Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Δύο παράγοντες ευθύνονται για τις διαφοροποιήσεις στις συντάξεις

Ιστορικά, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, δημιουργήθηκαν τα πρώτα ταμεία επικουρικής ασφάλισης ως αποτέλεσμα του χαμηλού επιπέδου των συντάξεων γήρατος.


Από την ίδρυσή της η χρηματοδότηση της επικουρικής ασφάλισης προέρχεται από τους εργαζομένους και τους εργοδότες και το κράτος δεν συμμετέχει στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης. Λειτουργεί με το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών το οποίο βασίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών και την προκαθορισμένη γνώση του ασφαλισμένου για το ύψος της σύνταξης που θα λάβει ανάλογα με τα έτη που θα έχει εργαστεί.

Το κράτος στο πλαίσιο της αλληλεγγύης των γενεών και της υπόσχεσης για το ύψος της επικουρικής σύνταξης ανάλογα με τα έτη εργασίας του ασφαλισμένου συμμετέχει στη χρηματοδότηση της επικουρικής σύνταξης διά μέσου της κρατικής επιχορήγησης.

Ομως η ωρίμανση του πληθυσμού, οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, η γήρανση του πληθυσμού και η ανορθολογική διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων προκάλεσαν υψηλά ελλείμματα στον κλάδο της επικουρικής σύνταξης.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την οικονομική κρίση και ύφεση των τελευταίων ετών (υψηλά ποσοστά ανεργίας) και την εφαρμογή των μνημονίων, τα οποία μεταξύ άλλων προκάλεσαν πολύ μεγαλύτερο ρυθμό συνταξιοδοτήσεων από τον αναμενόμενο, με αποτέλεσμα τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων να μειώνονται, ενώ παράλληλα οι υποχρεώσεις αυξάνονται δυσανάλογα αφού ο ρυθμός αύξησης των συνταξιούχων είναι μεγαλύτερος από τον αναμενόμενο.

Η δυσμενής αυτή εξέλιξη έχει αποτέλεσμα στις αρχές του 2016 οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία για επικουρική σύνταξη να ανέρχονται στο επίπεδο των 2,8 δισ. ευρώ και οι συντάξεις που πρέπει να καταβληθούν να αντιστοιχούν στο ύψος των 4 δισ ευρώ, συνυπολογιζόμενες και οι εκκρεμείς συνταξιοδοτήσεις (συντάξεις που είναι σε καθυστέρηση κατά μέσο όρο 2 έτη).

Με άλλα λόγια, το ετήσιο έλλειμμα είναι της τάξης του 1,2 δισ. ευρώ, το οποίο θα αυξάνεται συνεχώς με ρυθμό άνω του 2% τη δεκαετία του 2020 λόγω του baby booming, της γήρανσης του πληθυσμού και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης.

Ο Ν.4052/2012 προέβλεπε τη μετατροπή της επικουρικής σύνταξης από διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών σε διανεμητικό σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης (NDC-ατομικοί λογαριασμοί) με την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος.

Σκοπός του Ν.4052/2012 ήταν να μηδενίσει το ετήσιο έλλειμμα του 1,2 δισ. ευρώ με συνεχείς μειώσεις των επικουρικών συντάξεων μέχρι να ισορροπήσουν οι εισφορές (έσοδα) με τις παροχές (συντάξεις). Ο μόνος τρόπος αποφυγής των μειώσεων ήταν και είναι η επανεκκίνηση και ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η σταδιακή μείωση της ανεργίας και η αύξηση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων.

Ο Ν.4387/2016 εφαρμόζει ακριβώς το ίδιο σύστημα από 1/1/2017 και μετά, δηλαδή της νοητής κεφαλαιοποίησης (ατομικοί λογαριασμοί) με ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, ανεξάρτητα εάν η σχετική διατύπωση (άρθρο 96) είναι «αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης», αφού απαγορεύτηκε από τους δανειστές η κρατική επιχορήγηση της επικουρικής σύνταξης.

Οι πρόσφατες μειώσεις των επικουρικών συντάξεων έφεραν στην επιφάνεια, μεταξύ άλλων, ορισμένες διαφοροποιήσεις με τη διαδικασία του επανυπολογισμού των επικουρικών συντάξεων, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις ο αλγόριθμος επανυπολογισμού (Υπουργική Απόφαση αριθ. Οικ. 25909/470) διαφοροποιείται, ώς έναν βαθμό, από τη διάταξη του εδαφίου βα της παρ. 5 του άρθρου 96 του Ν. 4387/2016.

Πιο συγκεκριμένα, οι διαφοροποιήσεις εστιάζονται σε δύο παράγοντες.

Ο ένας είναι το ύψος της κύριας σύνταξης, δεδομένου ότι υπάρχει το όριο των 1.300 ευρώ μικτά ως άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης και ο δεύτερος παράγοντας είναι το ποσοστό μείωσης που έχουν ήδη υποστεί οι επικουρικές συντάξεις από τα Μνημόνια 1 και 2.

Ειδικότερα, από την επεξεργασία σχετικών παραδειγμάτων παρατηρείται ότι σε συντάξεις που είχαν υποστεί ήδη μεγάλη μείωση από τα Μνημόνια 1 και 2, ο επανυπολογισμός δεν επέφερε περαιτέρω μειώσεις (π.χ. από 500 ευρώ σε 250 ευρώ μικτά), ενώ όσοι ελάμβαναν χαμηλή επικουρική σύνταξη της τάξης, για παράδειγμα, των 180 ευρώ μικτά υπέστησαν μειώσεις, μετά τον επανυπολογισμό, της τάξης του 20%, επειδή από τα προηγούμενα Μνημόνια 1 και 2 είχαν υποστεί μικρότερες μειώσεις, π.χ. 15%.

Ειδικότερα, υπήρξε παράδειγμα όπου ασφαλισμένος με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου, έπρεπε να λαμβάνει επικουρική σύνταξη 561 ειρώ μικτά. Η καταβλητέα επικουρική σύνταξη ήταν 280 ευρώ (44,6% μείωση λόγω των Μνημονίων 1 και 2).

Με τον Ν.4387/2016 συνεχίζει να λαμβάνει 280 ευρώ μικτά με τον αλγόριθμο της υπουργικής απόφασης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 96 του Ν.4387/2016 θα έπρεπε να λαμβάνει 383 ευρώ μικτά, δηλαδή θα έπρεπε να λαμβάνει 100 ευρώ περισσότερα.

Ενώ σε άλλο παράδειγμα συνταξιούχος με επικουρική σύνταξη 242 ευρώ μικτά, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις, ελάμβανε σύνταξη 189 ευρώ μικτά μετά την εφαρμογή των Μνημονίων 1 και 2 (-21%). Με τον επανυπολογισμό της υπουργικής απόφασης λαμβάνει 138 ευρώ μικτά, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 96 του Ν.4387/2016 θα έπρεπε να λαμβάνει 110 ευρώ μικτά επικουρική σύνταξη και όχι 138 ευρώ μικτά.

Συμπερασματικά, οι πρόσφατες μειώσεις των επικουρικών συντάξεων, με τις διαφοροποιήσεις της υπουργικής απόφασης και της σχετικής διάταξης (άρθρο 96) του Ν.4387/2016, είναι μεγαλύτερες στις επικουρικές συντάξεις που είχαν υποστεί μικρότερες μειώσεις και μικρότερες στις επικουρικές συντάξεις που είχαν υποστεί μεγαλύτερες μειώσεις (εφαρμογή Μνημονίων 1 και 2).

* Ομότ. καθ. Παντείου Πανεπιστημίου

** Δικηγόρος-εκδότης περιοδικού «Νομοθεσία ΙΚΑ»

*** Υποψ. διδάκτορ Παντείου Πανεπιστημίου

Συντάκτης:
Σάββας Ρομπόλης*, Δημήτριος Μπούρλος**, Βασίλειος Γ. Μπέτσης***

efsyn.gr

1 σχόλιο :

  1. στα παπαρια μας θελουμε τα λεφτα μας πισω παλιοχαμουρες

    ΑπάντησηΔιαγραφή