Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Ο νέος δρόμος προς τον σοσιαλισμό: ο ολιγαρχικός σοσιαλισμός!

Α​​πό τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, οι ριζοσπάστες σοσιαλιστές και στη συνέχεια οι κομμουνιστές δαιμονίστηκαν από την ιδέα πως,
αν καταλάμβαναν το κράτος και μετέτρεπαν την ατομική ιδιοκτησία σε δημόσια περιουσία, θα άλλαζαν τον κόσμο και θα απελευθέρωναν το προλεταριάτο από τις καπιταλιστικές αλυσίδες. Παρά την κριτική τόσο από τα δεξιά (φιλελευθερισμός) όσο και από τα αριστερά (αναρχισμός) πως ένα τέτοιο σχέδιο, εκτός από δυστυχία, μόνο νέα δεσμά θα προσέφερε, οι ριζοσπάστες μαρξιστές επέμεναν στο σχέδιό τους για τουλάχιστον δύο αιώνες, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό στα κομμουνιστικά καθεστώτα μέχρι που το τείχος του Βερολίνου έπεσε στο κεφάλι τους, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Λεωνίδα Κύρκου.

Εν συνεχεία, η αδυναμία εξεύρεσης ενός νέου συνεκτικού υποδείγματος για τη λειτουργία της οικονομίας υπήρξε πασιφανής. Καθώς μάλιστα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειπε σταδιακά τον παραδοσιακό κρατισμό της προς άλλα πιο φιλελεύθερα μοντέλα, οι πλέον ριζοσπαστικές εκδοχές σοσιαλιστών οδηγήθηκαν στην υιοθέτηση είτε αντιδραστικών εθνοκεντρικών προταγμάτων εναντίον της παγκοσμιοποίησης είτε αφελών «χίπικων» συνθημάτων εναντίον του 1% των πλουσίων του πλανήτη. Στη χώρα μας, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε απροετοίμαστη μεν και μέσα στον ευρωπαϊκό κλοιό δε, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι παλιοί δαίμονες είχαν εξαφανιστεί. Μόνο που στην οικονομία όπως και γενικά στη ζωή πρέπει να προσέχεις τι εύχεσαι. Αυτό που ονειρεύονταν, οι εγχώριοι μαρξιστές και ριζοσπάστες, ως δρόμο προς την ισότητα μετατράπηκε σε εναγκαλισμό με τα ολιγοπώλια και τους «ολιγάρχες». Χαρακτηριστική περίπτωση, το τι συνέβη με τους κεφαλαιακούς ελέγχους το καλοκαίρι του 2015. Η αδυναμία των επιχειρήσεων να εισαγάγουν πρώτες ύλες ή να προμηθευτούν εμπορεύματα από το εξωτερικό, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της αναστάτωσης, δεν είχε ακριβώς τις ίδιες επιπτώσεις παντού. Οι μικρές και μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις με καταθέσεις στις εγχώριες τράπεζες επλήγησαν δραματικά –και αρκετές φορές θανάσιμα– σε αντίθεση με τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις που μπορούσαν να προμηθεύονται τα αγαθά που ήθελαν λόγω εταιρικών καταθέσεων σε τράπεζες του εξωτερικού ή λόγω των μεγάλων στοκ που διέθεταν.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε μοιραία σε ταχεία και βίαιη ανακατανομή μεριδίων της αγοράς εις βάρος μικρών και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων (που συχνά οι πολιτικοί λένε πως αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας) προς όφελος των ισχυρότερων, που πέτυχαν, χάρη στη σοσιαλιστική διακυβέρνηση της χώρας, να καθαρίσουν ένα μέρος του ανταγωνισμού, που νωρίτερα ούτε θα μπορούσαν να είχαν φανταστεί. Το κλείσιμο της αγοράς σε λίγους και ισχυρούς υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση ως υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, με πιο κραυγαλέα την περίπτωση της λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών. Η απόφαση για τέσσερα κανάλια αποκάλυψε ταυτόχρονα την ισχυρή πατερναλιστική λογική αλλά και έλξη προς τα ολιγοπώλια που εμφανίζει η κυβέρνηση της Αριστεράς. Πατερναλισμός, κρατισμός και ολιγοπώλια λειτουργούν, βεβαίως, συμπληρωματικά, καθώς διαμορφώνεται έτσι ένα οικονομικο-πολιτικό καρτέλ που επιδιώκει τον έλεγχο της αγοράς και της κοινωνίας.

Το κράτος, λοιπόν, κλείνει την αγορά και ενισχύει κάποιους ισχυρούς, πιθανόν αυτούς τους ισχυρούς που είναι φιλικοί προς αυτό ή συνεργάσιμοι. Το κράτος συμπεριφέρεται έτσι τόσο προς την κοινωνία όσο και προς την αγορά ως ο μεγάλος πατερούλης, που τα ξέρει όλα και φροντίζει για όλους πότε με το καλό και πότε με το άγριο. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας απειλητικό: ολιγαρχίες και αυταρχισμός.

Σε διεθνή κλίμακα, το πρόβλημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ανεπίλυτο. Οι νέες τεχνολογίες και η δυναμική της διεθνοποίησης της οικονομίας δεν αφήνουν περιθώρια επαναφοράς των παλιών σχεδίων επιβολής του κράτους πάνω στην οικονομία. Οποτε αυτό επιχειρείται στις μέρες μας, τα αποτελέσματα είναι περισσότερο από άσχημα τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνία. Δημιουργούν μέσα σε συνθήκες αυταρχισμού μια εξαρτημένη από το κράτος και τα δίκτυά του κλειστή οικονομία που βρίσκεται σε στασιμότητα και στην οποία διαφεντεύουν οι ολιγάρχες σε αγαστή συνεργασία με τις ελίτ της εξουσίας.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το κλίμα γίνεται τοξικό είτε για μικρές είτε για μεγάλες επιχειρήσεις. Ο ολιγαρχικός σοσιαλισμός δείχνει να έχει ανάγκη από παρακρατικούς μηχανισμούς.

Στην κατεύθυνση αυτή, τα τρολ του Διαδικτύου φαίνεται να χρησιμοποιούνται ως τσομπανόσκυλα που «γαβγίζουν» και ενίοτε «δαγκώνουν», με στόχο την τρομοκράτηση και απομόνωση των «ενοχλητικών». Σε αυτό το τελευταίο θέμα θα επανέλθω σύντομα, γιατί συνιστά μιαν ακόμη απειλή για τη Δημοκρατία. Ως τότε διαβάστε το εξαιρετικό άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου στην «Καθημερινή» (Παρασκευή 21/10/2016) με τίτλο «Η φατρία των 50 σεντς»· θα διαπιστώσετε ανάμεσα στα άλλα, γιατί η σκέψη του Μάο είναι απαραίτητη για να καταλάβετε πως με τους φόρους σας χρηματοδοτείτε τους υβριστές σας.

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου