δικανική δραστηριότητα ένα εξαιρετικά κεντρικό στοιχείο του Αθηναϊκού κράτους.
Ιδιαίτερα κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν οι πολιτικές διαμάχες κρίνονται πλέον στις δικαστικές αίθουσες, χάρη στη νομοθεσία της γραφής παρανόμων αλλά και το νόμο περί ατιμίας. Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της δικαστικής ζωής της Αθήνας αναφέρεται από τον Πλούταρχο και αποδίδεται στη νομοθεσία του Σόλωνα: η κατώτατη τάξη, αυτή των θητών, που δεν ήταν εκλόγιμη ούτε κατείχε έγγειο περιουσία, διατηρούσε το δικαίωμα να συμμετέχει στη σύνθεση των δικαστηρίων. Ίσως ο όρος να παρέμενε κενό γράμμα έως ότου ο Περικλής, θεσπίζοντας μισθό για τους δικαστές, πρόσφερε έναν επιπλέον λόγο στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα να συμμετέχουν ενεργά στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας.


Τα δικαστήρια της Αθήνας ήταν πολυμελή: συνήθως τα σώματα των δικαστών απαρτίζονταν από 501, 1.001, 1.501, 2.001 δικαστές. Η Ηλιαία, το σημαντικότερο δικαστήριο της πόλης, λέγεται πως είχε δύναμη 6.000 δικαστών, δε συμμετείχαν όμως όλοι στην εκδίκαση όλων των υποθέσεων, παρά ορίζονταν οι εκάστοτε δικαστές με κλήρωση. Η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως μια πληθώρα αντικειμένων που σχετίζονται με την άσκηση της δικαιοσύνης: πινάκια δικαστών, κλεψύδρες, δηλ. υδραυλικά ρολόγια με τα οποία ελεγχόταν ο χρόνος των αγορεύσεων, καθώς και ένα κληρωτήριο του 3ου αιώνα π.Χ., το οποίο χρησιμοποιούνταν για την κατανομή των δικαστών στα δικαστήρια, αλλά και για την επιλογή των αρχόντων.
Αντίθετα, η ταύτιση των δικαστηρίων που αναφέρονται στις περισσότερες από 300 φιλολογικές αναφορές που υπάρχουν στην αρχαία γραμματεία, όπου εκφωνήθηκαν σημαντικοί λόγοι από ρήτορες όπως ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης, ο Λυσίας ή ο Ισαίος, είναι σχεδόν αδύνατη, λόγω των αρχιτεκτονικών ιδιαιτεροτήτων που περιμένουμε να παρουσιάζουν τα κτήρια αυτά. Προκειμένου να στεγάσουν το πλήθος των δικαστών, τα δικαστήρια έπρεπε να βρίσκονται μέσα σε υψηλούς περίβολους, κατασκευές σχετικά απλές, που ενδεχομένως να συμπληρώνονταν εσωτερικά από μια σειρά στοών που περιέβαλλαν μεγάλες αυλές.
Τέτοια κτίσματα έχουν ανασκαφεί στην Αγορά, όμως οι ταυτίσεις παραμένουν υποθετικές ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, έχουν αποδειχθεί λανθασμένες. Έτσι, για παράδειγμα, ο περίβολος που παλαιότερα ταυτιζόταν με την Ηλιαία σήμερα θεωρείται ότι στέγαζε το υπαίθριο ιερό του ήρωα Αιακού. Μια σειρά κτηρίων που αναμφίβολα είχαν δικαστικό χαρακτήρα έχουν ανασκαφεί στο χώρο όπου αργότερα χτίστηκε η Στοά του Αττάλου. Πρόκειται για τα Κτήρια Α, B, C, D, E και το Τετράγωνο Περιστύλιο. Από την περιοχή όπου ανασκάφηκαν τα κατάλοιπά τους προέρχονται και τα περισσότερα ευρήματα τα σχετιζόμενα με την απόδοση της δικαιοσύνης, για τα οποία έγινε ήδη λόγος.
ΛΑΤΡΕΙΕΣ
Στα ιερά της Αγοράς τελούνταν θυσίες από ιδιώτες και οργανώσεις. Λίγα ιερά βέβαια αποτελούσαν τόπο σημαντικών θρησκευτικών εορτών, καθώς το κύριο θρησκευτικό κέντρο της πόλης ήταν η Ακρόπολη και η ζώνη που εκτείνεται μπροστά στη νότια κλιτύ του ιερού βράχου. Λόγω όμως της κεντρικότητας της θέσης της Αγοράς στην Αθηναϊκή τοπογραφία, λόγω του συμβολισμού της ως καρδιάς της πόλης, αλλά και για πρακτικούς λόγους, η Αγορά ήταν επίσης θέατρο ποικίλων δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια εορτών των οποίων η κορύφωση λάμβανε χώρα αλλού. Οι σημαντικότερες τελετές που τελούνταν στην Αγορά της Αθήνας είναι οι εξής:
1. Εορτή προς τιμήν του Ηφαίστου και λαμπαδηδρομία
Τα Ηφαίστεια τελούνταν στο ιερό του Θεού. Η ημερομηνία της εορτής στο Αθηναϊκό ημερολόγιο είναι άγνωστη. Πιθανόν να λάμβανε χώρα κατά τον τελευταίο μήνα της άνοιξης, το Μουνιχιώνα (μέσα Απριλίου – μέσα Μαΐου). Κύρια πηγή γνώσης για την εορτή αποτελεί μια αποσπασματική επιγραφή του 422 π.Χ., που αφορά την αναδιοργάνωσή της. Οι σημαντικότερες εκδηλώσεις που σχετίζονται με την εορτή αυτή είναι οι διθυραμβικοί χοροί προς τιμήν του Θεού, η λαμπαδηδρομία και η πομπή προς το ιερό, που κορυφωνόταν με τη θυσία μεγάλου αριθμού αιγοειδών. Η θέση της συγκεκριμένης αγωνιστικής τελετής στην εορτή δικαιολογείται από το ρόλο του Ηφαίστου ως Θεότητας της φωτιάς.
2. Τελετές κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων
Η εορτή των Παναθηναίων τελούνταν κατά τη διάρκεια του Εκατομβαιώνα, πρώτου μήνα του Αθηναϊκού ημερολογίου, το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου – μέσα Αυγούστου). Η πομπή τελούνταν στις 28 του μήνα, ημέρα των γενεθλίων της Θεάς. Κάθε τέσσερα χρόνια όμως, ξεκινώντας από την αναδιοργάνωση της εορτής το 566 π.Χ. από τον επώνυμο άρχοντα Ιπποκλείδη, τελούνταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα τα Μεγάλα Παναθήναια, που περιλάμβαναν τότε θρησκευτικές τελετουργίες και αθλητικούς αγώνες.
Η εορτή των Μεγάλων Παναθηναίων αφορά ιδιαίτερα την Αγορά της Αθήνας, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα της πομπής διέτρεχε το εμπορικό και διοικητικό κέντρο της πόλης, μέσω της λεγόμενης Παναθηναϊκής Οδού. Επιπροσθέτως, μια σειρά αθλητικών και μουσικών αγώνων, καθώς και δευτερεύοντα επεισόδια κατά τη διάρκεια της πομπής αφορούν κτήρια και σημεία της Αγοράς. Ταυτόχρονα, πρόκειται με ασφάλεια για το πλέον μαρτυρημένο θρησκευτικό γεγονός που συνδέεται με την Αγορά, αλλά και την καλύτερα γνωστή εορτή του Αθηναϊκού κράτους. Στοιχεία για την εορτή είναι γνωστά από την Αρχαϊκή ως τη Ρωμαϊκή περίοδο.
Η εορτή αποκτά ιδιαίτερη λαμπρότητα κατά τη διάρκεια της αρχής των γιων του Πεισιστράτου, και ιδιαίτερα του Ιππάρχου (527 – 514 π.Χ.), και αργότερα την περίοδο του Περικλή, που ως αθλοθέτης το 442 π.Χ. έχτισε το Ωδείο. Την ίδια περίπου εποχή η παναθηναϊκή πομπή απεικονίστηκε στην ιωνική ζωφόρο του Παρθενώνα. Ιδιαίτερη λαμπρότητα όμως είχε η εορτή των Μεγάλων Παναθηναίων και κατά την Ελληνιστική περίοδο, με τη συμμετοχή ακόμη και βασιλέων από τα Ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής. Η διάρκεια της εορτής είναι άγνωστη. Με βάση τις τελετές και τους διάφορους αγώνες, πρέπει να υπολογίσει κανείς τουλάχιστον τρεις ημέρες.
Κατά πάσα πιθανότητα όμως χρειαζόταν μία ολόκληρη εβδομάδα για την ολοκλήρωση όλων των αγωνισμάτων. Σε πρόσφατη μελέτη υποστηρίχθηκε ότι η εορτή με τα μεθεόρτια πρέπει να κρατούσε 8 ημέρες, από τις 23 ως τις 30 του μήνα, διάστημα κατά το οποίο η εκκλησία του δήμου δε φαίνεται να συνεδριάζει. Το 2ο αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με το ρήτορα Αίλιο Αριστείδη, η διάρκεια της εορτής ήταν τετραήμερη. Μήνες πριν, η πόλη έστελνε σε όλες τις Ελληνικές πόλεις της Ελλάδας, της Ασίας και της Ιταλίας, ειδικούς αγγελιαφόρους, τους σπονδοφόρους, για να καλέσουν τους Έλληνες να συμμετάσχουν. Στην Ελληνιστική περίοδο, οι αγγελιαφόροι ταξίδευαν ως τον Περσικό κόλπο και τη Βόρεια Αφρική.
Η εορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, όπως και κάθε άλλη μεγάλη εορτή, περιλάμβανε την πομπή, που κατέληγε στο ιερό της θεάς και στη θυσία εκατοντάδων σφαγίων. Σημαντικό στοιχείο της πομπής όμως ήταν και η περιφορά του πέπλου ως την Ακρόπολη, όπου και έντυνε το ξόανο της Θεάς που φυλασσόταν στο Ερέχθειο. Το φόρεμα της Θεάς ήταν έτσι και αλλιώς ένα μοναδικό, εξαιρετικό αντικείμενο, που ύφαιναν οι εργαστίναι (εργάτριες), οι οποίες ανήκαν στις αριστοκρατικότερες οικογένειες της πόλης. Το υφάδι στηνόταν από τις ιέρειες και τις αρρηφόρους εννέα μήνες πριν, κατά τη διάρκεια της εορτής των Χαλκείων.


Ο μάλλινος πέπλος ήταν ιστορημένος, δηλαδή διακοσμημένος, με θέματα από τη γιγαντομαχία (μάχη Γιγάντων και Ολύμπιων Θεών για την εξουσία), και ιδιαίτερα τη μάχη της Αθηνάς με τον Εγκέλαδο. Είχε ζωηρά χρώματα (μπλε και κίτρινο αναφέρουν οι πηγές) και αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού. Κάθε τέσσερα χρόνια ανανεωνόταν. Με την κατασκευή του κολοσσιαίου αγάλματος της Θεάς, ο πέπλος απέκτησε τεράστιες διαστάσεις και πήρε θέση ιστίου ενός μεγάλου πλοίου τοποθετημένου σε ρόδες, με πλήρωμα ιερείς και ιέρειες με χρυσά και πολύχρωμα στεφάνια. Το άρμα – πλοίο συρόταν από το Δίπυλο ως το Ελευσίνιο.
Σε εκείνο το σημείο ο πέπλος κατέβαινε και μεταφερόταν στα χέρια ως το ιερό της Αθηνάς στην Ακρόπολη, ενώ το άρμα – πλοίο φυλασσόταν στον Άρειο Πάγο, όπου το είδε ο Παυσανίας καθ’ οδόν προς την Ακρόπολη. Η τελετή αυτή μαρτυρείται στον 4ο αιώνα π.Χ. και πιθανόν να μην αποτελούσε τμήμα των κλασικών Παναθηναίων. Στο κέντρο της ζωφόρου του Παρθενώνα, πάνω από την ανατολική είσοδο του ναού, απεικονίζεται ένα σύμπλεγμα πέντε μορφών: δύο μικρά κορίτσια προσεγγίζουν από τα αριστερά μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, που συνήθως ταυτίζεται με την ιέρεια της Αθηνάς. Κάθε κορίτσι έχει στο κεφάλι του ένα σκαμνί και πάνω του ένα μαξιλάρι.
Πλάτη με πλάτη με τη θεά, ένας γενειοφόρος άνδρας διπλώνει με τη συνεργασία ενός υπηρέτη το μεγάλου μεγέθους ύφασμα του πέπλου. Τα Μεγάλα Παναθήναια ήταν η καλύτερη ευκαιρία για την πόλη της Αθήνας να επιδείξει το μεγαλείο της. Ολόκληρο το σώμα των κατοίκων της, πολίτες, γυναίκες και μέτοικοι, όλων των ηλικιών, αλλά και αγήματα των συμμάχων πόλεων, συμμετείχαν στην πομπή, απολαμβάνοντας διακριτούς ρόλους. Την οργάνωση της εορτής αναλάμβαναν οι αθλοθέται, δέκα τον αριθμό. Η θητεία τους διαρκούσε 4 χρόνια, αλλά δεν είχαν καμία άλλη αρμοδιότητα. Επιλέγονταν με κλήρο, ένας από κάθε φυλή.
Ο ρόλος τους ήταν να οργανώσουν την πομπή, τους μουσικούς, γυμνικούς και ιππικούς αγώνες, να κανονίσουν τα σχετικά με την κατασκευή του πέπλου και των επάθλων και να τα προσφέρουν. Δειπνούσαν δημοσία δαπάνη στη Θόλο, αρχίζοντας τις τελικές προετοιμασίες από την 4η ημέρα του μήνα. Η πομπή κατευθυνόταν από τις εσχατιές της πόλης στο θρησκευτικό της κέντρο. Σημείο εκκίνησης, ήδη από την Αρχαϊκή περίοδο, ήταν η περιοχή του Κεραμεικού εκτός του τείχους της Αθήνας, ενώ κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. οι συμμετέχοντες στην πομπή συγκεντρώνονταν στο λεγόμενο Πομπείο, όπου φυλάσσονταν και τα ιδιαίτερα εμβλήματα και αντικείμενα που ήταν απαραίτητα για την εκπλήρωση των διαφόρων τελετουργιών προς τιμήν της Θεάς.
Η πομπή εισερχόταν στην Αγορά από τη βορειοδυτική γωνία και κατόπιν έστριβε προς τα Ν-ΝΑ, διασχίζοντας το φαρδύ δρόμο (10 – 20 μ.) που είναι γνωστός ως Παναθηναϊκή Οδός, ως την Ακρόπολη. Η Παναθηναϊκή Οδός πλακοστρώθηκε μόλις τη Ρωμαϊκή περίοδο. Επικεφαλής της πομπής τοποθετούνταν μαζί με τους ιερείς, οι κανηφόροι, κόρες από τις πλέον αριστοκρατικές οικογένειες, οι οποίες κουβαλούσαν στην κεφαλή το λεγόμενο κανούν, ένα καλάθι με προσφορές από σπόρους και κλαδιά. Πίσω τους περπατούσαν οι διφροφόροι, κρατώντας σκαμνιά και παρασόλια, πιθανότατα για να υπηρετούν τις κανηφόρους κατά τη διάρκεια της πομπής.
Οι κανηφόροι πρέπει να ήταν ιδιαίτερα φροντισμένες, με πλούσια ενδύματα και πολύτιμα κοσμήματα. Την εποχή του Λυκούργου το αθηναϊκό κράτος παρείχε χρυσά κοσμήματα σε 100 κανηφόρους. Στις πρώτες θέσεις της πομπής τοποθετούνταν τιμητικά και οι εργαστίνες. Επιγραφές αναφέρουν ότι μπορεί να εργάζονταν ως και 100 γυναίκες το χρόνο για την κατασκευή του πέπλου της Θεάς, αν και στη ζωφόρο του Παρθενώνα, η ομάδα αυτή αντιπροσωπεύεται από τέσσερις κόρες που βαδίζουν με άδεια χέρια. Πλάι τους συναντά κανείς κόρες που κρατούν αγγεία, καθώς και ένα λιβανιστήρι, εξαρτήματα απαραίτητα για τη θυσία.
Η ζωφόρος του Παρθενώνα τονίζει ιδιαίτερα την παρουσία των νέων έφιππων Αθηναίων και των γενειοφόρων πάνοπλων ανδρών πάνω σε τέθριππα άρματα. Κατά τη διάρκεια της πομπής, στο κέντρο της Αγοράς, έδιναν μια ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη παράσταση, κατεβαίνοντας από το άρμα που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η άσκηση ονομάζεται αποβατικός αγών και οι συμμετέχοντες αποβάτες. Εναλλακτικά έχει προταθεί η άποψη ότι οι αποβάτες απλώς συνδύαζαν τη μεταφορά με άρμα με τον ένοπλο δρόμο, δηλαδή σε κάποιο σημείο της διαδρομής (στο Ελευσίνιο) κατέβαιναν από το άρμα και συνέχιζαν να τρέχουν ως το σημείο τερματισμού πεζοί.
Σύμφωνα με φιλολογικές μαρτυρίες, το αγώνισμα αυτό τελούνταν ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα ιππικά αγωνίσματα στο χώρο της Αγοράς. Οι γραπτές πηγές σχετικά με την πομπή πάντως εστιάζουν περισσότερο σε πεζοφόρα τμήματα που παρελαύνουν παρά σε έφιππους και σε άρματα. Στην πομπή συμμετείχαν και οι γέροντες, οι λεγόμενοι θαλλοφόροι, οι οποίοι επιλέγονταν με κριτήριο την ομορφιά τους. Αυτοί πορεύονταν κρατώντας χλωρά κλαδιά, μάλλον από τις ελιές της Αθηνάς. Οι μη Αθηναίοι πολίτες, οι μέτοικοι, λάμβαναν μέρος και αυτοί. Οι νεότεροι, εφόσον δεν είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν ανάμεσα στα ένοπλα τμήματα της πορείας, μετέφεραν δίσκους με προσφορές, φορώντας πορφυρά ενδύματα.
Είναι οι λεγόμενοι σκαφηφόροι. Οι δίσκοι, από ασήμι ή χαλκό, ήταν περιουσία του κράτους. Περιείχαν γλυκίσματα και κυψέλες. Οι κόρες των μετοίκων μετέφεραν αγγεία για νερό, ενώ οι απελεύθεροι δούλοι και άλλοι βάρβαροι κρατούσαν κλαδιά βελανιδιάς. Όσο για τους συμμάχους και τους Αθηναίους αποίκους και κληρούχους, συμμετείχαν στην πομπή με αντιπροσωπεία η οποία πρόσφερε στη θεά έναν ταύρο και μια πανοπλία. Οι σύμμαχοι υποχρεώθηκαν από νόμο του 426 – 425 π.Χ. να συμμετέχουν. Στον 4ο αιώνα π.Χ., φαίνεται πως μόνο οι άποικοι των Αθηνών συμμετείχαν στην πομπή.
Η πομπή δεν ακολουθούσε μια ευθύγραμμη πορεία προς την Ακρόπολη, αλλά σταματούσε σε αρκετά σημεία της Αγοράς, σε ιερά και βωμούς, για την τέλεση χορών και προσφορών. Το γεγονός αυτό αναφέρεται από τον Ξενοφώντα, για τον ύστερο 5ο – πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ., αλλά δεν είναι επακριβώς γνωστά όλα τα σημεία που γίνονταν στάσεις. Η κατάληξη της πομπής στην Ακρόπολη ακολουθούνταν από θυσία στο βωμό μπροστά στον Παρθενώνα, τουλάχιστον από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Στα 425 π.Χ. περίπου, ο αριθμός των σφαγίων ήταν τεράστιος, αν σκεφθεί κανείς μόνο τις 400 αποικίες και τις συμμάχους πόλεις που συμμετείχαν υποχρεωτικά στην εορτή.


Η ίδια η πόλη ξόδευε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για τη θυσία μεγάλου αριθμού βοδιών και αγελάδων. Εξάλλου, έχει υποστηριχθεί βάσιμα η άποψη ότι το όνομα του μήνα προέρχεται από τα 100 σφάγια που προσφέρονταν στη θεά κατά τη διάρκειά του. Το κρέας τεμαχιζόταν και μοιραζόταν αρχικά στους αξιωματούχους και στα σημαντικότερα τμήματα της πομπής (κανηφόροι), ενώ το υπόλοιπο μαγειρευόταν και προσφερόταν στο λαό, όχι όμως στην Ακρόπολη, αλλά στον Κεραμεικό, όπου είχε αρχίσει η πομπή. Η φωτιά αναβόταν από το δαυλό του νικητή μιας αξιοπερίεργης λαμπαδηδρομίας. Ξεκινούσε από το βωμό του Έρωτα στην Ακαδημία, έξω από το Δίπυλο, και μάλλον τερμάτιζε στην αρχή της ανηφόρας της Ακρόπολης.
Η συνολική απόσταση ήταν περίπου 3 χλμ., γι’ αυτό και αποκαλείται από κάποιους συγγραφείς ο «μακρός δρόμος». Ο νικητής του αγωνίσματος έπαιρνε μια υδρία και 30 δρχ. Το έθιμο ανάγεται πιθανόν στην εποχή του Πεισιστράτου, που έχτισε το συγκεκριμένο βωμό. Οι αθλητικοί αγώνες διεξάγονταν αρχικά στο χώρο της Αγοράς, προτού μεταφερθούν, γύρω στο 330 π.Χ., στο στάδιο που έχτισε ο Λυκούργος στην περιοχή του Ιλισού. Στο βόρειο τμήμα της Αγοράς έχει ανακαλυφθεί η θεμελίωση ενός σημείου εκκίνησης, με θέσεις για 10 δρομείς, που έτρεχαν κατά μήκος της Παναθηναϊκής Οδού (που για αυτό το λόγο αποκαλούνταν επίσης και δρόμος).
Εκατέρωθεν της οδού έστηναν οι νικητές (φυλές ή άτομα) αναθήματα που μνημόνευαν τις νίκες τους στα Παναθήναια (ακόμη και αν τα αγωνίσματα λάμβαναν χώρα στο Στάδιο, το Ωδείο ή τον Ιππόδρομο, δηλαδή εκτός Αγοράς). Περιλάμβαναν τα εξής αγωνίσματα: το στάδιο (αγώνα δρόμου), το πένταθλο (δίσκος, ακόντιο, άλμα, δρόμος, πάλη), την πάλη, την πυγμαχία και το παγκράτιο. Υπήρχαν τρεις ηλικιακές κατηγορίες: αγόρια, αγένειοι νέοι, άνδρες. Επίσης, πιθανόν από τον 4ο αιώνα π.Χ. να υπήρχε και ο δρόμος των οπλιτών. Οι ιππικοί αγώνες αποτελούσαν ακόμη ένα σημαντικό αγωνιστικό στοιχείο της εορτής, στην οποία η παρουσία έφιππων νέων, όπως τουλάχιστον μαρτυρά η ζωφόρος των Παναθηναίων, ήταν ιδιαίτερα τονισμένη.
Χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που ήταν ανοικτοί σε όλους και όσους που προορίζονταν μόνο για τους Αθηναίους πολίτες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ο αγώνας αναβατών και οι αγώνες συνωρίδων και τεθρίππων, σε δύο υποκατηγορίες, για άλογα και πουλάρια. Τα αγωνίσματα που απευθύνονταν αποκλειστικά στους Αθηναίους, τα λεγόμενα πολεμιστήρια, περιλάμβαναν τον αποβατικό αγώνα, τον ακοντισμό αφ’ ίππου, κούρσα με στρατιωτική ενδυμασία σε άρμα και άλογο, και πομπή με συνωρίδα. Ένα ιδιαίτερο αγώνισμα ήταν μια ψεύτικη μάχη ιππικού, η «αντιππασία». Τα περισσότερα από αυτά τελούνταν στον ιππόδρομο της Αθήνας, που από τον 5ο αιώνα π.Χ. βρισκόταν κάπου στο Νέο Φάληρο.
Τα ομαδικά αθλήματα, στα οποία διαγωνίζονταν οι δέκα φυλές της Αττικής, είχαν επίσης ιδιαίτερη θέση στο αθλητικό πρόγραμμα των Μεγάλων Παναθηναίων. Κυριότερο ήταν το αγώνισμα του πυρριχίου, δηλ. του ένοπλου χορού που χόρεψε για πρώτη φορά η Αθηνά για να γιορτάσει τη νίκη των θεών επί των Τιτάνων. Και εδώ υπήρχαν οι τρεις ηλικιακές κατηγορίες που συναντάμε στα ατομικά αθλήματα. Το επόμενο άθλημα ήταν αυτό της ευανδρίας, ένα είδος καλλιστείων για αγόρια, μια αποκλειστικά Αθηναϊκή ιδιαιτερότητα. Κάθε φυλή συμμετείχε με μια ομάδα απαρτιζόμενη από τους πιο εντυπωσιακούς της νέους. Το ύψος και η σωματική δύναμη, καθώς και η ομορφιά, έπαιζαν σημαντικό ρόλο.
Η λεμβοδρομία τελούνταν μάλλον στον Πειραιά, και συγκεκριμένα από το κύριο λιμάνι ως το λιμάνι της Μουνιχίας. Η εορτή περιλάμβανε, από την εποχή του Ιππάρχου, ραψωδικούς αγώνες, με το διαγωνισμό των ραψωδών στην από στήθους απαγγελία ραψωδιών από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Ο κάθε ραψωδός έπρεπε να συνεχίσει από εκεί που σταματούσε ο προλαλήσας, έτσι ώστε κατά τη διάρκεια του αγώνα να ακουστεί ολόκληρο το έπος. Οι μουσικοί αγώνες ήταν επίσης ιδιαίτερα σημαντικοί. Από το 442 π.Χ. όμως, όταν ο Περικλής ίδρυσε το Ωδείο που είναι γνωστό με το όνομά του, στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, όλοι οι καλλιτεχνικοί αγώνες μεταφέρθηκαν εκεί.
Παλαιότερα όμως τελούνταν στην Αγορά, περίπου στο μέσο της μεγάλης πλατείας, σε ένα σημείο που αποκαλείται ορχήστρα. Έχουν βρεθεί οπές στις οποίες έμπαιναν οι πάσσαλοι που στήριζαν τις ξύλινες κερκίδες, τα λεγόμενα ικρία. Τραγικές παραστάσεις παρουσιάζονταν, υπό τη μορφή τετραλογιών, στο Θέατρο του Διονύσου. Για τα έπαθλα πολύτιμες πληροφορίες παρέχουν επιγραφές και οι λεγόμενοι Παναθηναϊκοί αμφορείς. Πρόκειται για τα έπαθλα των αγώνων, αμφορείς πήλινοι, διακοσμημένοι με τη μελανόμορφη τεχνική, γεμάτοι λάδι από τις ιερές ελιές της Αττικής στον Ελαιώνα, οι οποίες σύμφωνα με την παράδοση προέρχονταν από την πρώτη ελιά που φύτεψε η ίδια η Αθηνά στην Αττική.
Μόνο οι μουσικοί λάμβαναν διαφορετικό έπαθλο. Οι κιθαρωδοί έπαιρναν χρυσοποίκιλτα στεφάνια αγριελιάς και χρηματικά έπαθλα. Αναλόγως με τη θέση κατάταξης στο διαγωνισμό, ποίκιλλαν η αξία του στεφανιού και το ύψος του χρηματικού ποσού. Οι αυλωδοί έπαιρναν κάπως χαμηλότερης αξίας έπαθλα και χρηματικά ποσά, ενώ στους μονωδούς άρπας και αυλού δίνονταν μόνο στεφάνια. Οι δύο πρώτοι νικητές των αθλητικών αγώνων λάμβαναν έπαθλα που κυμαίνονταν από 60 ως 5 αμφορείς. Στα ιππικά αγωνίσματα τα έπαθλα ήταν μεγαλύτερα. Στα ομαδικά αγωνίσματα έπαθλο έπαιρνε μόνο η νικήτρια ομάδα.
Στον πυρρίχιο και στο διαγωνισμό της ευανδρίας η νικήτρια ομάδα έπαιρνε ένα βόδι και 100 δρχ. Την εποχή του Αριστοτέλη, οι διαγωνιζόμενοι της νικήτριας ομάδας στην ευανδρία λάμβαναν και μία ασπίδα. Σύμφωνα με μια πρόσφατη θεωρία, το πρόγραμμα της εορτής ήταν το εξής:
1η ημέρα: Μουσικοί και ραψωδικοί αγώνες
2η ημέρα: Αθλητικοί αγώνες αγοριών και αγένειων νέων
3η ημέρα: Αθλητικοί αγώνες ανδρών
4η ημέρα: Ιππικά αγωνίσματα
5η ημέρα: Ομαδικά αγωνίσματα ανά φυλή
6η ημέρα: Λαμπαδηδρομία και παννυχίδα (ολονυκτία). Πομπή και θυσία
7η ημέρα: Αγώνας αποβατών και λεμβοδρομία
8η ημέρα: Βραβεία, εορτασμοί


Δεν υπήρχαν θεωρεία ή κερκίδες, πλην ενός περιορισμένου τμήματος στη θέση όπου τον 4ο αιώνα π.Χ. ανεγέρθηκε ο Ναός του Πατρώου Απόλλωνος. Στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., ο φιλομακεδόνας πολιτικός Δημήτριος, απόγονος του Δημητρίου Φαληρέως, ανέγειρε ένα βάθρο ψηλότερο από τη Στοά των Ερμών, προκειμένου να μπορέσει η Κορίνθια εταίρα που ήταν ερωμένη του να παρακολουθήσει την πομπή των Παναθηναίων, γεγονός που προκάλεσε αγανάκτηση.
3. Συνάθροιση των υποψήφιων μυστών των Ελευσινίων Μυστηρίων
Τα Μεγάλα Μυστήρια της Ελευσίνας ήταν μία από τις μεγαλύτερες εορτές του Αθηναϊκού κράτους. Τελούνταν στα μέσα του μήνα Βοηδρομιώνα, στο τέλος του καλοκαιριού. Την εορτή σηματοδοτούσε μια κεντρόφυγος πομπή, αφού ένωνε το άστυ με την εσχατιά της επικράτειας της πόλης, δηλ. το δήμο της Ελευσίνας. Στο χώρο πάνω από την Αγορά, πιθανόν ήδη από τον ύστερο 6ο αιώνα π.Χ., είχε δημιουργηθεί ένα ιερό το οποίο ήταν αφιερωμένο στις δύο Θεές της Ελευσίνας, τη Δήμητρα και την Κόρη, το Ελευσίνιο της πόλης. Εκεί μεταφέρονταν από το ιερό της Ελευσίνας ιερά αντικείμενα, προκειμένου κατά τη διάρκεια της μεγάλης πομπής να επανατοποθετηθούν στην αρχική τους θέση.
Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και εξής, οι έφηβοι της πόλης πήγαιναν στις 13 στην Ελευσίνα, διανυκτέρευαν σε ένα προάστιο της Αθήνας και επέστρεφαν στις 14, συνοδεύοντας τις ιέρειες με τα «ιερά πράγματα» μέσα σε στρογγυλά κουτιά, που ονομάζονταν κίσται, δεμένα με κόκκινες κορδέλες. Καταλήγοντας στο Ελευσίνιο, ο αξιωματούχος με τον τίτλο «φαιδυντής (καθαριστής) των δύο θεών» ανέβαινε στην Ακρόπολη προκειμένου να αναγγείλει στην ιέρεια της Αθηνάς ότι τα «ιερά πράγματα» είχαν φθάσει με ασφάλεια στην πόλη. Πιθανόν να διέτρεχαν την Αγορά της Αθήνας σε πομπή, κάτι τέτοιο όμως δεν αναφέρεται από τις πηγές μας.
Η εορτή των Μεγάλων Μυστηρίων ξεκινούσε την επομένη, στις 15 του Βοηδρομιώνος, με την τελετή που είναι γνωστή ως αγυρμός (συγκέντρωση). Ο άρχων βασιλέας, ο ανώτερος θρησκευτικός άρχοντας της Αθήνας, που είχε το γενικό πρόσταγμα της εορτής των Ελευσινίων Μυστηρίων, καλούσε το δήμο σε εορταστική συνάθροιση στην Ποικίλη Στοά, όπου παρουσία των σημαντικότερων αξιωματούχων του Ελευσινίου ιερού, του δαδούχου και του ιεροφάντη, γινόταν η επίσημη τελετή προκήρυξης της εορτής των Μυστηρίων.
Όσοι επιθυμούσαν να μυηθούν συγκεντρώνονταν εκεί και ακολουθούσε η «πρόρρησις», μια διαδικασία που αποτελούσε, μετά την Κλασική περίοδο, καθήκον ενός ειδικού αξιωματούχου, του ιεροκήρυκα, ο οποίος προερχόταν από το ιερό γένος των κηρύκων. Με την πρόρρηση, που είχε συνταχθεί από τους δύο ανώτατους αξιωματούχους του Ελευσινίου ιερού, καλούνταν οι υποψήφιοι για μύηση να παρουσιαστούν. Το περιεχόμενο της πρόρρησης δεν είναι ακριβώς γνωστό. Απαγόρευε τη συμμετοχή σε όσους δεν είχαν καθαρά χέρια, δηλαδή είχαν χύσει ανθρώπινο αίμα ή ήταν υπαίτιοι ιεροσυλίας. Συμμετείχαν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, ελεύθεροι και δούλοι, αλλά αποκλείονταν οι βάρβαροι.
Οι συμμετέχοντες έπρεπε εξάλλου να γνωρίζουν Ελληνικά, ώστε να καταλαβαίνουν τους ιερούς λόγους που θα επαναλάμβαναν κατά τη διάρκεια της μύησης. Στους ύστερους χρόνους πάντως γίνονταν δεκτοί όλοι οι Ρωμαίοι πολίτες. Επίσης, οι υποψήφιοι μύστες έπρεπε να μην έχουν το κακό στην ψυχή τους και να έχουν ζήσει σύμφωνα με την ανθρώπινη και τη Θεϊκή δικαιοσύνη. Όσοι δεν ικανοποιούσαν αυτούς τους όρους καλούνταν να απόσχουν από τη μύηση. Ασφαλώς περισσότερο ο φόβος της ιεροσυλίας παρά η έρευνα των αρχών ήταν συνθήκη ικανή για να αποκλείσει τους ανεπιθύμητους. Αναφέρεται ότι και κάποιοι επώνυμοι, όπως ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, αποκλείστηκαν από τη διαδικασία.
Είναι πιθανό στο σημείο εκείνο να γινόταν κάποιου είδους καταγραφή των υποψηφίων, οι οποίοι έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν προηγουμένως μυηθεί στα Μικρά Μυστήρια, που τελούνταν στο ιερό εν Άγραις, στις όχθες του Ιλισού. Τους ζητούσαν επίσης να καταβάλουν την εισφορά τους για τη μύηση, που στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. έφθανε στο ποσό των 15 Αττικών δραχμών, κάτι που αντιστοιχεί με 15 μεροκάματα ανειδίκευτου εργάτη. Οι υποψήφιοι έπρεπε επίσης να πληρώνουν ένα ποσό ημερησίως, κατά τη διάρκεια της εορτής, σε όλους τους εμπλεκόμενους αξιωματούχους και στους μυσταγωγούς, τους προσωπικούς ξεναγούς του κάθε μύστη, που τον συνόδευαν στις τελετές και προέρχονταν από τα δύο ιερά γένη, στους κήρυκες και στους ευμολπίδες.
Οι μυσταγωγοί ήταν προφανώς επιφορτισμένοι με το καθήκον να καθοδηγήσουν τους υποψήφιους μύστες στις θυσίες και τις τελετουργικές πράξεις που έπρεπε να κάνουν για να προετοιμαστούν για τη μύηση. Το ποσό που συγκεντρωνόταν ήταν ιδιαίτερα υψηλό: μια επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ. αναφέρει ότι έπρεπε να παραδοθεί στην ιέρεια των δύο θεών ποσό άνω των 15.000 δρχ., προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της εορτής. Το υπόλοιπο ποσό που συγκέντρωναν οι αξιωματούχοι προφανώς το μοιράζονταν μεταξύ τους. Μπορούμε να φανταστούμε ότι οι υποψήφιοι για μύηση ήταν τουλάχιστον 1.000 άτομα τη φορά.
Στη συνέχεια επιτρεπόταν στους υποψήφιους να εισέλθουν στο Ελευσίνιο και να δουν τα «ιερά πράγματα», αφού προηγουμένως έπλεναν τα χέρια τους με καθαγιασμένο νερό σε ένα λουτήριο έξω από το ιερό. Την επόμενη ημέρα, οι μύστες οργάνωναν μια πομπή που κατευθυνόταν στη θάλασσα του Φαλήρου, προκειμένου να καθαρθούν με θαλασσινό νερό και να καταναλώσουν κρέας χοίρου που ήταν το ιερό ζώο της Δήμητρας. Οι υπόλοιπες τελετές της εορτής δεν αφορούσαν το χώρο της Αγοράς.
Η χρήση της Αγοράς και της Ποικίλης Στοάς κατά τη διάρκεια του αγυρμού δείχνει να έχει πρακτική παρά θρησκευτική σημασία, καθώς ήταν το πιο πρόσφορο σημείο για τη συγκέντρωση ενός τόσο μεγάλου πλήθους, βρισκόταν κοντά στην έδρα του άρχοντα βασιλέα, τη Βασίλειο Στοά, και ήταν σχετικά εύκολα προσβάσιμη από το Ελευσίνιο της πόλης, που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την Αγορά.


4. Εορτή του Διός Σωτήρος
Η εορτή αυτή ήταν η τελευταία του Αττικού έτους και λάμβανε χώρα την τελευταία μέρα του Σκιροφοριώνα. Περιλάμβανε θυσία στο άγαλμα του Δία, ενδεχομένως στην Αγορά, μπροστά από τη Στοά του Δία. Σε αυτή τη θυσία έπαιρναν μέρος όλοι οι αξιωματούχοι της πόλης, με επικεφαλής τον άρχοντα βασιλέα. Συνακόλουθα, κάθε διοικητική δραστηριότητα, καθώς επίσης και η λειτουργία των δικαστηρίων, έπαυαν την ημέρα εκείνη. Δεν είναι γνωστό όμως αν στην εορτή συμμετείχε και ο λαός της Αθήνας ή αν αφορούσε μόνο τους αξιωματούχους που έπρεπε να παραλάβουν ή να παραδώσουν την αρχή (συμπεριλαμβανομένων των 500 βουλευτών).
Ήταν κατ’ ουσίαν η εναρκτήρια τελετή του νέου έτους, έκφραση ευγνωμοσύνης της πόλης προς το Δία για την προστασία του κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους και έκφραση της προσδοκίας για τη συνέχιση της ευημερίας της πόλης κατά το επόμενο έτος. Η πρωιμότερη αναφορά στην ιεροτελεστία αυτή βρίσκεται σε ένα λόγο του Λυσία που χρονολογείται στο 382 π.Χ.
5. Αγώνας οινοποσίας και ιερός γάμος κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων
Τα Ανθεστήρια εορτάζονταν κατά τη διάρκεια του μήνα Ανθεστηριώνα, από τις 11 ως τις 13, διάστημα που αντιστοιχεί περίπου με το τέλος του Φλεβάρη. Η εορτή περιλάμβανε διάφορες δραστηριότητες σε αρκετά σημεία της πόλης, το επίκεντρο όμως των εορτασμών ήταν το ιερό του Διονύσου εν Λίμναις, στην περιοχή της όχθης του Ιλισού. Η εορτή αποτελούσε συνδυασμό οικιακών και δημόσιων δραστηριοτήτων. Στις δεύτερες αξίζει να αναφέρει κανείς τις δύο τελετές που γεωγραφικά σχετίζονταν με την Αγορά της Αθήνας.
Η πρώτη, με την ονομασία Χόες, λάμβανε μέρος τη δεύτερη ημέρα της εορτής στο Θεσμοθετείον, δηλ. την έδρα των αξιωματούχων που ήταν γνωστοί ως θεσμοθέται, το οποίο πρόσφατα ο Camp ταύτισε με τη Στοά του Διός Ελευθερίου. Επρόκειτο για έναν αγώνα οινοποσίας, οι συμμετέχοντες, υπό την αιγίδα του άρχοντα βασιλέα, έπρεπε να πιουν απνευστί το περιεχόμενο ενός χου άκρατου οίνου (περίπου 3,2 λίτρα), καθισμένοι μόνοι σε ένα τραπέζι. Ο νικητής λάμβανε ως έπαθλο έναν ασκό κρασί (όπως ο Δικαιόπολις στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη). Η τελετή πραγματοποιούνταν σε κλειστό χώρο. Αντίθετα, ο ιερός γάμος, ήταν ένας συνδυασμός τελετών σε ανοικτό και κλειστό χώρο.
Ο ιερός γάμος ήταν η μυστική ένωση του Θεού Διονύσου με τη Βασιλίννα, τη σύζυγο του άρχοντα βασιλέα. Λάμβανε χώρα στο Βουκόλειον, ένα κτήριο που δεν έχει ταυτιστεί με ακρίβεια αλλά βρισκόταν κοντά στην Αγορά. Η τελετή όμως περιλάμβανε και την πομπή η οποία συνόδευε τη Βασιλίννα ως νύφη του Θεού στο Βουκόλειον, από το ιερό του Διονύσου. Η πομπή ενδεχομένως να διέσχιζε την Αγορά.
ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ
Ο χώρος της Αγοράς, εκτός από θρησκευτικό, διοικητικό και πολιτικό κέντρο, παρέμενε πρώτα από όλα σημείο συνάθροισης των πολιτών για εμπορικούς, επαγγελματικούς και ψυχαγωγικούς λόγους. Είναι πάντως εξαιρετικά δύσκολο να ανασυστήσει κανείς την πολυάσχολη ατμόσφαιρα που θα επικρατούσε στο χώρο της Αγοράς από τα χαράματα, όταν συνέρρεαν οι χωρικοί με τα ζώα και τα λαχανικά τους, για να εγκατασταθούν σε πρόχειρους πάγκους στον υπαίθριο χώρο, και αργότερα, κατά την Ελληνιστική περίοδο, στα καταστήματα που φιλοξενούσαν στο πίσω μέρος τους οι μεγάλες Στοές. Μια εικόνα από την ποικιλία των εδεσμάτων και των προϊόντων που προσφέρονταν μας παρέχουν οι κωμικοί ποιητές.
Οι οποίοι είχαν διαρκώς στο στόχαστρο όσους ασχολούνταν με το εμπόριο. Μάλιστα, όταν η πόλη αναγκάστηκε να φιλοξενήσει στο εσωτερικό της χιλιάδες πρόσφυγες από την Αττική, που διέφευγαν από τους Λακεδαιμονίους (431 π.Χ.), η φτώχεια ανάγκασε πολλές γυναίκες να στραφούν και αυτές στο εμπόριο, πουλώντας λαχανικά, βότανα, ψωμί ή εργόχειρα. Απαραίτητοι για την τέλεση των εμπορικών δραστηριοτήτων ήταν οι αργυραμοιβοί, οι οποίοι καθισμένοι σε μικρά τραπέζια και εφοδιασμένοι με ζυγαριές και με την πείρα τους επιβεβαίωναν ότι τα νομίσματα που κυκλοφορούσαν στο χώρο της Αγοράς δεν ήταν κίβδηλα και αστραπιαία μετέτρεπαν την αξία τους σε αντιστοιχία με το νόμισμα των Αθηνών.
Η Αθήνα υπερηφανεύεται για την ανακάλυψη της εμπορικής πίστης και για την εγκαθίδρυση του πρώτου δικτύου τραπεζιτών, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Αρχικά οι τραπεζίτες ήταν δούλοι ή απελεύθεροι, γρήγορα όμως, χάρη στις κολοσσιαίες περιουσίες που συγκέντρωσαν, ανέβηκαν την κλίμακα των κοινωνικών τάξεων. Σε παρακείμενα κτήρια το Αθηναϊκό κράτος φρόντιζε να φυλάττει τα απαραίτητα εργαλεία για την άσκηση του συγκεντρωτικού ελέγχου επί των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων που συνηθιζόταν να λαμβάνουν χώρα στην Αγορά. Τα επίσημα μέτρα και σταθμά που ήταν σε ισχύ στην πόλη καθορίζονταν με ακρίβεια από το κράτος και απαγορευόταν αυστηρά κάθε παρέκκλιση από αυτά.
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών έχουν βρεθεί πάμπολλα χάλκινα και πήλινα αντικείμενα, που συνήθως επιγράφονται με τα αρχικά γράμματα της λέξης ΔΕΜΟΣΙΟΣ και αποτελούν μονάδες μέτρησης χωρητικότητας. Οι αξιωματούχοι οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη των επίσημων μέτρων και σταθμών ήταν οι μετρονόμοι. Εκλέγονταν δέκα άτομα κάθε έτος με κλήρωση, 5 για το άστυ και 5 για τον Πειραιά. Τα επίσημα μέτρα και σταθμά κατασκευάζονταν από ένα δημόσιο δούλο και αντίγραφά τους φυλάσσονταν τόσο στο άστυ όσο και στον Πειραιά.
Εκατοντάδες χάλκινα νομίσματα έχουν βρεθεί στη λεγόμενη Νότια Στοά Ι, ένα ταπεινό σχετικά κτήριο του 5ου αιώνα π.Χ., που διατηρήθηκε ως τα μέσα της Ελληνιστικής περιόδου και πιστεύεται ότι στέγαζε από τον 4ο αιώνα π.Χ. τους διαβόητους αργυραμοιβούς και τραπεζίτες. Τουλάχιστον από το 222 – 221 π.Χ. πρέπει να στέγαζε το σώμα των μετρονόμων, όπως φανερώνει το γεγονός ότι εκεί ανακαλύφθηκε η επιγραφή που αναφέρει τα διαδικαστικά της παράδοσης των μέτρων και των σταθμών από τους απερχόμενους μετρονόμους σε αυτούς που αναλάμβαναν στη θέση τους. Οι ανασκαφές στο χώρο της Αγοράς έχουν καταδείξει το τεράστιο φάσμα εμπορικών συναλλαγών που διατηρούσε η πόλη της Αθήνας.
Μετά το 460 π.Χ., όταν η μεγάλη εμπορική δύναμη μετατράπηκε σε πρωτεύουσα μιας Αυτοκρατορίας, έμποροι από όλο τον αρχαίο κόσμο συνέρρεαν στο λιμάνι της, τον Πειραιά, και από εκεί μετέφεραν τα εμπορεύματά τους στην Αγορά. Εκτός από τις κατεξοχήν εμπορικές ανταλλακτικές δραστηριότητες, η Αγορά ήταν και χώρος παροχής υπηρεσιών: εκεί έδρευαν τσαγκάρηδες, όπως ο περίφημος Σίμων, ο φίλος του Σωκράτη, του οποίου η οικία έχει ανασκαφεί στη νοτιοανατολική γωνία της Αγοράς, και κάθε λογής επαγγελματίες (κουρείς, αρωματοπώλες κτλ.). Τα καταστήματα και τα εργαστήριά τους αποτελούσαν τόπο συνάθροισης και ανταλλαγής νέων μεταξύ συνδημοτών, ατόμων από την ίδια φυλή, ή και χώρους συγκέντρωσης των φρατριών.


Αναπόφευκτα, η Αγορά ήταν και ο χώρος όπου έβρισκε κανείς κακόφημα στέκια, πορνεία και καπηλειά. Ιδιαίτερη παράμετρος στην Αγορά της Αθήνας, ήδη από την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου (900 π.Χ.), ήταν η μεγάλη συγκέντρωση εργαστηρίων κεραμικής, χαλκουργών και μαρμαρογλυπτών. Τα απορρίμματα των εργαστηρίων αυτών έχουν ανασκαφεί, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για τις εγκαταστάσεις τους (κλίβανοι, αποθηκευτικοί χώροι, ενταφιασμός απορριμμάτων), αλλά και για τη μακροζωία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων στο χώρο της Αγοράς. Πράγματι, έπειτα από κάθε μεγάλη καταστροφή, τα δημόσια κτήρια που έπεφταν σε αχρηστία καταλαμβάνονταν αμέσως από βιοτεχνικές δραστηριότητες.
Η Ρωμαϊκή περίοδος έφερε τέλος στην πυρετώδη εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα στην Αγορά. Κατά τα Ρωμαϊκά πρότυπα, οι δραστηριότητες αυτές μεταφέρθηκαν στην παρακείμενη Ρωμαϊκή Αγορά, ενώ η κολοσσιαία οικοδομική δραστηριότητα των αρχών του 1ου αιώνα μ.Χ. και των μέσων του 2ου αιώνα μ.Χ., κάλυψε εξολοκλήρου τον ανοικτό χώρο στο κέντρο της Αγοράς, διαφοροποιώντας δραστικά το τοπίο του κέντρου της πόλης. Συμβολικά, οι Αρχές της πόλης συνέχισαν να ασκούν τις λειτουργίες τους στα κτήρια που είχαν οριστεί για το σκοπό αυτό αιώνες πριν, οι αποφάσεις τους όμως πλέον δεν αφορούσαν την τύχη του κόσμου, αλλά μιας μικρής επαρχιακής πόλης στο πλαίσιο της γιγάντιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ
Κατά τη διάρκεια της εκπόνησης του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου της πόλης από τον Κλεάνθη και τον Σάουμπερτ, είχαν προβλεφθεί η απαλλοτρίωση όλου του χώρου βόρεια της Ακρόπολης και η συστηματική ανασκαφή του. Κάποιες εργασίες ξεκίνησαν το 1851, από την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία παρέμεινε ενεργή στο χώρο με σποραδικές έρευνες ως το 1912. Κατά την πρώτη χρονιά των εργασιών αποκαλύφθηκε το Υστερορωμαϊκό τείχος, ενώ από το 1858 ως και το 1912 Έλληνες αρχαιολόγοι διενέργησαν εργασίες στο χώρο του Υστερορωμαϊκού ανακτόρου της «Στοάς των Γιγάντων». Το διάστημα μεταξύ 1859 – 1862 ανασκάφηκε η Στοά του Αττάλου. Οι εργασίες συνεχίστηκαν και το 1898 – 1902.
Πολλές αρχαιότητες βρέθηκαν κατά τη διάνοιξη των γραμμών του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου Αθηνών – Πειραιώς το 1890 – 1891, από τα σημαντικότερα κτίσματα που αποκαλύφθηκαν μερικώς ή συνολικώς την περίοδο εκείνη είναι ο Βωμός των Δώδεκα Θεών. Μεσολάβησαν έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου τα έτη 1891 – 1898, με πλούσια αποτελέσματα, καθώς αποκαλύφθηκε μια σειρά μνημείων στη δυτική πλευρά της Αγοράς (Ναός του Απόλλωνος Πατρώου, Ναός Διός Φρατρίου και Αθηνάς Φρατρίας, Μητρώο, Παλαιό Βουλευτήριο). Ερευνήθηκε μερικώς και το εσωτερικό του ναού του Ηφαίστου, το λεγόμενο Θησείο.
Το Ελληνικό κράτος, προ του κινδύνου να κατακλυστεί η περιοχή από πρόσφυγες μετά το 1922, επιχείρησε εκ νέου την απαλλοτρίωση του χώρου και τη διενέργεια ερευνών, αλλά κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό ελλείψει πόρων. Το 1925 στράφηκε προς τις ξένες Αρχαιολογικές Σχολές που έδρευαν στην Αθήνα, ζητώντας τους να αναλάβουν το τιτάνιο έργο της ανασκαφής του χώρου της κλασικής Αγοράς. Ανταποκρίθηκε η Αμερικανική Σχολή των Κλασικών Σπουδών της Αθήνας, η οποία διενεργεί συστηματικές ανασκαφές στο χώρο από το 1931 ως σήμερα. Για να αποκαλυφθεί όλος ο χώρος, χρειάστηκε να κατεδαφιστούν γύρω στα 400 νεότερα κτίσματα σε μια έκταση περίπου 120.000 τ.μ.
Η περίοδος μεταξύ του 1931 και του 1940 σηματοδοτεί μια επανάσταση στην κλασική αρχαιολογία, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί κλασικοί αρχαιολόγοι αντιμετώπιζαν την έρευνα. Οι εργασίες τερματίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, για να επανέλθουν το 1947. Κοντά στην ανασκαφική δραστηριότητα, η οποία από το 1980 περιλαμβάνει και το σημείο απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο της Αγοράς (οι έρευνες στο σημείο εκείνο, όπου ανακαλύφθηκαν μεταξύ άλλων ο Βωμός της Αφροδίτης Ουρανίας και η Ποικίλη Στοά, συνεχίζονται ως σήμερα).
Σημαντικές είναι και οι αναστηλωτικές εργασίες που έλαβαν χώρα στην Αγορά, με κυριότερα επιτεύγματα την αναστήλωση του βυζαντινού ναού των Αγίων Αποστόλων και την ανοικοδόμηση (με σύγχρονο, ως επί το πλείστον, υλικό) της Στοάς του Αττάλου, το 1957. Ορισμένα από τα μνημεία της Αγοράς δεν καλύφθηκαν ποτέ εντελώς και διερευνήθηκαν ήδη τον 19ο αιώνα από την «Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία»: η Στοά του Αττάλου (1859 – 1862, 1874 και 1898 – 1902), οι Γίγαντες και οι Τρίτωνες του Ωδείου (1859, 1874 και 1912) και η δυτική πλευρά (1907 – 1908).
Η τάφρος που διανοίχθηκε το 1890 – 1891 για την επέκταση του Ηλεκτρικού Σιδηρόδρομου Αθήνας – Πειραιά αποκάλυψε και άλλα λείψανα κτιρίων και γλυπτών. Οι Αμερικανικές ανασκαφές ξεκίνησαν στις 25 Μαΐου 1931 και έκτοτε συνεχίζονται σε ετήσιες ανασκαφικές περιόδους -που διακόπηκαν μόνο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα έτη 1953 – 1956 αναστηλώθηκε η Στοά του Αττάλου, για να χρησιμοποιηθεί ως μουσείο του αρχαιολογικού χώρου, και την περίοδο 1954 – 1956 αναστηλώθηκε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Την ίδια περίοδο υλοποιήθηκε και ένα πρόγραμμα διαμόρφωσης του χώρου σε αρχαιολογικό πάρκο.
Η χρηματοδότηση προήλθε κυρίως από ιδιωτικές πηγές: John D. Rockefeller Jr. (πρώτες ανασκαφές, Στοά του Αττάλου), Samuel H. Kress Foundation (εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, δημοσιεύσεις), Ford Foundation και Rockefeller Brothers Fund (ανασκαφές, 1969 – 1974), David and Lucile Packard Foundation (ανασκαφές, 1979 – 1998). Οι πιο πρόσφατες ανασκαφές καθώς και η ψηφιακή καταγραφή των αρχείων των ανασκαφών (1998 και εξής) υποστηρίζονται οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από το Packard Humanities Institute.
Οι Πρώτες Ανασκαφικές Εργασίες
Πρώτη σημαντική ανακάλυψη ήταν, πληροφορούμαστε, η κλίμακα και ο μεγάλος ορθοστάτης του βωμού του Αγοραίου Διός τον Ιούλιο του ’31. Ακολούθησαν τα θεμέλια του Μητρώου και ο ακέφαλος αδριάντας του Αυτοκράτορα Αδριανού, που βρέθηκε πεσμένος μπρούμυτα στον Μεγάλο Αγωγό. Οι εργάτες της ανασκαφής, που αρχικά αμείβονταν με μεροκάματο 60 δρχ., χρησιμοποιούσαν τεχνικές παρόμοιες με αυτές των αρχαίων προγόνων: ξύλινες παλέτες, σχοινιά και συντονισμένη, ομαδική εργασία. Οι αρχαιότητες που εντοπίζονταν αποθηκεύονταν αρχικά σε ένα συγκρότημα οικιών στην οδό Αστεροσκοπείου.


Το 1939 είχε ήδη δρομολογηθεί η ανέγερση μουσείου, που όμως διέκοψε ο πόλεμος, μαζί με όλες τις ανασκαφικές εργασίες. Αυτές ουσιαστικά επανεκκινούν αρχές της δεκαετίας του ’50, οπότε κατατίθενται εκ νέου σχέδια για ένα μουσείο, είτε δυτικά του Αρείου Πάγου είτε στο πάρκο του Θησείου. Αυτό, εν τέλει, θα στεγαστεί στη Στοά του Αττάλου, οι εργασίες αναστήλωσης της οποίας ολοκληρώνονται τον χειμώνα του ’56, ξαναζωντανεύοντας το επιβλητικότερο οικοδόμημα της Αρχαίας Αγοράς. Διευθυντής ανασκαφών την εποχή εκείνη είναι ο Homer A. Thompson και αρχιτέκτονας ο Ιωάννης Τραυλός.
Φτιαγμένη κατά βάση από πωρόλιθο και πεντελικό μάρμαρο, η Στοά του Αττάλου στο ανατολικό όριο της Αρχαίας Αγοράς ανοικοδομήθηκε γύρω στο 150 μ.Χ. από τον ηγεμόνα της Περγάμου Άτταλο Β’, όπως υποδηλώνει επιγραφή της εξωτερικής κιονοστοιχίας. Ήταν ένα αληθινά βασιλικό δώρο στην πόλη όπου σπούδασε δίπλα στον φιλόσοφο Καρνεάδη. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε μήκος (120 μ.) σκεπαστό αρχαίο κτίριο στον ελλαδικό χώρο, που στις δόξες του «δεν διέφερε, ουσιαστικά, από ένα σύγχρονο shopping mall», όπως παρατηρεί ο John Camp, εφόσον στέγαζε 42 συνολικά καταστήματα στους δύο ορόφους του, τα οποία κατέβαλλαν στον δήμο το ανάλογο ενοίκιο, ενώ λειτουργούσε παράλληλα ως χώρος συναντήσεων και περιπάτου.
Πενήντα αρχιμάστορες, είκοσι ξυλουργοί, πέντε σιδεράδες και αρκετές δεκάδες εργατών συνέδραμαν στην αποπεράτωσή της, χρησιμοποιώντας όσο περισσότερα αυθεντικά αρχιτεκτονικά τμήματα ήταν δυνατόν. Χρειάστηκε, επίσης, να ενισχυθούν τα αρχαία θεμέλια με μια υπερκατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και να στεγανοποιηθούν. Ο πωρόλιθος ήρθε από την Πειραϊκή και το μάρμαρο από Πεντέλη και Διόνυσο, όχι δίχως γκρίνιες για τις ποσότητες και τους χρόνους παράδοσης, όπως μαρτυρά το ημερολόγιο του Thompson.
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς στεγάζεται στη Στοά του Αττάλου, η οποία αναστηλώθηκε με σχέδια του αρχιτέκτονα της ανασκαφής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας, Ιωάννη Τραυλού, το 1957. Έκτοτε συγκεντρώθηκαν εκεί τα ευρήματα από τις ανασκαφές που διενεργεί η Αμερικανική Σχολή στο χώρο από το 1931. Ο εκθεσιακός χώρος καταλαμβάνει το ισόγειο. Το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς φιλοξενεί επιλεγμένα ευρήματα από τα χιλιάδες που ήρθαν στην επιφάνεια τα τελευταία 80 έτη. Ιδιαίτερη αξία έχουν, εννοείται, όσα σχετίζονται με τη λειτουργία των θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Το τμήμα κληρωτηρίου που χρησιμοποιούνταν στο Βουλευτήριο για τη συγκρότηση επιτροπών απ’ όλες τις φυλές της πόλης πλην της εκάστοτε προεδρεύουσας (διέθετε, μάλιστα, μηχανισμό που εξασφάλιζε την τυχαία επιλογή των υποψηφίων, ενώ «αντίγραφο» του κληρωτηρίου είναι αντίστοιχο μηχάνημα που χρησιμοποιείται στις Αμερικανικές εκλογές, όπως σημειώνει ο John Camp), όστρακα με τα ονόματα των εκάστοτε «ανεπιθύμητων» πολιτών (τεχνίτες, μάλιστα, έφτιαχναν από πριν μεγάλες ποσότητες τις οποίες διέθεταν στους ψηφοφόρους, όπως αποδεικνύει μια σωρός «προκάτ» οστράκων του 5ου αιώνα π.Χ. που εκτίθεται στο Μουσείο, με χαραγμένο το όνομα του Αριστείδη).
Χάλκινα πινάκια εκλογής ενόρκων, πήλινα και χάλκινα δημόσια μέτρα και σταθμά, το Ψήφισμα κατά της Τυραννίας – μέχρι κατάδεσμοι (ξόρκια) κατά πολιτικών αντιπάλων. Το παραμικρό εύρημα είναι λεπτομερώς τεκμηριωμένο, συσχετισμένο με τα υπόλοιπα και αρχειοθετημένο, κάτι σπάνιο ακόμα και σε μεγάλα μουσεία παγκοσμίως. Μιλάμε για 35.000 δελτία κεραμικής, 7.600 επιγραφές, 3.500 γλυπτά, 5.000 αρχιτεκτονικά μέλη, 6.000 λύχνους, 15.000 λαβές αμφορέων και κάπου 70.000 νομίσματα. Στο ισόγειο του κτιρίου στεγάζονται η κύρια έκθεση, τα γραφεία και το πωλητήριο.
Στον προαύλιο χώρο υπάρχει ένα γλυπτό, μια περίτεχνη ανάγλυφη βάση μνημείου προς τιμήν του Κράτη, νικητή δημοφιλούς αγωνίσματος των Παναθηναίων.Εεπρόκειτο για μια ιδιότυπη αρματοδρομία με τέθριππα, όπου ένας αρματωμένος αθλητής – συνοδός του ηνιόχου έπρεπε να κατέβει και να ξανανέβει τρέχοντας στο άρμα εν κινήσει. Λίγο παραπάνω, την προσοχή μας τραβά ένα άλλο ανάγλυφο που θυμίζει φάτνη: είναι ο Διόνυσος ως «Θείο βρέφος» μέσα σε σπήλαιο, περιστοιχισμένος από Ολύμπιους Θεούς με επικεφαλής το Δία, που παρακολουθούν τον Ερμή να τον παραδίδει στις Νύμφες του όρους Νύσα για να τον αναθρέψουν.
Έχει πολλές αναλογίες με ανάγλυφα της λατρείας του Πάνα, χρονολογείται στα 330 – 320 π.Χ. και ήταν αφιέρωση κάποιου Νεοπτόλεμου από τον Δήμο Μελίτης. Το κακό είναι ότι κάποιοι ζηλωτές Χριστιανοί του 6ου αιώνα μ.Χ. δεν εκτίμησαν καθόλου τους διαθρησκευτικούς συμβολισμούς του κι έξυσαν μανιωδώς τα πρόσωπα όλων των μορφών – η σύνθεση, ωστόσο, παραμένει υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Στον δεύτερο όροφο, όπου βρίσκονται τα εργαστήρια και οι αποθηκευτικοί χώροι, φιλοξενείται επίσης έκθεση γλυπτών από την Υστεροκλασική μέχρι τη Ρωμαϊκή Εποχή, κυρίως πορτρέτα επιφανών Αθηναίων.
Ιδιαίτερο γνώρισμα της συλλογής του μουσείου είναι η πληθώρα αντικειμένων που σχετίζονται με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας. Συναντά κανείς όστρακα (θραύσματα αγγείων), πάνω στα οποία είναι χαραγμένα τα ονόματα γνωστών πολιτικών της αρχαίας Αθήνας, οι οποίοι απειλήθηκαν ή και τιμωρήθηκαν τελικά με εξορία, μέσω της ιδιαίτερης αυτής διαδικασίας που ονομάζουμε οστρακισμό. Συναντά κανείς τον Περικλή, τον πατέρα του Ξάνθιππο, τον Αριστείδη, τον Καλλία, το Μεγακλή των Αλκμεωνιδών, τον Ίππαρχο, τον εγγονό του τυράννου Ιππία και πολλά άλλα ιστορικά πρόσωπα.
Άλλα αξιόλογα ευρήματα είναι μια κλεψύδρα του 5ου αιώνα π.Χ., δηλ. ένα υδραυλικό ρολόι, με το οποίο μετρούσαν το χρόνο των αγορεύσεων στα δικαστήρια, χάλκινες ψήφοι που χρησιμοποιούσαν οι δικαστές κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. για να ψηφίσουν την ετυμηγορία τους, καθώς και το μαρμάρινο κληρωτήριο του 3ου – 2ου αιώνα π.Χ., όταν το σώμα των πολιτών ήταν χωρισμένο σε 12 φυλές. Την ένδοξη στρατιωτική ιστορία της πόλης αναπολεί κανείς χάρη στη χάλκινη ασπίδα που φέρει επιγραφή από την οποία μαθαίνουμε ότι πρόκειται για λάφυρο που πήραν οι Αθηναίοι από τους Σπαρτιάτες ομήρους στη Σφακτηρία το 425 – 424 π.Χ.


Περίοπτη θέση μεταξύ των ευρημάτων καταλαμβάνουν οι επιγραφές, από τον 5ο αιώνα π.Χ. ως το 2ο αιώνα μ.Χ., οι οποίες αναφέρονται σε πάμπολλες πλευρές του δημόσιου βίου της Αθήνας. Αξίζει να αναφερθεί κανείς στους καταλόγους αλόγων από τα αρχεία της τάξης των ιππέων και στην ενεπίγραφη στήλη με το ψήφισμα του Φρυνίχου κατά της τυραννίας. Η εμπορική διάσταση της Αγοράς αναδεικνύεται από τα πολυάριθμα νομίσματα που εκτίθενται. Περιλαμβάνονται όλες οι κοπές της πόλης της Αθήνας αλλά και μια πληθώρα νομισμάτων άλλων κρατών, γεγονός που καταδεικνύει το εύρος των εμπορικών συναλλαγών της πόλης την περίοδο της ακμής της (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.).
Άλλο στοιχείο που καταδεικνύει τον εμπορικό χαρακτήρα της Αγοράς είναι ο μικρός αριθμός αμφορέων της έκθεσης, που δίνει μια ιδέα για τις χιλιάδες αμφορέων, συχνά με ενσφράγιστες λαβές, οι οποίοι βρέθηκαν στην Αθήνα. Οι αμφορείς χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα π.Χ. ως τη Βυζαντινή εποχή. Η μερίδα του λέοντος των ευρημάτων είναι ασφαλώς όσα προέρχονται από τις ταφές που έγιναν στο χώρο της Αγοράς από την προϊστορίαως τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. Ξεχωρίζουν τα ταφικά σύνολα του τάφου της πλούσιας Αθηναίας ή του τάφου του Πολεμιστή.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η μεγάλη συλλογή μελανόμορφων και ερυθρόμορφων αγγείων της Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου, που προέρχονται από τα πηγάδια που ανέσκαψαν οι Αμερικανοί ανασκαφείς. Το δείγμα είναι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό και προσφέρει ένα πλήρες πανόραμα της αγγειογραφίας της περιόδου. Εκτός από τα αγγεία που βρέθηκαν στην Αγορά, ξεχωρίζει ο καλυκόσχημος κρατήρας που αποδίδεται στον Εξηκία και προέρχεται από τη δυτική κλιτύ της Ακρόπολης. Άξια μνείας είναι και τα κεραμικά ευρήματα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. από τον πρόσφατα ανεσκαμμένο αποθέτη στην περιοχή του Βωμού της Αφροδίτης.
Γλυπτά από την Κλασική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, καθώς και αρχιτεκτονικά μέλη, εκτίθενται στο περιστύλιο του ισογείου και του ορόφου της Στοάς. Κοντά στα γλυπτά που προαναφέρθηκαν, αξίζει να σημειώσει κανείς την τρέχουσα Νηρηίδα, πιθανόν ακρωτήριο του 400 π.Χ., με την τεχνοτροπία του γλύπτη Τιμοθέου, τις ερμαϊκές στήλες, τα ρωμαϊκά πορτρέτα και τα ιωνικά κιονόκρανα από ναούς του 5ου αι. π.Χ. που μεταφέρθηκαν στο χώρο της Αγοράς από άλλα σημεία της Αττικής.
Από τη Ρωμαϊκή περίοδο ξεχωρίζουν η συλλογή γλυπτών από την Οικία Ω, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια από τη Βιβλιοθήκη του Πανταίνου, καθώς και η ερμαϊκή στήλη με τη μορφή νυσταλέου Σιληνού. Στον άνω όροφο της Στοάς φιλοξενούνται τα εργαστήρια συντήρησης και μελέτης των ευρημάτων, καθώς και οι διάφορες μακέτες του χώρου και των μνημείων της Αγοράς που φιλοτεχνήθηκαν κατά καιρούς.
Περιγραφή
Το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς στη Στοά του Αττάλου λειτουργεί από το 1957 και στεγάζεται στο αναστηλωμένο κτήριο της Στοάς του Αττάλου. Το κτήριο αναστηλώθηκε – ανακατασκευάσθηκε από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών κατά το χρονικό διάστημα 1953 – 1956, με κύριο σκοπό να στεγασθούν και να εκτεθούν τα πολυάριθμα ευρήματα των ανασκαφών της Αρχαίας Αγοράς. Η Στοά του Αττάλου κατά την αρχαιότητα δέσποζε στην ανατολική πλευρά της Αγοράς. Ανεγέρθηκε κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. από Περγαμηνό αρχιτέκτονα και ήταν δώρο του βασιλιά της Περγάμου Αττάλου ΙΙ στην Αθήνα.
Εκτεινόταν σε μήκος 120 σχεδόν μέτρων, ήταν διώροφο με δεύτερη σειρά κιόνων στο εσωτερικό και 21 καταστήματα στο βάθος κάθε ορόφου. Στο ισόγειο η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν δωρική και η εσωτερική ιωνική με αρράβδωτους κίονες. Στον όροφο η εξωτερική κιονοστοιχία ήταν ιωνική και η εσωτερική είχε κιονόκρανα Περγαμηνού ή Αιγυπτιάζοντος ρυθμού. Η Στοά του Αττάλου κατά την αρχαιότητα αποτελούσε για τους Αθηναίους χώρο συνάντησης, περιπάτου αλλά και εμπορικό κέντρο. Το Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς στεγάζεται στο αναστηλωμένο κτήριο της Στοάς Αττάλου το οποίο χρονολογείται στο 2ο αιώνα π.Χ. και ήταν δώρο του βασιλιά της Περγάμου Αττάλου ΙΙ στους Αθηναίους.
Η έκθεση του Μουσείου περιλαμβάνει ευρήματα των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αρχαία Αγορά που χρονολογούνται από τους Νεολιθικούς χρόνους μέχρι την Μεταβυζαντινή εποχή και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Η έκθεση είναι οργανωμένη σε χρονολογικές και θεματικές ενότητες και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο των αρχαίων Αθηναίων. Τα αρχαιότερα εκθέματα, αγγεία, ειδώλια, όπλα και όστρακα κεραμικής, ανάγονται στους Νεολιθικούς χρόνους, την Πρώιμη και την Μέση Εποχή του Χαλκού, την Μυκηναϊκή και την Γεωμετρική Εποχή και προέρχονται κυρίως από αβαθή φρέατα και ταφές που ερευνήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αγοράς.
Τα σημαντικότερα εκθέματα του Μουσείου, σχετίζονται με τις λειτουργίες του Αθηναϊκού Δημοκρατικού πολιτεύματος και χρονολογούνται στους Κλασικούς, Υστεροκλασικούς Χρόνους. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται: πήλινα δημόσια μέτρα, χάλκινα επίσημα σταθμά, τμήμα μαρμάρινου κληρωτηρίου, χάλκινα δικαστικά πινάκια, μία πήλινη κλεψύδρα, χάλκινες δικαστικές ψήφοι, και όστρακα οστρακισμού με χαραγμένα τα ονόματα γνωστών στρατηγών και πολιτικών ανδρών της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μαρμάρινο ψηφισματικό ανάγλυφο με παράσταση του Δήμου και της Δημοκρατίας και χαραγμένο ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου κατά της τυραννίας. Σημαντική ενότητα αποτελούν τα ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία, πολλά έργα γνωστών αγγειογράφων και τα σκεύη καθημερινής χρήσης, οι λύχνοι τα ειδώλια και λιγοστά κοσμήματα και νομίσματα. Την έκθεση συμπληρώνουν γλυπτά μικρών διαστάσεων, τα οποία αντιγράφουν έργα γνωστών καλλιτεχνών της αρχαιότητας και μαρμάρινα εικονιστικά πορτραίτα Ρωμαϊκών χρόνων.


Έκθεση στον Όροφο της Στοάς Αττάλου
Η νέα έκθεση στον όροφο της Στοάς Αττάλου, που άνοιξε για το κοινό το 2012, παρουσιάζει μια αρκετά αντιπροσωπευτική εικόνα της Αθηναϊκής γλυπτικής, με έμφαση στη σημαντική συλλογή εικονιστικών έργων – πορτρέτων της Αθηναϊκής Αγοράς. Τα γλυπτά οργανώθηκαν στις ακόλουθες εκθεσιακές ενότητες:
1. Ιδεαλιστικές μορφές θεών και κοινών θνητών. Η ενότητα περιλαμβάνει έργα Υστεροκλασικών – Ελληνιστικών χρόνων του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ.
2. Τα Αθηναϊκά εργαστήρια αναπαράγουν κλασικά έργα. Στην ενότητα αυτή εκτίθενται Ρωμαϊκά αντίγραφα κλασικών έργων του 1ου -2ου αιώνα μ.Χ.
3. Ρωμαϊκά πορτραίτα του 1ου – 2ου αιώνα μ.Χ. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται πορτραίτα πλούσιων αστών της Αθήνας, οι οποίοι εικονίζονται κατά τα Αυτοκρατορικά πρότυπα.
4. Η πόλη τιμά τους δημόσιους λειτουργούς. Η μικρή αυτή ομάδα περιλαμβάνει πορτραίτα δημόσιων λειτουργών και κοσμητών στον τύπο της Ερμαϊκής στήλης τα οποία χρονολογούνται στον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ.
5. Ρωμαϊκά πορτραίτα του 3ου αιώνα μ.Χ. Στην ενότητα εκτίθενται πορτραίτα ιδιωτών και επιφανών πολιτών της Ρωμαϊκής Αθήνας.
6. Συλλογές γλυπτών που κοσμούν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της ύστερης αρχαιότητας. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται ένα σημαντικό τμήμα της συλλογής των γλυπτών της Οικίας Ω, έργα από την οποία εκτίθενται και στο ισόγειο της Στοάς.
Ο νέος εκθεσιακός χώρος προσφέρει στους επισκέπτες μια βιωματική προσέγγιση των στωικών κτηρίων, ενώ παράλληλα παρέχει εξαιρετική θέα της περιοχής της Αγοράς, της Πνύκας και της Ακρόπολης, η οποία σε συνδυασμό με τα προπλάσματα των χώρων καθιστά ευανάγνωστη την αρχαία τοπογραφία. Επίσης, η δυνατότητα οπτικής πρόσβασης στους χώρους αποθήκευσης της αρχαίας κεραμικής, εξαίρει τον ρόλο του μουσείου ως κέντρο μελέτης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η Έκθεση του Μουσείου της Αρχαίας Αγοράς
Η έκθεση του Μουσείου καταλαμβάνει το χώρο δέκα «καταστημάτων» της αρχαίας Στοάς και είναι διαρθρωμένη σε χρονολογικές ενότητες, οι οποίες παρουσιάζουν στον επισκέπτη τη λειτουργία και την ιστορία του χώρου ανά τους αιώνες, από την εποχή που η περιοχή χρησιμοποιείτο σαν νεκροταφείο και κυρίως από την εποχή που η Αγορά αποτελούσε το κέντρο των πολιτικών, θρησκευτικών και εμπορικών συναθροίσεων. Τα εκθέματα του Μουσείου χρονολογούνται από την ύστερη νεολιθική εποχή έως τους Βυζαντινούς χρόνους.
Στο πρώτο «κατάστημα» εκτίθενται αρχαιότητες που χρονολογούνται από την ύστερη Νεολιθική Εποχή έως την Εποχή του Χαλκού.
Τα δύο επόμενα «καταστήματα» φιλοξενούν εκθέματα που χρονολογούνται από την Εποχή του Σιδήρου έως την Ύστερη Γεωμετρική – Πρώιμη Αρχαϊκή Εποχή.
Στους Αρχαϊκούς και Κλασικούς χρόνους ανάγονται οι αρχαιότητες των επόμενων τεσσάρων «καταστημάτων».
Στα δύο τελευταία «καταστήματα» του Μουσείου εκτίθενται αρχαιότητες, που χρονολογούνται από τους Ελληνιστικούς μέχρι τους Βυζαντινούς χρόνους.

Η προσθήκη μεγάλων τοπογραφικών σχεδίων και συνοπτικών κειμένων σε συνδυασμό με το πλούσιο εποπτικό υλικό -επεξηγηματικές πινακίδες, σχέδια και αναπαραστάσεις- βοηθούν τον επισκέπτη να κατανοήσει την ιστορική πορεία του σημαντικότατου χώρου της Αγοράς των Αθηνών, όπου γεννήθηκε και άνθισε η Δημοκρατία.
Ενότητες της Έκθεσης
Η έκθεση του Μουσείου είναι διαρθρωμένη σε χρονολογικές ενότητες, οι οποίες παρουσιάζουν στον επισκέπτη τη λειτουργία και την ιστορία του χώρου ανά τους αιώνες.
Νεολιθική, Μυκηναϊκή και Γεωμετρική Εποχή: Κατά τους χρόνους αυτούς τον χώρο της Αγοράς κατελάμβαναν ιδιωτικές κατοικίες και νεκροταφεία. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν αγγεία, ειδώλια, όπλα, κοσμήματα, κυρίως κτερίσματα από τάφους.
Αρχαϊκή, Κλασική και Ελληνιστική Εποχή: Η Αγορά έχει μετατραπεί σε δημόσιο χώρο και αποτελεί το κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης. Εκτίθενται αντικείμενα ιστορικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τις βασικές λειτουργίες του Αθηναϊκού Δημοκρατικού πολιτεύματος. Αγγεία, σκεύη καθημερινής χρήσης,κοσμήματα νομίσματα, γλυπτά.
Ρωμαϊκή έως Βυζαντινή Εποχή: Η ενότητα αποτελείται από αγγεία και σκεύη καθημερινής χρήσης, κοσμήματα, νομίσματα και γλυπτά.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ









Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου