Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΑΘΕΟΥΣ!

Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΘΕΟ Κ. ΦΙΛΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΜΟΦΡΟΝΕΣ ΤΟΥ
Ένας Ινδουϊστής Θεολόγος, Διευθυντής της Ινδουϊστικής Θεολογικής Σχολής της Καλκούτας είπε σε κάποιο επισκέπτη φοιτητή από τήν Αγγλία τα εξής βαρυσήμαντα λόγια: «Εάν θέλεις κάτι βαθύτερο πήγαινε στους Ορθοδόξους, όχι στους Καθολικούς! Αυτοί δεν είναι σοβαροί...»!

________Τα λόγια αυτά τα αφιερώνουμε στον άθεο κ. Φίλη και σε όλους τους ομόφρονές του, οι οποίοι συγκροτούν την αριστερή και τόσο καταστρεπτική για το τόπο μας κουλτούρα! Μη χριστιανοί εκτιμούν τον θησαυρό της Ορθοδόξου πίστεώς μας! Ο κ. Φίλης και οι ομόφρονές του πολεμούν την Ορθοδοξία μας! Θεέ μου, συγχώρεσέ τους! Θεέ μου, δός τους μετάνοια!
Αίγιον, 21 Νοεμβρίου 2016
+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
*********************

«Εάν θέλεις κάτι βαθύτερο πήγαινε στους Ορθοδόξους! Όχι στους Καθολικούς! Αυτοί δεν είναι σοβαροί…»





Ο Γέρων Νίκων διηγείται την ιστορία ενός Άγγλου, του οποίου το σπίτι ήταν έξω από το Λονδίνο και βρισκόταν απέναντι από πολύ γνωστό ορθόδοξο μοναστήρι, την Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ.
Ο Άγγλος αυτός κάποια στιγμή, αγανακτισμένος από την δική του Θρησκεία, αποφάσισε να φύγει και να πάει να αναζητήσει κάτι πιο βαθύ και πνευματικό γύρω από την Πίστη και πήγε στις Ινδίες, στην Καλκούτα. Σπούδασε εκεί σε μία μεγάλη Θεολογική Ινδουιστική Σχολή για τέσσερα χρόνια και όταν τελείωσε θέλησε να ευχαριστήσει προσωπικά τον διευθυντή της σχολής. Αφού τον ευχαρίστησε, ο διευθυντής τον ρώτησε εάν ήταν ικανοποιημένος και εάν είχε βρει αυτό που έψαχνε και ο Άγγλος του είπε: «όχι, κάτι θέλω ακόμα, μέσα μου κάτι δεν έχει ικανοποιηθεί»!
Τότε ο διευθυντής της Θεολογικής Ινδουιστικής Σχολής του απάντησε: «Εάν θέλεις κάτι βαθύτερο πήγαινε στους Ορθοδόξους, όχι στους Καθολικούς! Αυτοί δεν είναι σοβαροί...»
Γυρνώντας λοιπόν στην Αγγλία, πήγε και επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Μονή του Τιμίου Προδρόμου του Έσσεξ, η οποία βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του…
Γέρων Νίκων «Η Χαρά στην ζωή του Χριστιανού» 17.10.2016
Ενορία Αγίων Χριστοφόρου και Ευθυμίου, Κατερίνης
Ομιλητής ο γέρων Νίκων ο Αγιορείτης
**********************
ΝΙΚ. ΦΙΛΗΣ, ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΑΘΕΟΣ
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ
*******************
ΚΥΡΙΕ ΦΙΛΗ, ΜΑΣ ΑΚΟΥΤΕ;
ΕΙΣΘΕ ΗΘΙΚΟΣ ΑΥΤΟΥΡΓΟΣ ΣΕ ΟΥΣΙΩΔΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ!



Νέα Γνωμοδότηση :
Ποινικό αδίκημα διαπράττουν οι Θεολόγοι καθηγητές,
που εφαρμόζουν στο σχολείο τα νέα Προγράμματα Σπουδών
για το μάθημα των Θρησκευτικών


***


Και δεύτερη Γνωμοδότηση για τα Θρησκευτικά, μετά από αυτή του κ. Απόστολου Βλάχου, αυτή τη φορά του κ. Γ. Κρίππα ο οποίος, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την επιχειρηματολογία του κ. Απ. Βλάχου, υποστηρίζει εμφαντικά ότι οι Θεολόγοι καθηγητές που εφαρμόζουν στο σχολείο τα νέα Προγράμματα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών, διαπράττουν ποινικό αδίκημα (αξιόποινη πράξη).
Γνωμοδοτήσεις που μπορούν να επικαλούνται οι Θεολόγοι καθηγητές σε όσους τους εκφοβίζουν, υποστηρίζοντας ότι είναι παράνομοι αν δεν εφαρμόζουν τα νέα Προγράμματα Σπουδών του κ. Φίλη και του ΚΑΙΡΟΥ. Διότι σύμφωνα με τις παρακάτω Γνωμοδοτήσεις, ο εκπαιδευτικός μπορεί να αρνηθεί την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων. Εάν δε λάβει εντολή από τη Υπηρεσία του να τα εφαρμόσει μπορεί να αρνηθεί, επειδή διατάσσεται να εκτελέσει μία αξιόποινη γι΄ αυτόν πράξη που ενδέχεται να προκαλέσει μηνύσεις σε βάρος του, από τους γονείς, για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος του προσηλυτισμού των παιδιών τους σε θρησκείες διαφορετικές από τη δική τους πίστη.


***
Ποια επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν δικαιολογούντα
την άρνηση των Θεολόγων Καθηγητών να εφαρμόσουν
τα νέα πολυθρησκειακά Προγράμματα Σπουδών
του μαθήματος των Θρησκευτικών


Αθήνα 12 Οκτωβρίου 2016


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ


Μου ετέθησαν από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων(ΠΕΘ), τα κάτωθι ερωτήματα και εζητήθη η επ' αυτών επιστημονική μου άποψη:
1) Η νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών η εισαγομένη εις τα σχολεία δια της υπ' αριθ. 143575/Δ2/2016 αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας είναι σύμφωνη προς τον νομό και προς το Σύνταγμα;
2) Εν αρνητική δε περιπτώσει (εάν δηλ, είναι αντίθετη προς τον νόμο και προς το Σύνταγμα) οι καθηγηταί Θεολόγοι που καλούνται, να την διδάξουν, δικαιούνται (ή υποχρεούνται) να αρνηθούν την εφαρμογή της και αν ναι, εις ποίες διατάξεις θα στηριχθούν;


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ


Η διά της ως άνω υπουργικής αποφάσεως εισαγομένη νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι αντίθετη και προς τον νόμο και προς το Σύνταγμα κυρίως δια τους κάτωθι λόγους:
α) Ως ομολογείται ρητώς υπό της υπηρεσίας που συνέταξε και προώθησε την εν λόγω ύλη (ΙΕΠ = Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής), δια της νέας τοιαύτης ύλης επιδιώκεται, ο μαθητής όχι να διδαχθεί αμιγώς θρησκευτικά, αλλά επί πλέον να «προβληματισθεί», να μην είναι «χειραγωγημένος» και γενικώς να ωθηθεί εις το να μεταβάλει (ενδεχομένως) θρησκεία. Δια της πολιτικής όμως αυτής είναι αυτονόητον, ότι διενεργείται αξιόποινος προσηλυτισμός, ο οποίος απαγορεύεται και τιμωρείται ποινικώς από τον νόμο 1363/38 (άρθρα 4 και 5 ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως) και επίσης απαγορεύεται από το άρθρον 13 § 2 του Συντάγματος (λεπτομερώς και αναλυτικώς περί τούτου βλέπε Κρίππα, Κατά πόσον το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών συνιστά αξιόποινο πράξη, περιοδικό ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 2014 σελ. 679 επ.) Τα δεδομένα αυτά εγνωστοποιήθησαν εις το ως άνω ΙΕΠ και δι' εξωδίκου δηλώσεως επιδοθείσης εις αυτό νομίμως και εγκύρως την 8ην Ιουλίου 2014.
β) Ως προς το ποία πρέπει, να είναι η ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών, ορίζεται από το άρθρον 16 § 2 του Συντάγματος και από το εις εκτέλεση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως εκδοθέν άρθρον 1 του Ν. 1566/1985. Ήτοι η ύλη της Ορθοδόξου Χριστιανικής θρησκείας. Η τελευταία δε αυτή διάταξη εκδοθείσα εις εφαρμογήν συνταγματικής επιταγής δεν επιτρέπεται ούτε να καταργηθεί ούτε να τροποποιηθεί. Εάν δε καταργηθεί, θεωρείται ως ισχύουσα και μη καταργηθείσα ως δέχεται και η θεωρία (Κρίππα, Νομοθετικό κενό συνταγματικώς ανεπίτρεπτο και εντεύθεν υποχρεώσεις της κρατικής διοικήσεως, εις «Χαριστήριον Σύμμεικτα προς τιμήν Γεωργίου Παπαχατζή, 1989 σελ. 335 επ. ) και η ad hoc νομολογία (Εφετείο Αθηνών 10360/81 Αρχ. Νομ. 33 σελ. 4.55. Εφετείο Αθηνών 11650/80 Ελλ. Δικ 22 σελ. 444. Αρ. Πάγου 284/2004 Νομ. Βήμα 2005 σελ. 283 επ. Αρ. Πάγου 1731/2002 Νομ. Βήμα 2003 σελ. 1225 εκ. Συμβ. Επικρατείας 2056/2000 Διοικητική Δίκη 13 σελ 87).
Επομένως η νέα ύλη είναι και παράνομη και αντισυνταγματική και αξιόποινη, οπότε ανακύπτει κατ' ανάγκην το εξής θέμα: Ο κρατικός λειτουργός που θα κληθεί, να εφαρμόσει την προαναφερομένη υπουργική απόφαση 143575/Δ2/2016, υποχρεούται, να την εφαρμόσει ή δικαιούται να αρνηθεί την εφαρμογήν της; Επί του εν λόγω ερωτήματος η άποψη μου είναι, ότι ο αρμόδιος κρατικός λειτουργός υποχρεούται, να αρνηθεί την εφαρμογήν της και τούτο δια τους εξής λόγους:
α) Κατ' άρθρον 25 § 3 του Υπαλληλικού Κωδικός ο δημόσιος υπάλληλος υποχρεούται, να μην εκτελέσει εντολήν, η οποία τυγχάνει προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη και να αναφέρει το δεδομένο αυτό εις την υπηρεσίαν του. Η παρούσα δε περίπτωση (της νέας ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών) είναι προδήλως όχι μόνον αντισυνταγματική και παράνομη αλλά και αξιόποινη (διενέργεια προσηλυτισμού). Το «προδήλως» προκύπτει, εκ του ότι η τοιαύτη εντολή αποτελεί προϊόν παρανόμου, αντισυνταγματικής και αξιοποίνου πράξεως όχι μόνον κατά την πεποίθηση του υπαλλήλου αλλά κατά την έγκυρη νομική θεωρία. Επομένως το θέμα αυτό λύεται κατ' αρχήν εκ των εν λόγω δεδομένων. Εν συνεχεία όμως η ιδία ως άνω διάταξη (Υπαλληλικός Κώδιξ αρθρ. 25 § 3) αναφέρει, ότι εάν η υπηρεσία του υπαλλήλου που έλαβε την άρνηση του, να εφαρμόσει κάποια διαταγή λόγω του ότι ήταν προδήλως παράνομη ή αντισυνταγματική, επανέλθει και του δώσει δευτέραν εντολή επισημαίνοντας ότι δια την εκτέλεση της συντρέχουν λόγοι γενικότερου συμφέροντος, τότε οφείλει, να την εκτελέσει. Εδώ πρέπει, να παρατηρήσουμε όμως ότι η δεύτερη εντολή οφείλει, να εκτελεσθεί μόνον επί διαταγής προδήλως παρανόμου ή αντισυνταγματικής όχι όμως διαταγής «αξιοποίνου». Εις την περίπτωση μας όμως η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί διαταγής αξιοποίνου. Και τούτο δια τρεις βασικούς λόγους:
1) Διότι θέμα αξιοποίνου διαταγής εις την ως άνω διάταξη του Υπαλλ. Κωδικός δεν αναφέρεται,
2) Διότι το άρθρον 37 § 2 του Κωδικός Ποινικής Δικονομίας επιβάλλει εις τον δημόσιο υπάλληλο να αναφέρει εις τον Εισαγγελέα πάσαν αξιόποινο πράξη, της οποίας έλαβε γνώσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του (άλλως η διάταξη αυτή θα αχρηστευόταν, εάν ο δημόσιος υπάλληλος υπεχρεούτο να διαπράττει αξιόποινες πράξεις και να μην τις καταγγέλλει) και 3) Διότι το άρθρον 21 του Ποινικού Κωδικός τιμωρεί ποινικώς τον δημόσιο υπάλληλο δια πάσαν αξιόποινο πράξη και δεν τον απαλλάσσει, εάν ενήργησε εκτελών διαταγήν ανωτέρου του. Τον απαλλάσσει μόνον εάν ο νόμος δεν του επιτρέπει, να ελέγξει την νομιμότητα της διαταγής. Εις την περίπτωση μας (εκτέλεση της εντολής από τον υπάλληλο, διδασκαλία πολυθρησκευτικού μαθήματος των θρησκευτικών και άρα: διάπραξη υπ' αυτού του εγκλήματος του προσηλυτισμού) κανένας νόμος δεν υπάρχει που να απαγορεύει εις τον υπάλληλο, να ελέγξει την νομιμότητα της εντολής (δηλ. της εφαρμογή της προαναφερομένης Υπουργικής αποφάσεως). Το δεδομένο αυτό (ποινική ευθύνη του δημοσίου υπαλλήλου εις πάσαν περίπτωση, έστω και εκτελούντος εντολήν ανωτέρου του) το αποδέχεται και η θεωρία (Βαβαρέτου-Καρρά, Ποινικός Κώδιξ, Ε' έκδοση 1974 σελ. 97 και 99 επ. Κατσαντώνη, Ποινικόν Δίκαιον Γενικόν Μέρος, Α' Το Άδικον, 1969 σελ. 155, Παπαδάκη. Ποινική ευθύνη και ποινική προστασία των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Δήμων και Κοινοτήτων και των ν.π.δ.δ., 1961 σελ. 158. Τούση-Γεωργίου, Ποινικός Κώδιξ. Β' εκδ. 1958 σελ. 53 επ., όπου αναφέρεται, ότι περιπτώσεις μη δυνατότητος ελέγχου της νομιμότητας της διαταγής του ανωτέρου υπάρχουν μόνον εις τους χώρους της στρατιωτικής και της αστυνομικής υπηρεσίας και κυρίως όπου υπάρχει περίπτωση χρήσεως όπλων). Π.χ. απαγόρευση ελέγχου της νομιμότητας μιας διαταγής προβλέπεται από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (Ν. 2287/1995 άρθρα 55 επ.) και μόνον δια ορισμένα στρατιωτικά αδικήματα και όχι δια όλα (π.χ. παράβαση και εκβίαση στρατιωτικής εντολής, άρθρον 55 κ.ο.κ ) 3) Άλλωστε το άρθρον 21 του Ποινικού Κωδικός είναι ειδικόν έναντι του άρθρου 25 του Υπαλληλικού Κώδικος, καθώς και έναντι πάσης άλλης γενικού χαρακτήρος νομικής διατάξεως έναντι του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικος, όπως είναι εκείνη του άρθρου 7 του νόμου 2525/1997 ο οποίος τροποποιεί το νόμο 1566/1985, οπότε (το άρθρο 21) υπερισχύει του τελευταίου βάσει του κανόνος, jus specialis derogate generalis.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Ο καθηγητής Θεολόγος εφ' όσον θεωρεί, ότι η προαναφερομένη υπουργική απόφαση είναι προδήλως παράνομη και αντισυνταγματική οφείλει, να μην την εφαρμόσει αναφέρων το δεδομένο αυτό εις την υπηρεσίαν του. Εάν δε βάσει του ιδίου άρθρου λάβει νέαν εντολή, να την εφαρμόσει τη επικλήσει λόγων γενικότερου συμφέροντος, υποχρεούται, επίσης να μην την εφαρμόσει, διότι η περί ης ο λόγος εντολή τυγχάνει αξιόποινη και η διάταξη αυτή του Υπαλληλικού Κωδικός εφαρμόζεται μόνον επί μη αξιοποίνων πράξεων και όχι επί αξιοποίνων και μάλιστα όταν η σχετική διάταξη του Ποινικού Κωδικός (άρθρον 21) ρητώς αναφέρει, ότι ο δημόσιος υπάλληλος τιμωρείται ποινικώς, ακόμη και αν εκτελεί εντολήν ανωτέρου του και δεν απαλλάσσεται εκ τούτου σε καμμία περίπτωση, πλην της περιπτώσεως, που αντίστοιχη διάταξη νόμου του απαγορεύει, να ελέγξει την νομιμότητα της διαταγής, ο λόγος ο οποίος δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθ' όσον η προαναφερομένη διάταξη του Υπαλληλικού Κωδικός (άρθρον 25 § 3) όχι μόνον επιτρέπει, αλλά και επιβάλλει εις τον δημόσιο υπάλληλο, να ελέγχει την νομιμότητα των εντολών, που λαμβάνει.
Το αυτό ισχύει και όταν ζητείται από το δημόσιο υπάλληλο να εκτελέσει, με βάση το άρθρο 7 του νόμου 2525/1997, το αξιόποινο αδίκημα του προσηλυτισμού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και αυτό διότι ουδόλως του απαγορεύεται από τον νόμο αυτόν (2525/1997), να ελέγξει τη νομιμότητα ή όχι της εντολής που του δίδεται προς εκτέλεση.


Ο Γνωμοδοτών


Γεώργιος Ηλ. Κρίππας
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Αποστόλου Φ. Βλάχου
Επιτίμου Προέδρου Εφετών


Χαλάνδρι, 26/9/2016


Μου ετέθησαν τα κάτωθι ερωτήματα και μου εζητήθη η επ' αυτών επιστημονική μου άποψη:
1) Η νέα ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών, η εισαγομένη στις σχολικές μονάδες δια των υπ' αριθ. 143575/Δ2/2016 και 143579/Δ2/2016 αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα και τον νομό;
2) Σε αρνητική απάντηση (εάν δηλ. είναι η εν λόγω ύλη αντίθετη προς το Σύνταγμα και το νόμοι) οι καθηγηταί που καλούνται, να την διδάξουν, δικαιούνται και υποχρεούνται να αρνηθούν την εφαρμογή των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων και αν ναι, εις ποίες διατάξεις θα στηριχθούν;


Η επιστημονική μου άποψη επί των ως άνω ερωτημάτων είναι η ακόλουθη:


Α΄
Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με το άρθρο 16 & 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό, μεταξύ των άλλων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης. Ως τοιαύτης νοουμένης της τελευταίας και δη εν όψει της διατάξεως του άρθρου 3 & 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 & 1α του νόμου 1566/1985, της ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως, όπως δέχεται σταθερά η νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας με τις 2176/1998, 3356/1995, 3533/1988 και τα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών και Χανίων με τις υπ΄ αριθμούς 299/1988 το πρώτο και 115/2012 το δεύτερο, σημειωτέον ότι η παραπάνω διάταξις του άρθρου 1 & 1α του νόμου 1566/1985 δεν επιτρέπεται να καταργηθή ή να τροποποιηθή. Εάν δε καταργηθή θεωρείται ως ισχύουσα και μη καταργηθείσα, ως δέχεται η θεωρία(Γ. Κρίππα «Νομοθετικό κενό συνταγματικώς ανεπίτρεπτο και εντεύθεν υποχρεώσεις της Κρατικής διοικήσεως» εις «Χαριστήριον Σύμμεικτα προς τιμήν Γεωργίου Παπαχατζή, 1989, σελ. 335 επομ. και η ad hoc νομολογία (Εφετείο Αθηνών 10360/1981 Αρχ. Νομ. 33 σελ. 465, Εφετείο Αθηνών 11650/1980 Ελλ. Δικ/νη 22, σελ. 444, Αρ. Πάγος 284/2004 Νομ. Βήμα 2005, σελ. 283, Αρ. Πάγος 1731/2002, Νομ. Βήμα 2003, σελ. 1225 επόμ. Συμβ. Επικρατείας 2056/2000 Διοικητική Δίκη 13, σελ 87).
Παράλληλα με το άρθρο 4 & 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπιζομένης έτσι συνταγματικώς της αρχής της Ισονομίας μεταξύ των Ελλήνων πολιτών.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 13 & 2, εδάφ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. Με τις διατάξεις δε του άρθρου 4 του ισχύοντος Αναγκ. Νόμου 1363/1938 προσδιορίζονται ενδεικτικώς, τόσο η έννοια του ποινικού αδικήματος του προσηλυτισμού, όσο και οι ποινικές κυρώσεις κατά των διαπραττόντων τούτο, οριζομένης μάλιστα, ως ιδιαιτέρως επιβαρυντικής περιστάσεως για τους υπαιτίους τελέσεως προσηλυτισμού σε σχολικές μονάδες, σύμφωνα με το άρθρο 4 & 3 του ιδίου Αναγκαστικού νόμου.
Από τη μελέτη του περιεχομένου των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, ως και σχετικών ενταύθα δηλώσεων από πλευράς συντακτών, των στις αποφάσεις αυτές Νέων Προγραμμάτων Σπουδών και εκ πλείστων όσων, εγγράφων και μη, προσφάτων δε και παλαιοτέρων στοιχείων, σαφώς προκύπτουν τα εξής : Με τα εν λόγω Προγράμματα θεσπίζεται ένα πολυθρησκειακό μείγμα, το οποίο ως βάση έχει την τεχνική επιφανειακή σύγκλιση των τριών δογμάτων του Χριστιανισμού, αλλά και του Χριστιανισμού με άλλα 5-6 θρησκεύματα, με βάση τα τυπικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά όλων αυτών των θρησκευμάτων, η δε διδασκαλία όλων αυτών θα γίνεται συγχρόνως και στην ουσία ισοτίμως. Το πολυθρησκειακό αυτό κράμα οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά και θεολογικά συμπεράσματα, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές, τους οδηγείς στο συγκρητισμό θρησκειών, είναι ασύμβατο με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, αφού με τη διδασκαλία του καταργείται στην πράξη ο Χριστοκεντρικός προσανατολισμός του μαθήματος των Θρησκευτικών και μετατρέπεται σε ανθρωποκεντρικό – συγκριτιστικό, μεταβάλλοντας έτσι την χριστιανική ορθόδοξη συνείδηση των μαθητών, αντί της ανάπτυξής της που απαιτεί το Σύνταγμα.
Εξάλλου όλα αυτά συμβαίνουν σε βάρος των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, ενώ αντίστοιχη μετατροπή δεν προβλέπεται από τις παραπάνω υπ΄ αποφάσεις για τα λειτουργούντα στην Ελλάδα ετερόθρησκα και ετερόδοξα σχολεία(Μουσουλμανικά, Ισραηλιτικά, Ρωμαιοκαθολικά).
Εν όψει όλων αυτών και απαντώντας στο πρώτο των παραπάνω ερωτημάτων πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών που περιέχεται στις παραπάνω υπουργικές Αποφάσεις είναι προδήλως αντισυνταγματική και παράνομη αφού προσκρούη ως προαναφέρεται, ευθέως στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 16 & 2 και 3 & 1 του Συντάγματος ως και στο νόμο 1566/1985 άρθρο 1 & 1α αυτού, που επιτάσσουν την ανάπτυξη της ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως, απορρίπτοντας έτσι τη μεταβολή αυτής κατά τα ειδικότερα παραπάνω εκτιθέμενα.
Η δε τοιαύτη μεταβολή που συντελείται με το παραπάνω πολυθρησκειακό μόρφωμα, στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, τιμωρουμένου μάλιστα με την προλεχθείσα ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίσταση του ότι η τοιαύτη προσηλυτιστική διδασκαλία του θα γίνεται εντός σχολικών μονάδων(βλ. αναλυτικώτερα περί τούτου εις Γ. Κρίππα : Κατά πόσο το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών συνιστά αξιόποινη πράξη, εις Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 58, σελ. 679-697).
Τέλος, αναφορικά με το πρώτο ερώτημα και σχετικά με την ακαταλληλότητα των παραπάνω Προγραμμάτων Σπουδών και την πλήρη αντίθεσή τους προς την Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία αλλά και με τους γενικότερους κινδύνους που εγκυμονούν για την Χώρα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος είπε μεταξύ των άλλων, λίαν σημαντικών, με δημόσιες δηλώσεις του στις 20/9/2016 τα εξής : «Τα καινούργια προγράμματα, τα οποία διάβασα, είναι απαράδεκτα και επικίνδυνα. Δεν θα αποδώσουν καρπούς, αλλά μεγάλη ζημία στην Παιδεία και στην Κοινωνία, καθώς και ρήξη στη σχέση της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Θα φέρω το θέμα και στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος…». Ακόμη δε και τούτο έλαβε χώραν : Ότι τα νέα ως άνω Προγράμματα Σπουδών τίθενται σε εφαρμογή ενώ προσφάτως, στις 9/3/2016, η κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος(ν. 590/1977 άρθρ. 3 και 1), Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, (ΙΣΙ) η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας είχε απορρίψει την διδασκαλία του Ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών ως πολυθρησκειακού τοιούτου κατά τα ως άνω, επικυρώσασα έτσι την προηγηθείσα σύμφωνη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 13/1/2016.


Β’
Αναφορικά με το υποβληθέν δεύτερο ερώτημα η απάντηση έχει ως εξής :
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα(νόμος 3528/2007) ο υπάλληλος είναι εκτελεστής της θέλησης του κράτους, υπηρετεί μόνο το λαό και οφείλει πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην πατρίδα του και τη Δημοκρατία.
Κατά το επόμενο άρθρο 25 & 1 ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και την νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών, ενώ κατά τη δευτέρα παράγραφο του άρθρου αυτού, ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των Προϊσταμένων του. Όταν όμως εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέση τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.
Κατά δε την παράγραφο 3 εδάφιον πρώτον, του ιδίου άρθρου(25), αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή.
Εξάλλου σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό του άρθρου 106 και 107 του Υπαλληλικού Κώδικα μεταξύ των πειθαρχικών παραπτωμάτων του υπαλλήλου είναι κάθε πράξη και παράλειψή του που αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό την προϋπόθεση του άρθρου 25 του ιδίου Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 110 & 1 η δίωξη και τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων συνεπαγομένη, κατά τα ανωτέρω, αντίστοιχη ευθύνη του αμελούντος προς τούτο οργάνου(βλ. Γ. Κρίππα, όπ. π. π.).
Με βάση όλες τις παραπάνω διατάξεις και της προδήλου αντιθέσεως του περιεχομένου των ως προαναφέρεται Υπ. Αποφάσεων στο Σύνταγμα(άρθρα 16 & 2, 3 & 1, 4 & 1 και 13 & 2 εδάφιον γ΄ αυτού), ως και στους σε εκτέλεση των άρθρων του Συντάγματος 16 & 2 και 13 & 2 εδάφιον γ΄ αυτού, Νόμο 1566/1985(άρθρο 1 & 1α αυτού) και Αναγκαστ. Νόμου 1363/1938 (άρθρο 4 αυτού), οι Θεολόγοι καθηγητές Μ.Ε έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να αρνηθούν την εκτέλεση των παραπάνω αντισυνταγματικών και παρανόμων υπουργικών Αποφάσεων.
Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι, επειδή στην παρούσα περίπτωση πρόκειται περί διαταγών προδήλως αντισυνταγματικών, δεν υπάρχει νομικό έδαφος για τη δυνατότητα έκδοσης από τη διοίκηση, μετά την άρνηση υπό των εν λόγω καθηγητών της εκτέλεσης των διαταγών τούτων, της δευτέρας διαταγής που ειδικώς προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 25 του Υπαλληλικού Κώδικα και αυτό διότι η δευτέρα αυτή διαταγή προβλέπεται μόνο για την περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως υπό του υπαλλήλου διαταγών αντιθέτων προς διατάξεις (απλών) νόμων ή κανονιστικών πράξεων, όχι όμως διαταγών προδήλως αντισυνταγματικών, όπως στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Ο καθηγητής Θεολόγος εφ' όσον θεωρεί, ότι η προαναφερομένη υπουργική απόφαση είναι προδήλως αντισυνταγματική οφείλει, να μην την εφαρμόσει, η δε διοίκηση δεν δικαιούται να ζητήσει εκτέλεση της διαταγής της, διότι υπάρχει θέμα αντισυνταγματικότητας της διαταγής της.


Ο Γνωμοδοτών
Απόστολος Φ. Βλάχος
Επίτιμος Πρόεδρος Εφετών





ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ


Περί του ισχύοντος νομικού καθεστώτος στην Ελλάδα ως προς το δογματικό περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του ατομικού δικαιώματος της Εκκλησίας αναφορικά με το ως άνω περιεχόμενο του μαθήματος τούτου.



1. Βασιλείου Ευτ. Νικοπούλου, Επιτ. Προέδρου Αρείου Πάγου, Διδάκτορος Νομικής
2. Δημητρίου Λινού, Επιτ. Εισαγγελέως Αρείου Πάγου
3. Ιωάννου Β. Σακελλαρίου, Επιτ. Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
4. Αθανασίου Γ. Κρητικού, Επιτ. Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου
5. Ανδρέα Γ. Τσόλια, Επιτ. Αρεοπαγίτου
6. Γεωργίου Η. Κρίππα, Διδάκτορος Πολ. Επιστημών – Συνταγματολόγου
7. Κωνσταντίνου Β. Χιώλου, Διδάκτορος Νομικής, Επιτ. Δικηγόρου
8. Αθανασίου Θ. Νικολαΐδη, Επιτ. Προέδρου Εφετών
9. Παντελή Ν. Μαραγκούλα, Επιτ. Προέδρου Εφετών
10. Αποστόλου Φ. Βλάχου, Επιτ. Προέδρου Εφετών




Αθήνα, 18 Απριλίου 2016


Από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ.) μας εζητήθη η επιστημονική άποψή μας επί των παρακάτω ερωτημάτων και ειδικότερα εάν με βάση το ισχύον στην Ελλάδα νομικό καθεστώς:
1) Το μάθημα των Θρησκευτικών επιβάλλεται να είναι αμιγώς Ορθόδοξο Χριστιανικό ή Πολυθρησκειακό;
2) Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (στο εξής Π.Σ.) Δημοτικού και Γυμνασίου, που εγκρίθηκαν προς πιλοτική εφαρμογή τους με την Αποφ. Υπ. Παιδείας 113/714/Γ2/3-10-2011, ΦΕΚ τ. Β΄2335/2011, ως και η Αναθεωρημένη εφαρμογή τους, η οποία δεν έχει υποβληθεί, μέχρι τώρα, προς έγκριση, ούτε έχει δημοσιευθεί στον ιστότοπο του Υπ. Παιδείας (Ψηφιακό Σχολείο), πλην όμως υπάρχει έντονο και λίαν ενεργό ενδιαφέρον συντακτών της προς εφαρμογή της, είναι σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, ένεκα του πολυθρησκειακού περιεχομένου τους και όχι αμιγούς Ορθοδόξου Χριστιανικού;
3) Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει λόγο και δικαίωμα για τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών;
Επί των παραπάνω ερωτημάτων η επιστημονική μας άποψη είναι η ακόλουθη:


Ειδικότερα επί του πρώτου ερωτήματος:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 § 2 του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. Εξάλλου κατά το τρίτο άρθρο του Συντάγματος, παράγραφός 1η, εδάφιο α΄και β΄ αυτής: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησία του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις». Οι διατάξεις αυτές συνιστούν εκδηλώσεις της νομικής ενέργειας του Προοιμίου του Ελληνικού Συντάγματος, έχοντος του Προοιμίου τούτου, ως ακολούθως:
«Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος».
Αποτελεί δε το Προοίμιο αυτό αναπόσπαστο τμήμα του Συντάγματος και δημοσιεύεται με τις λοιπές διατάξεις τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως ενιαίο όλο, αφού αμέσως πριν από το Προοίμιο προτάσσονται οι λέξεις ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο χρονικός προσδιορισμός του Συντάγματος (1975-2001) και αμέσως μετά ακολουθεί το κείμενο του Προοιμίου (βλ. σχετ. Βασ. Νικολόπουλου, Επιτ. Προέδρου Αρείου Πάγου, Δ/ρος Νομικής, Το προοίμιο του Συντάγματος και η νομική του αξιολόγηση, σελ. 17-18).
Παράλληλα με τη διάταξη του άρθρου 1 εδάφ. α΄, του νόμου 1566/1985, με τον οποίο ρυθμίζεται - κυρίως και πρωτίστως - η λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ορίζεται ότι ο σκοπός της εκπαίδευσης αυτής είναι να υποβοηθεί τους μαθητάς, όπως εκτός των άλλων «... διακατέχονται από πίστη στην πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης. Στον ίδιο νόμο και ειδικότερα στο άρθρο αυτού 6 § 2, εκ. β΄, ορίζεται ότι το Λύκειο επιδιώκει την ολοκλήρωση των σκοπών της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα βοηθά τους μαθητάς... να συνειδητοποιήσουν την σημασία του Ορθόδοξου Χριστιανικού ήθους...».
Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 1518 § 1 του Αστ. Κώδικος ορίζει ότι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου από τους γονείς του περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων και την εκπαίδευση του τέκνου, στην έννοια της οποίας - εκπαίδευσης - περιέχεται και η θρησκευτική τοιαύτη (βλ. εις Οικ. Δικ. Απ. Γεωργιάδη - Μιχ. Σταθοπούλου, υπ΄ άρθρο 1518 § 1 Αστ. Κωδ., σελ. 181, 187 και Συντ. Ερμ. Αστ. Κωδ.(Σ.Ε.Α.Κ.), επιμελεία Απ. Γεωργιάδη, τόμος Β΄ Οικ. Δικ. σελ. 882, αρ. 18 και στις, σε αμφότερα, σχετικές παραπομπές).
Ακολούθως, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου υποχρεώνεται κάθε συμβαλλόμενο Κράτος (σε εφαρμογή του 9ου άρθρου αυτής της Συμβάσεως περί ελευθερίας της σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας) να σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζουν την μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις ίδιες αυτών, των γονέων, θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (βλ. Οικ. Δικ. Απ. Γεωργιάδη - Μιχ. Σταθοπούλου και εις την ως άνω Σ.Ε.Α.Κ.). Τόσον η ως προαναφερθείσα Διεθνής Σύμβαση, όσο και το παραπάνω Πρώτο Πρωτόκολλο αυτής έχουν επικυρωθεί κατ’ άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος της Ελλάδος με το ν. δ. 53/1974 και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, απαγορευομένης ούτως πάσης προσβολής του εν λόγω ατομικού δικαιώματος των γονέων, μη δυναμένης συνεπώς της Πολιτείας να επιβάλει, νομοθετικώς ή άλλως πως, θρησκευτική αγωγή στα τέκνα τους διάφορον της θρησκευτικής πεποιθήσεως των γονέων τους.
Τα ανωτέρω, κατά συνέπεια, έχουν πλήρη εφαρμογή και ως προς το ως άνω δικαίωμα των ορθοδόξων γονέων, όπως τα ανήλικα τέκνα τους διδάσκονται το αμιγώς Ορθόδοξο Χριστιανικό μάθημα των θρησκευτικών στις σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως, όπου αυτά φοιτούν.
Εν όψει όλων των προαναφερομένων διατάξεων, προκύπτει ότι το μάθημα των θρησκευτικών, κατά το ισχύον ελληνικό δίκαιο, επιβάλλεται να είναι αμιγώς το Ορθόδοξο Χριστιανικό, μη επιτρεπομένης οιασδήποτε μετατροπής του σε πολυθρησκευτικό και πάντως οποιασδήποτε νοθεύσεώς του με ξένο προς το αμιγές Ορθόδοξο Χριστιανικό περιεχόμενο του.
Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά και από την σταθερή επί του θέματος τούτου νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ( βλ. σχετ. τις σύμφωνες αποφάσεις του Σ.τ.Ε. 2176/1998, 3356/1995, 3353/1986, καθώς επίσης και στην 115/2012 πρόσφατη ακυρωτική ομόφωνη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία, ως αφορώσα σε θέματα εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως είναι και το παρόν, έχει ίση νομική ισχύ και ίσο κύρος με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τον νόμο 702/1997, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως (βλ. σχετ. στην από 11/2/2013 Γνωμοδότηση του Δ/ρος Γ. Κρίππα).
Πέραν δε όλων αυτών, η εισαγωγή στην Ελληνική Εκπαίδευση μαθήματος Θρησκευτικών πολυθρησκευτικού συνιστά το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, κατ' άρθρο 4 του διατηρημένου σε ισχύ νόμου 1383/1938, καθόσον ένα τέτοιο μάθημα προσανατολίζεται δια του περιεχομένου του, ως εν προκειμένω, να οδηγήσει το μαθητή σε αμφισβήτηση περί του εάν η θρησκεία, την οπαία πρεσβεύει, είναι σωστή ή όχι ή πρέπει να την αμφισβητεί, έστω και απλώς προβληματιζόμενος. Συντρέχει δε ενταύθα και η επιβαρυντική περίπτωση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 4 του εν λόγω αναγκ. νόμου και αυτό επειδή η διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος θα γίνεται σε σχολικές μονάδες. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι το αδίκημα τούτο τιμωρείται και στο στάδιο της απόπειράς του ως τετελεσμένο, τιμωρουμένου και του ηθικού αυτουργού(Α.Π. 103/1997), (βλ. Δ/ρος Γ. Κρίππα, Μελέτη, ad hoc, εις Eπιθ. Δημ. & Διοικ. Δικαίου, έτ. 2014 σελ. 679-697 και ιδίου, Το έγκλημα του προσηλυτισμού ιδία από απόψεως ηθικής αυτουργίας, εις Ποινικά Χρονικά, τ Λ, (έτ. 1980), σελ. 313-321).
Τέλος, αναφορικά με το απαντώμενο πρώτο ερώτημα, παρίσταται αναγκαίο, να λεχθεί ως συνδεόμενο με τα παραπάνω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος, «Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως ο νόμος ορίζει…». Σε εκτέλεση της διατάξεως αυτής, ως και της αντιστοίχου εκείνης του άρθρου 13 της ως προαναφέρεται Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, εξεδόθη ο νόμος 3068/2002 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 274 και το Π.Δ/μα 61/2004 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 54) και με τον οποίο, νόμο, προβλέπονται για τους παραβάτες χρηματική κύρωση υπέρ του ενδιαφερομένου, εισπραττόμενη και δι΄ αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του κράτους. Παράλληλα με το άρθρο 5 του νόμου αυτού, ορίζεται ότι η μη συμπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο Α΄ του νόμου τούτου ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο…».
Εξάλλου κατά το άρθρο 50 του Π.Δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας για το Συμβούλιο Επικρατείας, οι Διοικητικές Αρχές, σε εκπλήρωση της ως άνω υποχρεώσεως τους από το άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της αποφάσεως του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Οποιαδήποτε πράξη της Διοίκησης που δε συμμορφώνεται προς την ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως είναι οι προαναφερθείσες αποφάσεις του, 2761/1998, 3356/1995 και 3353/1986 που ορίζουν το μάθημα των Θρησκευτικών να είναι υποχρεωτικά Ορθόδοξο Χριστιανικό, είναι α κ υ ρ ω τ έ α. Ο παραβάτης εκτός από την ενδεχόμενη ποινική δίωξη κατά το άρθρο 259 του ποινικού Κώδικα για παράβαση καθήκοντος, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.


2) Επί του δεύτερου ερωτήματος που αφορά στο Αναθεωρημένο Πρόγραμμα σπουδών 2014 :
Tο αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) του 2014, όπως και το Π.Σ του 2011 (Υπουργική Απόφαση 113714/Γ2 3-10-2011, ΦΕΚ β΄ 2335/2011), συνεξετάζει από την Γ΄ Δημοτικού, το Χριστιανισμό ταυτόχρονα και ισότιμα με τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ, τον Ινδουισμό, το Βουδισμό, τον Ταοϊσμό - στη δε Α΄ Γυμνασίου προστίθεται και ο Κομφουκιανισμός (ΠΣ, σ, 113) - ως ένα σύνολο, που το αναφέρει με διάφορα ονόματα: «θρησκεία» (ΠΣ σ. 19, 25), «ο κόσμος της θρησκείας» ( ΠΣ σ. 23 ), «θρησκευτικές παραδόσεις» ( ΠΣ σ, 23 ), « θρησκευτικό φαινόμενο στην πολυμορφία του» (ΠΣ σ.25 ), «οι θρησκείες του Κόσμου» (ΟΔ. ΕΚΠ 97-99).
Πρόκειται για ένα πολυθρησκευτικό μόρφωμα, το οποίο στηρίζεται στην τεχνητή - επιφανειακή σύγκλιση του Χριστιανισμού με τις θρησκείες, με βάση τα τυπικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά τους, οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά συμπεράσματα, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές, τους οδηγεί στον συγκρητισμό, είναι ασύμβατο με την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η δε διδασκαλία του καταργεί τον χριστοκεντρικό προσανατολισμό του ΜτΘ και τον κάνει ανθρωποκεντρικό – συγκρητιστικό.
Οι συντάκτες του ΠΣ 2014 αυθαίρετα συνέταξαν το ΠΣ, χωρίς να ερωτηθούν ούτε η Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε τα αρμόδια Θεολογικά Τμήματα των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης με όλους τους ειδικούς επιστήμονές τους ούτε βεβαίως η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ).
Ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων γνώσεων και πληροφοριών, αφορά στον Χριστιανισμό, ενώ το πρόβλημα έγκειται στην ομογενοποιημένη - ταυτόχρονη μείξη και διδασκαλία, σχεδόν σε κάθε ενότητα και σε κάθε διδακτική ώρα, πέντε - έξι διαφορετικών θρησκευμάτων με ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Ισχυρίζονται, πως υπάρχουν «τρεις κύκλοι» στο ΠΣ που αφορούν στην παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας τη γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις και τέλος τα μεγάλα θρησκεύματα (ΠΣ, σ. 17), ενώ δεν υπάρχουν τρία χωριστά σύνολα πληροφοριών, αλλά κυρίως συνυπάρχουν από κοινού σε ένα συνονθύλευμα, ετερόκλητες πληροφορίες και από τους «τρείς κύκλους».
Ισχυρίζονται ότι με το ΠΣ δεν επιδιώκουν την «τυπική θρησκειολογική ενημέρωση», ούτε τον «σχετικισμό ή ακόμη χειρότερα τον συγκρητισμό» (ΠΣ σ. 13), ενώ για την αποφυγή τους δεν λαμβάνουν στοιχειώδη «μέτρα ασφάλειας», αλλά και ούτε μπορούν να λάβουν, εξαιτίας της πολυθρησκειακής δομής του. Να σημειωθεί ότι απευθύνονται σε μικρά παιδιά που δεν έχουν ακόμη αναπτύξει τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες για να επεξεργαστούν τα σχετικά ζητήματα, τα οποίο παρουσιάζονται ισότιμα, ως «ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών» (ΟΔ. ΕΚΠ. Σ. 86),
Αντιθέτως, με το ισχύον Αναλυτικό Πρόγραμμα (ΦΕΚ 406/5-5-1998 Υπουργική απόφαση Γ2/2289/26-3-1998) και όλα τα παλαιότερα Αναλυτικά Προγράμματα, η διδασκαλία των θρησκειών γίνεται στη Β΄ Λυκείου, σε χωριστές από τον Χριστιανισμό ενότητες. Επειδή, μάλιστα, το πρόβλημα του συμφυρμού των στοιχείων των θρησκειών είναι ορατό, γι’ αυτό λαμβάνονται μέτρα, ώστε να αποφευχθεί. Τα μέτρα αφορούν στην διακριτή διδασκαλία κάθε θρησκείας καθώς και στο πνευματικό και αντιληπτικό επίπεδο των μαθητών.
Το νέο ΠΣ, προκειμένου να καθιερωθεί η εφαρμογή του, χρησιμοποιεί δύο όπλα: α) την παραπλάνηση και β) τις σύγχρονες μορφές και μεθόδους διδασκαλίας. Αναφορικά με την παραπλάνηση, οι συντάκτες, ενώ διαβεβαιώνουν τη «θεμελίωση της ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας στη σχολική εκπαίδευση σε ένα υψηλότερο πνευματικό και θεολογικό επίπεδο» (ΠΣ σ. 17). εντέχνως την αλλοιώνουν, δηλ, ουσιαστικά την καταργούν. Αναφορικά με το δεύτερο όπλο, οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στο ισχύον ΜτΘ, χωρίς αυτό να απολέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του.
Με το ΠΣ στηρίζουν δήθεν, ως διατείνονται, «το δικαίωμα όλων των παιδιών για Θρησκευτική εκπαίδευση» (ΠΣ σ. 11), ενώ η ελληνική Πολιτεία παρέχει ήδη σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά τη δυνατότητα να μορφωθούν και να παρακολουθήσουν όλα τα μαθήματα που προβλέπονται στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μεταξύ αυτών και τα θρησκευτικά.
Με το νέο Πρόγραμμα επίσης, ενώ οι ίδιοι συνέταξαν το ισχύον ΑΠΣ (ΦΕΚ τ.Β΄ αρ. 303/13-03-03) και ήταν υπεύθυνοι για τη συγγραφή των βιβλίων και αναγνωρίζουν τη λειτουργικότητά τους (ΠΣ, (σ. 10-11), έρχονται και τα καταργούν.
Το νέο ΠΣ συσκοτίζει την αντίληψη των μικρών μαθητών για το ποιος είναι ο Θεός που σώζει τον άνθρωπο, καθώς και ποια είναι η αληθινή κοινωνία μαζί Του επειδή η ξεκάθαρη απάντηση θεωρείται «ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία» (ΠΣ σ. 11,13).
Σ’ αυτή τη λογική κινούνται όλες οι Θ.Ε. Για παράδειγμα, στη Γ΄ Δημοτικού, τα παιδιά διδάσκονται ότι η Σαρία είναι «Νόμος του Θεού στην ανθρωπότητα» (ΠΣ σ. 111-112), εξετάζουν την απεικόνιση του Θεού στο Χριστιανισμό, στον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και τις Ανατολικές θρησκείες, που είναι οι «άλλες θρησκευτικές παραδόσεις» (ΠΣ σ. 120-121). Το ΠΣ, με βάση την ιδεολογία του, (πολυθρησκευτικότητα), αποκρύπτει έντεχνα την θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως, πως ο Χριστός είναι ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας του κόσμου. Κατά περίπτωση, είτε την αποσιωπά (ΠΣ σ. 40), είτε αν χρειάζεται, αναφέρεται μεν στη Θεϊκή Του φύση, αποσιωπά δε την μοναδικότητά της, ενώ επιστρατεύει άσχετες μ’ αυτήν πληροφορίες, είτε αντί της θεϊκής, τονίζει την ανθρώπινη φύση Του (Π.Σ. σ. 45), είτε μειώνει την εικόνα που αποκομίζουν οι μαθητές για τη Θεότητά Του, εμφανίζοντάς Τον ως δάσκαλό μεταξύ των φιλοσόφων δασκάλων των Θρησκειών (ΠΣ σ. 63-69). είτε τονίζει δευτερεύουσες έννοιες του θέματος, για να αποσιωπήσει εκείνες που παραπέμπουν στην μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας (ΠΣ σ. 46-47, 78-79), είτε αφήνει vα εννοηθεί το ενδεχόμενο, να ανέδειξαν τον Χριστό οι μεσσιανικές προσδοκίες (ΠΣ σ. 123-124), σύμφωνα με γνωστή θεωρία. Στο ΠΣ έχει χαθεί ο προσανατολισμός οπότε βασιλεύει η απόλυτη σύγχυση.
Λόγω της συνεξέτασης του Χριστιανισμού με τις Θρησκείες, στρεβλώνονται θέματα προκειμένου να συνδυαστούν: π.χ. το Ορθόδοξο Βάπτισμα ως αντίστοιχο των τελετών ενηλικίωσης των Εβραίων και των Μουσουλμάνων (ΠΣ σ. 57). Οι Χριστιανοί άγιοι με τα ιερά πρόσωπα θρησκειών, ως να μην είναι η αγιότητα καρπός του Αγίου Πνεύματος, αλλά ανθρώπινη κατάκτηση (ΠΣ σ. 61). Η Αγία Γραφή με τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δηλ. η αλήθεια του Θεού μαζί με τις μαγείες, τους μύθους, τις δεισιδαιμονίες (ΠΣ σ. 62, 70-71). Η μετάνοια, η νηστεία, η άσκηση της Σαρακοστής, συνδυάζονται με τη νηστεία, το διαλογισμό, τη γιόγκα στις Θρησκείες (ΠΣ σ. 72-73). Σε άλλη Θ.Ε., το ΠΣ αναφέρεται στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι αντιμετώπισαν τα προβλήματα των αιρέσεων (ΠΣ σ. 109-110), και ως γνωστόν, καταδίκασαν τις ειδωλολατρικές αντιλήψεις και λατρείες, ενώ σε άλλες το ΠΣ τις συνδυάζει με τις ορθόδοξες.
Στο ΠΣ έχει εγκαταλειφθεί, σε ικανό βαθμό, η ιστορική σειρά των γεγονότων, έτσι ώστε να μην γνωρίζουν οι μαθητές λ.χ. αν προηγήθηκε χρονολογικά ο προφήτης Μωυσής ή ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Σοβαρά δε θεολογικά σφάλματα το καθιστούν ακατάλληλο για Ορθοδόξους μαθητές, ως ότι η μουσουλμανική σαρία είναι ο νόμος του Θεού. Υπάρχουν σ’ αυτό σημαντικά σφάλματα ως και παιδαγωγικά τοιαύτα (Ευαγ. Πονηρός Δ/ρ Θ.Μ.Φ., Σχολικός Σύμβουλος Πειραιώς Α’ Αθηνών - Κυκλάδων).
Εν όψει όλων των προεκτιθεμένων, καθίσταται πλέον ή σαφές ότι και το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σπουδών έτους 2014 για το μάθημα των Θρησκευτικών στην Α/Βάθμια και Β/Βάθμια Εκπαίδευση, ως πολυθρησκευτικό που είναι, ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το ισχύον στην Ελλάδα, ως άνω, νομικό καθεστώς. Τούτο δε διότι, ενώ το άρθρ. 16 παρ. 2 του Συντάγματος απαιτεί την ανάπτυξη της Ορθόδοξης ως άνω συνείδησης των μαθητών, με το εν λόγω Πρόγραμμα Σπουδών, σε συνδυασμό με τον αναθεωρημένο Οδηγό Εκπαιδευτικού (2014), οδηγεί στην πλήρη αποδόμηση και εκθεμελίωση τελικά της Ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησής τους.
Η μετατροπή του υφιστάμενου αμιγώς Ορθοδόξου Χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα συγκρητιστικό και πολτοποιημένο θρησκευτικό μόρφωμα, έχει καταδικασθεί από ολόκληρο το πλήρωμα της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ως και από σύμπασα την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους -που χαρακτήρισε το μη ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών ως «φυλακή»- από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ), την ΚΔ’ Συνδιάσκεψη των Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Μητροπόλεων, από λίαν υψηλού επιπέδου διεθνή και πανελλήνια Επιστημονικά Συνέδρια και Ημερίδες. Ωσαύτως, από έγκριτους και ειδήμονες Επιστήμονες, από πλήθος εγκύρων δημοσιευμάτων και ραδιοφωνικών εκπομπών, έχει σαφώς αποδοκιμασθεί η μετατροπή του ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτικό.
Να προστεθεί τέλος ότι την επιχειρηθείσαν και στην Κύπρο μετατροπή του εκεί διδασκομένου Ορθοδόξου Χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτικό αποδοκίμασε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος και γενικώς, ο κλήρος και ο Ορθόδοξος λαός της Κύπρου.
Τέλος, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος με την πρόσφατη απόφασή της, της 9ης Μαρτίου 2016 ετάχθη υπέρ της διδασκαλίας του τρέχοντος Ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών με τη δική του μεθοδολογία, χωρίς την από κοινού σύγχρονη διδασκαλία του με άλλα θρησκεύματα, δεχθείσα παράλληλα όπως μερικά θρησκειολογικά κεφάλαια εισαχθούν σε κάθε βιβλίο των Θρησκευτικών και όχι σε κάθε μάθημα, επικυρώνοντας έτσι την προηγηθείσα επί του θέματος απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 13ης Ιανουαρίου 2016.


3) Αναφορικά με το τρίτο των υποβληθέντων αιτημάτων, εάν δηλαδή, με βάση το ισχύον στην Ελλάδα νομικό καθεστώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει λόγο και δικαίωμα ως προς τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο του νόμου 590/1977, Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος, ως τα της Χριστιανικής αγωγής της νεότητος» κ.ά. Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου «Η Δ.Ι.Σ. (Διαρκής Ιερά Σύνοδος), ως διαρκές διοικητικόν όργανον της Εκκλησίας, ασκεί τας κάτωθι αρμοδιότητας... ε) Παρακολουθεί το δογματικόν περιεχόμενον των δια τα σχολεία της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως προοριζομένων διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών». Στο ίδιο δε άρθρο, υπό το στοιχείο ζ΄, ορίζεται ότι η Δ.Ι.Σ. μεριμνά περί του κατά Χριστόν βίου του Ορθοδόξου πληρώματος δια των ενδεικτικώς εκεί αναφερομένων μέσων, ως και «δια παντός άλλου προσφόρου, κατά την κρίσιν Αυτής, μέσου», ενώ ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο του ιδίου άρθρου ότι «Εις περίπτωσιν διαταράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας δι’ ετεροδιδασκαλίας ή άλλης επεμβάσεως εις βάρος αυτής, η Δ.Ι.Σ. ζητεί την επέμβασιν των Αρμοδίων Αρχών...». Αποτελεί δε ετεροδιδασκαλία η νόθευση της Ορθοδόξου Πίστεως κατά το μάλλον και ήττον και με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. Γ. Κρίππα όπ.π. κάτω σελ. 146).
Πρέπει δε να λεχθεί ενταύθα ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977) – ως και ο ως άνω ν. 1566/1985 – δεν είναι δυνατόν να καταργηθούν, διότι αποτελούν στην πράξη εφαρμογή του άρθρου 16 § 2 του Συντάγματος. Αυτό έχει δεχθεί και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία, δεν είναι δυνατή η κατάργηση νόμου, εκδοθέντος προς εφαρμογήν συνταγματικής διατάξεως και συνεπώς θα εξακολουθεί να ισχύει ο αντισυνταγματικώς καταργηθείς νόμος (ΣτΕ 2056/2001 Διοικ. Δίκη, σελ. 87 επ., Γ. Κρίππα «Το Ατομικό Δικαίωμα της Θρησκευτικής Ελευθερίας της Εκκλησίας να καθορίζει η ίδια την ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών» στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, έτος 2013, τεύχος 3, σ. 145 εξ. και ειδικότερα στις σελ. 146 και 156, υποσημ. 4, ως και ιδίου Νομοθετικό κενό συνταγματικώς ανεπίτρεπτο και εντεύθεν υποχρεώσεις της κρατικής διοικήσεως, ως και εις Καλλιαντέρη-Τουτζιαράκη, Η αρχή της νομιμότητος εις Επιθ. Δημ. Δικ. 2001, σελ. 28).


Εν όψει όλων αυτών, προκύπτει σαφώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, είναι, με βάση την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 3 § 1 του Συντάγματος), φορέας του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι το δικαίωμά της αυτό παραβιάζεται στην περίπτωση που η Πολιτεία αποφασίσει να διδάσκονται ως ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών στις σχολικές μονάδες κείμενα, που η Εκκλησία τα θεωρεί ασυμβίβαστα, κατά το μάλλον και ήττον, προς τις αρχές της διδασκαλίας της, όπως η διδασκαλία της ειδικότερα καθορίζεται και κατοχυρώνεται στις και με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 3 του Συντάγματος, της Εκκλησίας της Ελλάδος δικαιουμένης να ζητήσει την ικανοποίηση του δικαιώματός της τούτου από την Ελληνική Δικαιοσύνη και αν χρειασθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (βλ. σχετ. ειδικότερα και αναλυτικώς εις Γ. Κρίππα, ενθ. ανωτ., σελ. 145 επομ. 148, 149, ως και πλούσια αυτόθι διεθνή βιβλιογραφία και ad hoc απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, μετά σχετικών επίσης υποσημειώσεων εις σελ. 149-156. Βλ., ωσαύτως, εις Χρ. Σγουρίτσα Συνταγματικό Δικ., τόμος Β΄, τεύχος Α΄, σελ. 12, ως και εις το άρθρο «Περί τα Θρησκευτικά» του Αρχιμ. Κων. Ραμιώτη πτυχ. Θεολογίας – τ. Δικαστού, εις Ορθόδοξο Τύπο της 9.10.2015).
Μετά από αυτά προκύπτει ότι, με βάση την Ελληνική Νομοθεσία, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος έχει κύριο και αποφασιστικό λόγο και δικαίωμα άμα για τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών.




Οι γνωμοδοτούντες

8 σχόλια :

  1. "Εκκλησούλα μολυβδοκολοπελεκητή, ποιος σε μολυβδοκολοπελεκητούσε; Ο γιος του μολυβδοκολοπελεκητή."
    "Εκλησιά μολυβδωτή γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή, ποιος σε γλυκομολυβδοκαντηλοπελέκησε; Του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή ο γιος. Αν είχα τα γλυκομολυβδοκαντηλοπελέκια του θα σε γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκούσα καλύτερα από του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή το γιο!" (Νάξου)
    "Μια εκκλησιά μολυβδωτή, μολυβδοκοντυλογλυπτοπελεκητή, ποιος την μολυβδοκοντυλογλυπτοπελέκησε; Ο γιος του μολυβδοκοντυλογλυπτοπελεκητή; Αν είχα εγώ τα σύνεργα, τα μίνεργα του γιου του μολυβδοκοντυλογλυπτοπελεκητή, θα τη μολυβδοκοντυλογλυπτοπελεκούσα καλύτερα από το γιο του μολυβδοκοντυλογλυπτοπελεκητή"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι έφαγε ο παπάς ο παχύς ;γιατί παπά παχύ έφαγες παχιά φακή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η ΟΘΟΔΟΞΙΑ και η ΠΑΤΡΙΔΑ έχουν πολλούς εχθρούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος αγωνίζεται για την Ορθοδοξία και για την Πατρίδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. αξιομαχος αξεχαστος αξιολογος αξιοπροσεκτος αξινα αξονας αξιοπιστος αξιεπαινος
    αξυριστος αξιοματουχος αξιωματικος αξιολατρευτος αξιοπρεπης αξιοτατος αξιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Το να είσαι Άθεος δεν είναι τυχαιο, αλλά καθαρά δική σου επιλογή, (δεν σου το επιβάλει κανείς).
    Mετά από γνώσεις και πείρα σε κάποια ώριμη ηλικία.
    Απαιτείται δυνατό χαρακτήρα ψυχικά.
    Υπευθυνότητα στις πράξεις σου, με γνώμονα την δική σου συνηδηση .
    Σεβασμό στους Συνανθρώπους σου, και την Φύση.
    Μια πολύ Παρανοημενη έννοια από Πολλούς.!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΑΦΟΥ Η ΟΡΘΟΔΟΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΗ, ΓΙΑΤΙ Ο ΙΝΔΟΥΙΣΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΧΟΣ .ΙΔΟΥ Η ΑΠΟΡΙΑ.[ΤΙ ΣΟΒΑΡΟΤΙΤΑ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΕΙ ΣΕ ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΝ "ΠΑΝΤΟΦΛΑ" ΤΟΥ "ΑΓΙΟΥ" ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΑ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή